Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
«Εγώ είμαι επαγγελματίας, δεν διατείνομαι ότι είμαι καλλιτέχνης. Έχω γερμανική πειθαρχία, είμαι ο φωτογράφος που έλεγε "αν δεν σου αρέσει η φωτογραφία, θα την ξανακάνω με δικά μου έξοδα"». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Costas Coutayar: «Ο καλλιτέχνης δεν είναι συνώνυμο του ψωμόλυσσα»

0

Γεννήθηκα στο Κερατσίνι το 1963. Ο πατέρας μου είχε τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου είχε σπουδάσει γλυπτική. Ήταν μικρός, 22-23 ετών, και από οικογένεια που δεν ήταν σπουδαία, και εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Μάλιστα, την ίδια περίοδο παντρεύτηκε κιόλας και γεννήθηκα εγώ. Οπότε, αναγκάστηκε και πήγε στη Διπλάρειο, έμαθε ξυλογλυπτική και άνοιξε ένα μικρό εργαστήριο όπου έκανε σκαλίσματα. Ήταν πολύ καλός ξυλογλύπτης, που ήξερε σχέδιο, τους όγκους και άρχισε να έχει πολλές και σημαντικές δουλειές. Είχε φτιάξει ένα τραπέζι για το Προεδρικό Μέγαρο με οκτώ πόδια-Καρυάτιδες και όλο το καπάκι μαρκετερί. Από αυτά έπαιρνε ένα μικρό μεροκάματο και μ’ αυτά ζούσαμε.

• Το σπίτι μας ήταν ένα παλιό προσφυγικό, της μάνας μου, που ήταν όμορφη γυναίκα, μισή Ρουμάνα, και ήθελε να έχουμε, όπως όλα τα σπίτια, δυο τρία πράγματα διακοσμητικά. Ερχόταν όμως ο πατέρας μου, που είχε μίνιμαλ αισθητική, ο ευυπόληπτος κύριος Μίμης που ήταν και ο μορφωμένος της γειτονιάς, και τα ξήλωνε. Σε μια γειτονιά που δίπλα μας γινόταν της τρελής, γλέντια στις αυλές και τα λοιπά, το δικό μας σπίτι ήταν σχεδόν γιαπωνέζικο. Έτσι εγώ μεγάλωνα στα διπλανά σπίτια, το δικό μου δεν είχε πλάκα.

• Το επίθετό μου το κληρονόμησα από έναν προπάππο μας, είναι μαλτέζικο – Κουτάζαρ προφέρεται κανονικά. Χάρη σε αυτό και επειδή η Μάλτα ήταν αγγλική αποικία, ο πατέρας μου και ο αδερφός του είχαν αγγλικό διαβατήριο, που ήταν και ένα είδος ασυλίας, γιατί, ως αριστεροί, με αυτήν την υπηκοότητα γλίτωσαν από πολλές κακοτοπιές. Αγγλικό διαβατήριο είχα κι εγώ και έτσι βρέθηκα στο Λονδίνο για σπουδές.

Σέβομαι όλες τις δουλειές μου, είναι παιδιά μου και πολλές φωτογραφίες μου τις θεωρώ εξαιρετικές. Δεν γίνανε στην τύχη αλλά με μια σπουδή και τη λογική ενός ανθρώπου που έκανε εφαρμοσμένη τέχνη. Οι περισσότερες από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες όμως δεν έχουν δημοσιευθεί, γιατί δεν εξυπηρετούσαν τον στόχο του πελάτη.

• Εκείνη την εποχή στο Κερατσίνι μιλάμε για φτώχεια του κερατά. Η μάνα μου έλεγε «τι να κάνουμε, αυτοί είμαστε, εδώ είμαστε» κι αυτό εμένα με δαιμόνιζε. Έλεγα μέσα μου «δεν θα είμαστε εδώ», γιατί μεγάλωσα μέσα στο εργαστήριο του πατέρα μου παίζοντας με τα πελεκούδια, φτιάχνοντας τα παιχνίδια μου με τα χέρια μου, αφού δεν είχαμε λεφτά να αγοράσουμε, και είχα από τότε φιλοδοξία, ένιωθα ότι μπορώ να τα καταφέρω να κάνω κάτι καλύτερο. Και όταν έφτασε η ώρα να δώσουμε εξετάσεις στο γυμνάσιο, αποφάσισα να δώσω για Πρότυπο. Ενώ δεν το πολυπίστευα, είχα και τη μάνα μου που μου πήγαινε κόντρα, πέρασα στο Πειραματικό, στη Σκουφά, που μου άρεσε γιατί ήταν Πρακτικό και εγώ αγαπούσα τα Μαθηματικά.

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Στο εξωτερικό δεν έφυγα γιατί τα πρώτα χρόνια της ζωής μου ήμουν πολύ φτωχός για να μπορώ να επιζήσω έξω και αργότερα ήμουνα πολύ καλοζωισμένος για να το ρισκάρω. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Για να φτάσω κάθε πρωί άλλαζα τρεις συγκοινωνίες. Οι συμμαθητές μου ήταν γιοι συνταγματαρχών της χούντας, ερχόταν και τους έπαιρνε το τζιπ. Αν πήγαινα μόνος μου στο Ελληνικόν, στην πλατεία Κολωνακίου, με έστελναν στον διάβολο, αν ήμουνα με τον γιο του τάδε συνταγματάρχη μάς άφηναν και καθόμασταν. Αυτό άρχισε να μου βάζει άλλες ιδέες, άρχισα να αποκτώ ταξική συνείδηση. Έβλεπα ότι ο βλάκας ο συμμαθητής έχει έναν σκασμό προνόμια που δεν είχα. Σκεφτόμουν «είμαι και θα γίνω και καλύτερος από εσένα, δεν με νοιάζει πώς σε λένε και ποιος είσαι» και μπαίνοντας σε αυτήν τη διαδικασία, διάβαζα πολύ σχολικά και εξωσχολικά με την υποστήριξη του πατέρα μου.

• Όταν έφτασα στα 16, με ρώτησε ο πατέρας μου τι σκοπεύω να κάνω. Του είπα ότι ήθελα να πάω στην Καλών Τεχνών και μου απάντησε «τα χάλια μου τα βλέπεις; Με τι λεφτά να σε χρηματοδοτήσω; Από την άλλη, να σε εμποδίσω δεν μπορώ, πρέπει να το κάνεις μόνος σου και αν μπορώ θα σε βοηθήσω». Θύμωσα τότε, γιατί αυτό σήμαινε ότι αν δεν περνούσα με την πρώτη στην Καλών Τεχνών, θα έπρεπε να βρω μια κανονική δουλειά. Με αυτή τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι μου, έπρεπε να κάνω φροντιστήριο, αλλά χρήματα δεν υπήρχαν. Έπιασα, λοιπόν, μια δουλειά απογευματινή σε έναν εκδότη που έβγαζε το «Marketing age» και τη «Σύγχρονη Διαφήμιση», κλασικά μικρά περιοδικά στα οποία αρθρογραφούσαν διάφοροι διάσημοι διαφημιστές, ο Σαξώνης, ο Βενέτης, ο Κάραμποτ, με άρθρα για το τι είπε ο Ogilvy για τη διαφήμιση από τη Μάντισον Άβενιου. Πήγαινα στις διαφημιστικές και ζητούσα να ανανεώσουν τη συνδρομή τους. Και επειδή ήμουνα συμπαθητικό παιδάκι, τις ανανέωναν.

• Στη συνέχεια έπιασα μια άλλη δουλειά, που έπρεπε να οδηγώ μηχανάκι, και έμαθα δίπλα στον Κώστα Γκόμπλια. Αυτός ήταν σπουδαίος, ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας διαφημιστής, φωτισμένο μυαλό με ένα πολύ σημαντικό γραφείο. Έκανα εξωτερικές δουλειές και κάποιες μέρες δούλευα ως βοηθός γραφίστα, τράβαγα κόπιες στο ρεπρομάστερ. Και μου δίνανε να κάνω διορθώσεις στις μακέτες.

• Έπαιρνα κάτι λίγα λεφτά και πήγα και γράφτηκα στο φροντιστήριο του Βρασίδα Βλαχόπουλου. Εκεί, κάποιοι συμμαθητές μου που το είχαν με το σχέδιο είχαν δώσει δυο και τρεις φορές στην Καλών Τεχνών και δεν είχαν περάσει. Εγώ δεν το είχα, ζοριζόμουνα και η αγωνία μου μεγάλωνε ότι δεν θα περάσω και θα αναγκαστώ να πάω στη Σιβιτανίδειο. Μια μέρα, ο Βλαχόπουλος με ρώτησε για το επίθετό μου και, μιλώντας μαζί του, μου είπε να πάω να ρωτήσω στο Βρετανικό Συμβούλιο μήπως μπορέσω να πάω στο Λονδίνο – εδώ δεν είχα πολλές ελπίδες, έπαιζε εκείνη την εποχή τρελό μέσο για να μπεις στη σχολή. Πήγα λοιπόν και μου έδωσαν μια λίστα να διαλέξω σχολή. Επειδή μεγαλοπιανόμουνα, διάλεξα το Royal College που έπαιρνε έξι ή επτά ξένους τον χρόνο με πορτφόλιο. Μάζεψα τα καλύτερα σχέδια που είχα κάνει, τα έστειλα και με δέχτηκαν. Και αρχίζει το άλλο θέμα: πώς πάμε εκεί; Θυμάμαι, πήγε η μάνα μου, μου πήρε ένα πουκάμισο buttons down –το ακριβοπλήρωσε στον Στρογγυλό– να είμαι κάπως ευπαρουσίαστος και έφυγα.

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar

• Έφτασα στο Λονδίνο, βρήκα έναν συγκάτοικο, μέναμε στου διαόλου το κέρατο, σε μια σοφίτα, στο σπίτι δυο ηλικιωμένων. Δεν είχαμε να φάμε και παίρναμε λεωφορείο τις Κυριακές που δεν έμπαιναν οι ελεγκτές. Βρήκα μια δουλειά σε ένα μανάβικο – σκέφτομαι ότι ακούγομαι σαν Βασιλάκης Καΐλας, αλλά έτσι είχαν τα πράγματα. Δούλευα με μανία στη σχολή και ξέχναγα να φάω. Έκανα ζωγραφική, ιστορία τέχνης και communication arts.

• Όταν επέστρεψα έπειτα από έναν χρόνο να δω τους γονείς μου, γύρισα με μια πολύ μακριά φράντζα βαμμένη κατάμαυρη και ένα βινύλ παντελόνι θεόστενο – η μάνα μου πήγε να πάθει εγκεφαλικό. Ήταν η εποχή των πανκ που τα είχε σαρώσει όλα. Επέστρεψα στο Λονδίνο, τέλειωσα τις σπουδές μου και ήρθα στην Ελλάδα γιατί είχε αρρωστήσει ο πατέρας μου. Είχε καρκίνο στο στομάχι και τότε καρκίνος ίσον θάνατος – ήταν λίγο πάνω από σαράντα χρονών. Εγχειρίστηκε, δεν έκανε χημειοθεραπείες, επέστρεψε στη δουλειά του και έζησε περισσότερο από όσο είπαν οι γιατροί, που του είχαν δώσει λίγους μήνες ζωής. Πέθανε στα 67 του από νευρική ανορεξία. Παραιτήθηκε, έβλεπε το φαγητό σαν δολοφόνο του.

• Πήγα και ζήτησα δουλειά στον Γκόμπλια και με έστειλε στη Δέλτα Δέλτα του Νίκου Δήμου ως τζούνιορ γραφίστα, όπου έκανα προσχέδια. Ο Δήμου αγαπούσε μόνο τις γάτες και τα αυτοκίνητα, μόνο αυτό θα πω και ο νοών νοείτω. Αργότερα συγχωνεύθηκε η εταιρεία του με την Ikon του Ζαννιά και έπιασα εκεί δουλειά. Άλλαζα πολύ γρήγορα δουλειές γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να ανεβάσω τον μισθό μου. Μετά έπιασα δουλειά στην Elinda –δούλευα εκεί με τον Bar-Bar– και σε διάφορες διαφημιστικές, πέρασα από πολλά γραφεία.

• Έχοντας ζήσει τέσσερα χρόνια στο Λονδίνο, που εκείνη την εποχή δεν είχε καμία σχέση με την Αθήνα, κυκλοφορούσα σαν fashion victim. Ήμουνα είκοσι πέντε και έμοιαζα δεκάξι γιατί ήμουν μικροκαμωμένος και δακτυλοδεικτούμενος.

• Τότε υπήρχε το Rowder, το Acrobat, το Portobello, το Egg, γνώρισα τον φίλο μου Αντώνιο Μάρκο που έφτιαχνε ρούχα· είχε το Area και έκανε και το Faz της Μαβίλη, τον πρόγονο των κλαμπ όπως τα ξέρουμε σήμερα. Εγώ ξεκίνησα τότε να κάνω δειλά κάποιες φωτογραφίες, τύπωνα T-shirts και τα πουλούσα σε αυτούς, έκανα ό,τι μου κατέβαινε, ό,τι δουλειά έσκαγε.

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar
Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar
Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar
Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar

• Εκείνη την εποχή οι Έλληνες φωτογράφοι, που οι περισσότεροι είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό, είχαν γυρίσει στην Ελλάδα και νόμιζαν ότι θα γίνουν ο Καρτιέ Μπρεσόν, αλλά η μοίρα και η ανάγκη τούς έριξε στη διαφήμιση, που έβλεπαν πολύ υποτιμητικά. Δούλευα σε διαφημιστικές και πήγαινα ως πελάτης σε έναν φωτογράφο, έστηνα το σκηνικό για να φωτογραφίσει, φώτιζα, έκανα όλη τη δουλειά. Εκείνος έπαιζε τάβλι εν τω μεταξύ και ερχόταν, κοίταζε τι έκανα, έλεγε «ωραίο», τραβούσε ένα κλικ και έπαιρνε αμοιβή όσο δυο δικοί μου μισθοί. Εγώ είχα την αισθητική των σπουδών, μιας άλλης αγοράς και κοινωνίας και μια πιο μοντέρνα ματιά. Ανακάλυψα ότι αυτό που έστηνα μου άρεσε πολύ – έβλεπα το αποτέλεσμα την επόμενη μέρα, ήταν ένα άλλο επάγγελμα.

• Δεν είχα όμως λεφτά να πάρω μηχανές, δεν ήξερα την τεχνική και άρχισα να ασχολούμαι, να διαβάζω τεχνικές φωτογραφίας με μεθοδικότητα. Έκανα λοιπόν έναν κατάλογο για παιδικά ρούχα· ενώ τον έστηνα, ήρθε η πελάτισσα που δεν έβρισκε φωτογράφο και πρότεινα να το κάνω εγώ. Μου βρήκε στούντιο κι εγώ ήμουν τρελαμένος, έφτιαχνα όλη τη σκηνογραφία σαν παραμύθι, φωτογράφιζα τα παιδιά με στάιλινγκ μεγάλων ανθρώπων, έβαζα μαύρο φόντο στα παιδικά ρούχα, έντυνα πανκ τα πιτσιρίκια, ζωγράφιζα τα T-shirts και έκανα τα μαλλιά τους φούξια. Από το εξώφυλλο στο Lilliput άρχισε η καριέρα μου ως φωτογράφου.

• Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η ιδέα τού στάιλινγκ ούτε κατά διάνοια. Τότε, κλείναμε ένα μοντέλο που βαφόταν μόνη της, χτενιζόταν, έφερνε τα αξεσουάρ της και έκανε στάιλινγκ στον εαυτό της. Και όσο περισσότερα παπούτσια και αξεσουάρ είχαν, έπαιρναν και περισσότερες δουλειές. Ήρθαν τότε στην Ελλάδα ως μοντέλα από τη Βραζιλία η Λάουρα ντε Νίγκρις με την Άλις Μπραζίλ με δυο βαλίτσες γεμάτες αξεσουάρ βραζιλιάνικα και σάρωσαν. Και ζήτησα στη Λάουρα να έρθει να ντύνει και να χτενίζει τα πιτσιρίκια. Είχε δουλέψει στη Βραζιλία και ως βοηθός φωτογράφου, ήξερε. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί τον Άρη Τερζόπουλο και μου είπε «θα πάρουμε το περιοδικό “Γυναίκα” και θα το φτιάξουμε». Ξεκινάμε και βγαίνει η Λάουρα στην αγορά κι ό,τι περίεργο φρούτο υπήρχε στην πιάτσα τούς έκανε στυλίστες αλλά και αυλή της. Ήταν μια εποχή τρελής ίντριγκας, αλλά το πιο σοβαρό πρόβλημα ήταν πώς η ηθική ήταν below zero. Δεν μπορώ ούτε σήμερα να το καταλάβω αυτό, ψέγω τον εαυτό μου γιατί αισθάνομαι ότι ευθύνομαι για πολλούς από αυτούς που βγήκαν εκείνη την εποχή με διάφορες «ειδικότητες».

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνω κοσμική ζωή, δούλευα και γούσταρα και ήθελα να με εκτιμούν και να με πληρώνουν. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Εκεί υπήρξε και ένα τεράστιο θέμα. Τα περιοδικά σε όλο τον κόσμο έχουν έναν άνθρωπο που λέγεται creative director, υπεύθυνο για την εικόνα του περιοδικού. Ο εκδότης θα φωνάξει τον διευθυντή σύνταξης και τον creative και θα ρωτήσει «παιδιά, γιατί άλλαξε η εικόνα μας;» – η διευθύντρια μόδας είναι κάτω από τον διευθυντή του δημιουργικού. Η Καρίν Ρόιτφελντ, για την οποία μιλάμε σήμερα, ήταν κάτω από τον Φαμπιάν Μπαρόν, που αν δεν συμφωνούσε, δεν χρησιμοποιούσαν κάποιον φωτογράφο. Όχι γιατί δεν ήταν καλός, αλλά γιατί δεν ταίριαζε με την εικόνα του περιοδικού – ακόμα και σήμερα αυτό δεν το αποφασίζει η διευθύντρια μόδας αλλά ο διευθυντής δημιουργικού.

• Αυτό δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα, έγινε κάτι χειρότερο, για δυο λόγους: όλο αυτό το αγράμματο τσούρμο των fashion victims χρίστηκε art directors και επειδή δεν είχαμε βιομηχανία μόδας, δεν μπορούσαν να παραχθούν ούτε σοβαροί φωτογράφοι μόδας, ούτε σοβαροί στυλίστες, ούτε τίποτα. Η καλύτερη δουλειά μας δεν ξεπερνούσε τα ελληνοαλβανικά σύνορα και επειδή ήμασταν αναγκασμένοι να κάνουμε τα πάντα για να επιζήσουμε σε μια μικρή αγορά, δεν είχαμε εξειδίκευση. Και έγινε ένας αχταρμάς: ερχόταν ένα αμόρφωτο παιδί και σου έλεγε πώς να κάνεις τη δουλειά σου. Θυμάμαι, πήγα κάποια μέρα στον Τερζόπουλο και του είπα να χαλαρώσει λίγο η Λάουρα με το art direction.

• Δούλευα για τη «Γυναίκα», αλλά ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου ήταν και η πολιτική διαφήμιση. Δουλεύοντας στη διαφήμιση, εκπαιδεύτηκα στο πολιτικό μάρκετινγκ και έχω συμμετάσχει στον σχεδιασμό για μεγάλες καμπάνιες. Έπαιζα δυνατά σε αυτό το κομμάτι ως creative για όλα τα κόμματα και έχω φωτογραφίσει όλους τους πολιτικούς, όλους.

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar
Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar

• Τότε ήθελαν να βγάλουν όλοι περιοδικά για να χτυπήσουν το lifestyle του «Ταχυδρόμου». Έβγαλε ο Μπασιάκος τα «Πρόσωπα», οι Διαμαντόπουλοι το «Cover», ο Τερζόπουλος το «ΙΚΟΝ» – έκαναν μερικά τεύχη και αποτύγχαναν γιατί είναι και ακριβό το σπορ, δεν είναι εύκολο. Δεν γινόταν τίποτα. Εν τω μεταξύ ήρθε ο Τάκης Τσαντίλης και φτιάχτηκε το «ΜΕΝ». Ένα βράδυ ήμασταν στη Ράτκα, ήρθε ο Κωστόπουλος και πρότεινε να φτιάξει ένα περιοδικό. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία τού «ΚΛΙΚ». Το πρώτο στάδιο δεν ήταν τραγικό, ήταν συμπαθητικό περιοδικό, είχε πλάκα. Φιλοδοξούσε να είναι σαν το «Face» αλλά ούτε κατά διάνοια, δεν πλησίαζε καν. Κάποια στιγμή τσακωθήκαμε με τον Κωστόπουλο, έφυγα και δεν μιλούσαμε για πολλά χρόνια, αλλά δεν με ένοιαζε γιατί έκανα πολλές δουλειές στη διαφήμιση: μεγάλες καμπάνιες τσιγάρων, όλο τον Παπαστράτο, την παγκόσμια καμπάνια των Davidoff. Έκανα διεθνείς καμπάνιες πολύ καλοπληρωμένες, γιατί σε αυτές τις συμφωνίες έπαιρνες χρήματα για το δικαίωμα χρήσης σε κάθε χώρα ξεχωριστά.

• Έβγαλα χρήματα, δεν παραπονιέμαι, θα μπορούσα να έχω επί δέκα ό,τι έχω, αλλά δεν με ενδιέφεραν τα χρήματα, καλά ζούσα και καλά ζω. Σήμερα θέλω να δουλεύω μόνο με δυο τρεις πελάτες που μου αφήνουν δημιουργική ελευθερία, γιατί δεν υπάρχουν πια ούτε μεγάλες δουλειές, ούτε μεγάλες παραγωγές, ούτε χρήματα.

• Όταν γνώρισα τον Λυμπέρη έβγαζε ένα περιοδικό, το «Surf & Ski», που με ένα Citroën 2CV το μοίραζε πόρτα πόρτα, και μου είπε να κάνουμε ένα αντρικό περιοδικό, το «Status». Σκέφτηκα ότι αυτό το περιοδικό για να ζήσει, δεν μπορεί να έχει αντρική μόδα, δεν υπήρχε τέτοιο κοινό στην Ελλάδα, οι γυναίκες ψώνιζαν για τους άντρες τους. Και του είπα «αφού έχεις αυτόν τον τίτλο, θα βάλεις τον πελάτη σου εξώφυλλο, τον διευθυντή της τράπεζας, τον ιδιοκτήτη μιας εταιρείας». Έτσι ξεκίνησε.

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar
Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar

• Πρέπει να ομολογήσω ότι ο Λυμπέρης, αν και ήταν λιγότερο μορφωμένος από τον Κωστόπουλο, ήταν γαλαντόμος, πολύ έξυπνος και ήθελε τα καλύτερα. Μου έδωσε το περιθώριο να κάνω ό,τι θέλω και πλήρωνε τις καλύτερες και ακριβότερες παραγωγές.

• Τότε είχα ξεκινήσει να δουλεύω στο Μιλάνο, στο «L’Uomo Vogue», και έκανα πολλές διεθνείς φωτογραφίσεις. Κάποια στιγμή έκοψε τις ευρωπαϊκές παραγωγές και οι φωτογράφοι μεταφερθήκαμε στο «Mondo Uomo». Το ιταλικό στάιλινγκ ήταν πολύ προχωρημένο τότε, το «Status» έπρεπε να είναι σαν το «GQ», που εγώ το έβρισκα πολύ βαρετό, οπότε ανακάτευα λίγο την ευρωπαϊκή μόδα που ήταν τραβηγμένη και κάναμε κάτι ενδιάμεσο. Δεν χρειαζόταν να αντιγράφω το «GQ» και τα μοντέλα τα ξένα γούσταραν να φωτογραφίζονται με μένα για το πορτφόλιό τους. Και επειδή άρεσε η δουλειά μου στα ξένα πρακτορεία, μπορούσα να έχω όποιο τοπ μόντελ ήθελα και ο Λυμπέρης τα κάλυπτε αυτά. Πράγματι, το «Status» έγινε ένα πολύ καλό περιοδικό, πούλαγε λίγο, που σημαίνει ότι είχε χαμηλό κόστος παραγωγής αλλά είχε πάρα πολλή διαφήμιση. Ήταν φτιαγμένο για τον πελάτη, να τον κολακεύει‧ τον αθλητή ή τον καλλιτέχνη τον βάζαμε στο εξώφυλλο ως άλλοθι. Με αυτόν τον σχεδιασμό είχε έναν λόγο ύπαρξης και έσκιζε. Με τις μόδες του συνδέθηκα, έκανα την τρέλα μου και εκεί και αργότερα στη «Vogue».

• Όλα όσα έκανε μετά το «ΚΛΙΚ» ο Κωστόπουλος στην ΙΜΑΚΟ δεν είχαν σχέση με το «ΚΛΙΚ», δεν σήμαιναν τίποτα. Γιατί μέχρι τις αρχές του ’90 που δεν είχαν ανοίξει τα ιδιωτικά κανάλια με τηλεθέαση και προσβασιμότητα στο κοινό, όλο το παιχνίδι γινόταν στα περιοδικά. Όταν άνοιξαν τα κανάλια δανείστηκαν τα είδωλα των περιοδικών. Όταν η τηλεόραση άρχισε να μεγαλώνει, έγινε το ανάποδο: έπαιρναν την «Πετρούλα» να τη βάλουν στο «Nitro». Καταστροφή. Εκεί εγώ ασφυκτιούσα, ήθελαν όλοι να γίνουν Μπερλουσκόνι, αυτή ήταν η εποχή – και εν μέρει συνεχίζει να είναι, με άλλο τρόπο.

Πήραμε τους μεγάλους φωτογράφους και τους αντιγράψαμε, τον Άβεντον, τον Νιούτον, χωρίς να ξέρουμε τον αντίκτυπο που είχαν στην κοινωνία οι φωτογραφίες αυτές. Εμένα μου αρέσει ο Στάβερης, άφησε ίχνος, κατέγραψε μια εποχή ολόκληρη.

• Εγώ είμαι επαγγελματίας, δεν διατείνομαι ότι είμαι καλλιτέχνης. Έχω γερμανική πειθαρχία, είμαι ο φωτογράφος που έλεγε «αν δεν σου αρέσει η φωτογραφία, θα την ξανακάνω με δικά μου έξοδα». Αυτό δεν το έχει πει κανένας άλλος. Όταν άκουγα αυτά τα περί καλλιτέχνη, έλεγα μέσα μου «εσύ πας να με ρίξεις». Είχα μια άποψη ότι ο καλλιτέχνης δεν είναι συνώνυμο του ψωμόλυσσα και καλό παιδί δεν σημαίνει μαλάκας. Καλό παιδί είναι αυτό που υπερασπίζεται την ηθική του, τους φίλους του, την εργασία του.

• Σέβομαι όλες τις δουλειές μου, είναι παιδιά μου και πολλές φωτογραφίες μου τις θεωρώ εξαιρετικές. Δεν γίνανε στην τύχη αλλά με μια σπουδή και τη λογική ενός ανθρώπου που έκανε εφαρμοσμένη τέχνη. Οι περισσότερες από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες όμως δεν έχουν δημοσιευθεί, γιατί δεν εξυπηρετούσαν τον στόχο του πελάτη.

• Εδώ συνέβη και η άλλη παρεξήγηση: πήραμε τους μεγάλους φωτογράφους και τους αντιγράψαμε –τον Άβεντον, τον Νιούτον–, χωρίς να ξέρουμε τον αντίκτυπο που είχαν στην κοινωνία οι φωτογραφίες αυτές. Εμένα μου αρέσει ο Στάβερης, άφησε ίχνος, κατέγραψε μια εποχή ολόκληρη.

• Στο εξωτερικό δεν έφυγα γιατί τα πρώτα χρόνια της ζωής μου ήμουν πολύ φτωχός για να μπορώ να επιζήσω έξω και αργότερα ήμουνα πολύ καλοζωισμένος για να το ρισκάρω. Επίσης, θεωρώ ότι οι φωτογράφοι πρέπει να έχουν άποψη και επειδή η Ελλάδα είναι μια μικρή αγορά, μου έδινε την ευκαιρία να κάνω λίγο αυτό και λίγο το άλλο, σαν παιδί που έπαιζε. Αν ήθελα να κάνω σοβαρή καριέρα στο εξωτερικό, έπρεπε να κάνω ένα πράγμα – και είναι λογικό, με τόσο ανταγωνισμό.

• Τα περιοδικά στην Ελλάδα ήταν επιχειρήσεις που αγαπούσαν τον πελάτη και όχι τον αναγνώστη. Ένα πράγμα που έχω να πω για τον Τσαγκαρουσιάνο, εκτός από το ότι έκανε τότε το «01» που καμία σχέση δεν είχε με ό,τι κυκλοφορούσε, ήταν αληθινά μοντέρνο και εναλλακτικό, είναι ότι δεν έχει γλείψει πελάτες, δεν ήταν στη λογική του. Όλους τους άλλους δεν τους ενδιέφερε πώς θα είναι το περιοδικό, γι’ αυτό σήμερα πάμε σε ιατρεία και βλέπεις περιοδικά που δεν τα ακουμπάει κανένας. Γι’ αυτό και στην κρίση διαλύθηκαν όλα και πολλά λεφτά χάθηκαν και κλάπηκαν.

Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar
Costas Coutayar: Φωτογράφος. Γεννήθηκε στο Κερατσίνι, ζει στο Κολωνάκι. Facebook Twitter
Φωτ.: Costas Coutayar

• Η κρίση που ήρθε έκρινε τους πάντες. Εκείνη την εποχή είχα κάνει ένα στούντιο και ένα πρακτορείο που αντιπροσώπευε κι άλλους φωτογράφους. Είχα μυριστεί ότι τίποτα δεν πάει καλά, ενώ φαινόταν το αντίθετο, γιατί είχαν αρχίσει οι περικοπές και οι σελίδες της διαφήμισης αραίωναν.

• Και ξύπνησα ένα πρωί και μου χρωστούσαν εκατομμύρια σε επιταγές, δεν είχαμε τίποτα σε μετρητά. Αλλά όσοι χρωστούσαν συνέχιζαν να παραγγέλνουν δουλειές, το φέσι μεγάλωνε και αν τους έκοβες και έλεγες «δεν την κάνω τη δουλειά αν δεν με πληρώσεις», κινδύνευες να χάσεις και όσα σου χρωστούσαν – φαύλος κύκλος. Τότε λοιπόν, γύρω στο 2013-14, αποφάσισα ότι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει αυτή η ιστορία είναι να κλείσω το στούντιο –δεν χρωστούσα σε κανέναν– και να μαζέψω όσα μπορούσα. Τους κυνήγησα πολύ για να πάρω τα χρήματα, αλλά έκαψα και την αγορά, γιατί πώς θα ξαναδουλέψω με αυτούς που μου φάγανε τα λεφτά ή θα ξαναδουλέψουν με μένα που τους πήγα στα δικαστήρια; Έτσι είπα «δεν πειράζει, ό,τι ζήσαμε ζήσαμε». Και από τότε επικράτησε αυτή η ιστορία, βγαίνουν με το ένα δέκατο του κόστους που απαιτεί ένα σοβαρό περιοδικό και δεν θα πάρουν καν ανθρώπους που γράφουν καλά, παίρνουν ανθρώπους που κοστίζουν λίγο, η ποιότητα δεν τους αφορά καθόλου.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνω κοσμική ζωή, δούλευα και γούσταρα και ήθελα να με εκτιμούν και να με πληρώνουν. Ένα πράγμα έμαθα στην καριέρα μου: ουδείς βεβαιότερος εχθρός του ευεργετηθέντος – αχτύπητη αλήθεια. Όλα αυτά τα χρόνια μαζεύτηκε πολλή σαβούρα γύρω μου και έπρεπε να διεκπεραιώσω πολλά ζητήματα. Αλλά βρήκα την ευκαιρία να ασχοληθώ με εμένα, να περάσω λίγο καλά. Άρχισα να ταξιδεύω και να φωτογραφίζω τις φυλές στην Αιθιοπία, άρχισα να ζωγραφίζω, να τακτοποιώ τη ζωή μου, τα αρχεία μου. Να βλέπω μια ταινία και να μη βλέπω τον κόκκο, αλλά το φως, την υπόθεση. Η ζωή έχει άλλες ποιότητες που τις χάνουμε. Με πιάνει μια ρομαντική διάθεση, «αχ, να έκανα κάτι όπως άλλοτε», αλλά μόλις σκέφτομαι το παρακάτω δεν θέλω να το ξανακάνω. Είχα πολύ λίγη επαφή με την πραγματικότητα, ζούσα σε μια τρέλα δουλειάς που κάλυπτε και τα προβλήματα, δεν είχα περιθώριο ούτε να αρρωστήσω, αρρώσταινα στις διακοπές. Δεν μετάνιωσα όμως, θεωρώ ότι έτσι είναι η ζωή μου και είμαι προνομιούχος που κατάφερα να κάνω αυτό που μου άρεσε και να το πληρωθώ, κάτι που άλλοι συνάδελφοί μου δεν κατάφεραν. Μετάνιωσα που δεν έκανα κι άλλα, αλλά δεν ζήλεψα ποτέ. Και πάνω απ’ όλα, άρχισα να δίνω χώρο και χρόνο και στους ανθρώπους που αγαπώ.

• Προσπαθώ να αποκωδικοποιήσω αυτό που συμβαίνει στην εικόνα σήμερα και αυτά που σκέφτομαι δεν με κάνουν αισιόδοξο. Έχει γίνει φτηνό αντίγραφο, κακέκτυπο. Πάντα οι άνθρωποι πήγαιναν στην εύκολη λύση, αλλά αυτό είναι τώρα κανόνας. Δεν προσφέρουν κάτι νέο στο κομμάτι που λέγεται φωτογραφία, όλο το ψάξιμο δεν γίνεται για ένα περιοδικό αλλά για το Instagram. Ήρθε και το ΑΙ, που έχει και ελαττώματα και προτερήματα, μας κάνει και καλό και κακό, αλλά στην εικόνα μας προσφέρει το faster and cheaper. Σε αυτήν τη διαδικασία είμαστε σαν να πηγαίνουμε κατευθείαν σε έναν τοίχο. Μπορεί και αυτό να είναι καλό και όλη αυτή η καταστροφή να φέρει κάτι καινούργιο, ας περιμένουμε να το δούμε.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Φωτογραφία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Νίκος Οικονομόπουλος: «Οι μοδάτοι φωτογραφίζουν σήμερα με φιλμ· αλλά η ψηφιακή είναι μακράν ανώτερη φωτογραφία»

Νίκος Οικονομόπουλος / Νίκος Οικονομόπουλος: «Οι μοδάτοι φωτογραφίζουν σήμερα με φιλμ· αλλά η ψηφιακή είναι μακράν ανώτερη φωτογραφία»

Σε μια σπάνια συνέντευξή του, ο διεθνούς φήμης φωτογράφος του Magnum μιλά στον M. Hulot για την συναρπαστική φωτογραφική του ανέλιξη και τις σκέψεις του πάνω στα αιώνια διλήμματα της τέχνης του.
M. HULOT
Σπύρος Στάβερης: Ο σπουδαίος Έλληνας φωτογράφος σε μια σπάνια εξομολόγηση για την τέχνη του... Φωτογραφημένος από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο σε ένα μπαρ με trans της Κωνσταντινούπολης, 1992

Φωτογραφία / Σπύρος Στάβερης: Ο σπουδαίος Έλληνας φωτογράφος σε μια σπάνια εξομολόγηση για την τέχνη του

«Με το είδος αυτό του θράσους που αποκτάς στον δρόμο συντελείται μια μετάλλαξη, αποκτάς άλλη αυτοπεποίθηση, μαθαίνεις να ελίσσεσαι σε οποιεσδήποτε συνθήκες και να ξεπερνάς τις αναστολές σου».
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η μέρα που ο Bowie επισκέφτηκε μια ψυχιατρική κλινική και η εμπειρία άλλαξε τη ζωή του

Φωτογραφία / Η μέρα που ο Bowie επισκέφτηκε μια ψυχιατρική κλινική και η εμπειρία άλλαξε τη ζωή του

Για πρώτη φορά εκτίθενται οι φωτογραφίες από τη «συντριπτική» επίσκεψή του το 1994 σε μια ψυχιατρική δομή της Αυστρίας και η συνάντησή του με τους καλλιτέχνες-τρόφιμους του ιδρύματος.
THE LIFO TEAM
«The Face»: το περιοδικό που σημάδεψε την αισθητική μιας ολόκληρης γενιάς

Φωτογραφία / «The Face»: Το περιοδικό που σου έλεγε πώς να ζεις

Το θρυλικό έντυπο που σημάδεψε την αισθητική μιας ολόκληρης γενιάς, καταγράφοντας όλες τις υποκουλτούρες της δεκαετίας του ’80 και του ’90 με εξαιρετικά κείμενα και πρωτοποριακές φωτογραφίες, είναι ακόμα επιδραστικό.
M. HULOT
Bill Georgoussis: «Από τα περιοδικά δεν ζεις πια, έχουν γίνει πολυτέλεια»

Οι Αθηναίοι / Bill Georgoussis: «Από τα περιοδικά δεν ζεις πια, έχουν γίνει πολυτέλεια»

Κάνοντας σκέιτ, φωτογράφιζε cool και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Όταν κατάλαβε ότι έτσι πιάνει το ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και μετατρέπει το στιγμιότυπο σε έργο τέχνης, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία. Ο Bill Georgoussis αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Στη Θεσσαλονίκη θα περάσεις τέλεια, όποιο κι αν είναι το vibe σου

Εικαστικά / Στη Θεσσαλονίκη θα περάσεις τέλεια, όποιο κι αν είναι το vibe σου

Από την έκθεση με τις φωτογραφίες της Φρίντα Κάλο μέχρι τις άπειρες συναυλίες: Αυτά τα 22 events αξίζουν την προσοχή σας στην αγαπημένη πόλη της Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΙΝΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑ, ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ & ΧΡΗΣΤΟ ΠΑΡΙΔΗ
Enri Canaj: «Η φωτογραφία με έκανε καλύτερο άνθρωπο»

Φωτογραφία / Ένρι Τσανάι: «Η φωτογραφία με έκανε καλύτερο άνθρωπο»

Mια έκθεση με αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς του πάνω στο προσφυγικό, μια εμπειρία που του είναι αρκετά οικεία όντας παιδί μεταναστών, είναι η αφορμή για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον διακεκριμένο φωτογράφο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Επιτρέπεται να θαυμάζουμε σήμερα τη Λένι Ρίφενσταλ;

Ιδέες / Επιτρέπεται να θαυμάζουμε σήμερα τη Λένι Ρίφενσταλ;

Με αφορμή το νέο ντοκιμαντέρ για μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του 20ού αιώνα, ξαναθυμόμαστε τι είχαν απαντήσει στη LiFO οι Πέπη Ρηγοπούλου, Θωμάς Μοσχόπουλος, Δημήτρης Στεφανάκης, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Πάνος Κούτρας και Θεόφιλος Τραμπούλης.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Juergen Teller: «Παίρνω το χιούμορ πολύ στα σοβαρά»

Φωτογραφία / Juergen Teller: «Παίρνω το χιούμορ πολύ στα σοβαρά»

Παρακολουθώντας τη συζήτηση μεταξύ του φωτογράφου Juergen Teller και της καλλιτεχνικής διευθύντριας της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτης Παναγιωτάκου, στο πλαίσιο της έκθεσης «you are invited» στο Onassis Ready, μας αποκαλύφθηκε πού συναντιέται ο Πάπας Φραγκίσκος με τον O.J. Simpson και η Linda Evangelista με τον Καραβάτζιο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Στις φωτογραφίες του Γιούργκεν Τέλερ όλοι μεταμορφώνονται σε καθημερινά πρόσωπα

Φωτογραφία / Στις φωτογραφίες του Γιούργκεν Τέλερ όλοι μεταμορφώνονται σε καθημερινά πρόσωπα

Διεθνώς αναγνωρισμένος φωτογράφος, είδωλο των ’90s, πρότυπο των ’00s, ένας τύπος που φορά γυαλιστερά σορτσάκια σε φλούο χρώματα, σύζυγος και πατέρας, ντροπαλός ονειροπόλος ή Γερμανός παραμυθάς της εικόνας; Με αφορμή την έκθεσή του που ξεκινά σήμερα στο Onassis Ready ανατρέχουμε στο έργο ενός από τους σημαντικότερους φωτογράφους της εποχής μας.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Χους εις τέφραν, εις ύδωρ. Στα νερά του Γάγγη κλείνει ο κύκλος

Φωτογραφία / Άλλη μια μέρα στον Γάγγη που καίνε νεκρούς

Μια φωτογραφική περιπλάνηση στο Βαρανάσι και στον κόσμο του, με τελικό προορισμό τον Γάγγη, όπου η καύση νεκρών, παρότι ενέχει το στοιχείο του μεταφυσικού, μοιάζει με μία ακόμα καθημερινή δραστηριότητα.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ