Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ φέρνει τόσο άγνωστες δυσκολίες και έντονα βιώματα, που όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας δύσκολα μπορούν να συλληφθούν γρήγορα και να κατανοηθούν σε βάθος. Μια ανεπαίσθητη, αλλά σημαντική αλλαγή που φαίνεται να συμβαίνει είναι και αυτή στη δημόσια τηλεόραση, του κοιμώμενου γίγαντα της ελληνικής μιντιακής πραγματικότητας.

 

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ανυπαρξία σε επίπεδο τηλεθέασης του δημόσιου τηλεοπτικού σταθμού υπήρξε από τις πιο περίεργες ιδιομορφίες της σύγχρονης Ελλάδας, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που, παρότι πέρασαν κι αυτές σε ένα πιο πλουραλιστικό τοπίο, δεν είδαν να εξαφανίζεται η απήχηση της δημόσιας τηλεόρασής τους. Το 1989, η χρονιά κατά την οποία έρχεται με καθυστέρηση η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση και στη χώρα μας, σηματοδοτεί το τέλος κάθε ουσιαστικής επιρροής των δημόσιων καναλιών.

 

Η χρόνια εξάρτηση της ΕΡΤ από τα πολιτικά κελεύσματα της εκάστοτε κυβέρνησης τη στιγμάτισε κυρίως ως έναν πελατειακό μηχανισμό προπαγάνδας και έτσι υπέσκαψε ανεπανόρθωτα το κύρος της. Την εποχή των μνημονίων το «αδειανό πουκάμισο» της ΕΡΤ έγινε πολιτικό ζήτημα, το προσωρινό της κλείσιμο έφερε σφοδρές αντιπαραθέσεις, μέχρι που δημιούργησε και εικονικούς νεκρούς.


Προφανώς, τίποτε απ' όλα αυτά δεν έχει ξεπεραστεί απολύτως σήμερα. Όμως υπάρχουν σοβαρά σημάδια ότι γίνονται κάποιες αξιόλογες προσπάθειες η ΕΡΤ να ξαναμπεί στον χάρτη των επιλογών των τηλεθεατών, και μάλιστα σε ορισμένα σημεία να καινοτομήσει με τρόπο που τα ιδιωτικά κανάλια ακόμα δεν τα έχουν καταφέρει ιδιαίτερα. Η ίδια η μεταμόρφωσή της σε ERTFLIX είναι ένας τεχνολογικός εκσυγχρονισμός που φαίνεται να πρωτοπορεί, τουλάχιστον όσον αφορά τα μη συνδρομητικά κανάλια, δίνοντας δυνατότητες εξατομικευμένης (on demand) τηλεοπτικής παρακολούθησης.

 

Το κοινό από την περίοδο της πρώτης καραντίνας φαίνεται να έχει αγκαλιάσει με τρόπο αναπάντεχο αυτήν τη μερική μεταμόρφωση. Ήδη σημειώνονται 200.000 καθημερινές επισκέψεις στη διαδικτυακή πλατφόρμα του ERTFLIX, ενώ πάνω από 1 εκατομμύριο τηλεθεατές χρησιμοποιεί το σχετικό application στις τηλεοράσεις του. Μιλάμε για πρωτόγνωρα νούμερα για ένα μέσο που ουσιαστικά, εδώ και τρεις δεκαετίες, είχε βγει από τη λίστα επιλογών των τηλεθεατών.

 

Προφανώς, στο πρόγραμμα της ΕΡΤ υπάρχουν ακόμα στοιχεία του δεν ακολουθούν τη στροφή σε μια νέα τηλεοπτική πραγματικότητα. Όμως θα ήταν εντελώς ανεδαφικό να πιστεύει κανείς ότι σε μια μέρα μπορούν να αλλάξουν όλα σε έναν οργανισμό που μέχρι τώρα έδειχνε μόνο γραφειοκρατικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις.


Πέρα από τη σταδιακή μεταμόρφωσή της σε μια σύγχρονη τεχνολογική πλατφόρμα τηλεθέασης, η ΕΡΤ φαίνεται να κάνει σημαντικά βήματα και στο περιεχόμενο, κι αυτό να βρίσκει απήχηση στο κοινό και όχι σε κάποιους θεατές ειδικών ενδιαφερόντων, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Την εποχή που τα ιδιωτικά κανάλια, μάλλον χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, επενδύουν κυρίως στο φτηνό προϊόν ξεπερασμένων φορμάτ ριάλιτι, η ΕΡΤ αρχίζει να μπαίνει ξανά στον χάρτη της τηλεοπτικής μυθοπλασίας.

 

Εξέχον παράδειγμα εδώ φαίνεται πως είναι η σειρά «Τα καλύτερά μας χρόνια» σε σκηνοθεσία της Όλγας Μαλέα, όπου με όχημα τη νοσταλγία της δεκαετίας του '60 και του '70 έρχεται να πραγματευτεί με διασκεδαστικό τρόπο μια περίοδο που ελάχιστα έχει γίνει κατανοητή στην πλήρη συνθετότητά της και πέρα από τη ζοφερή πραγματικότητα της χούντας. Η σειρά, χωρίς να αποφεύγει καθόλου την πολιτική διάσταση της εποχής, σεναριακά προκρίνει να μιλήσει για εκείνες τις αχαρτογράφητες αλλαγές της εποχής που συμβαίνουν σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτισμικό και ιδεολογικό, οι οποίες ουσιαστικά θα επιφέρουν το οριστικό πλήγμα στη δικτατορία των συνταγματαρχών.

 

Το θέμα της σειράς είναι η Ελλάδα ως υβρίδιο μοντέρνων και συντηρητικών προτύπων, του κατηχητικού αλλά και των τηλεοπτικών αστέρων και των κόμικ, της μόδας και της παράδοσης, η Ελλάδα ως μια διαρκής ταλάντευση μεταξύ οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών, δημοκρατίας και αυταρχισμού, ευαισθησίας και αδράνειας. Ένα απαιτητικό εγχείρημα που ακολουθεί μια ανάλαφρη αφήγηση με αναφορές στην αισθητική Δαλιανίδη, χωρίς βαρύγδουπους φορμαλισμούς, που όμως παράγει εικόνες νοσταλγικού αναστοχασμού για τους μεγαλύτερους και γνωριμίας με ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν για τους νεότερους.

 

Τα νούμερα της AGB και στην πλατφόρμα του ERTFLIX δείχνουν ότι με αυτήν τη σειρά η δημόσια τηλεόραση εισάγει ένα αφηγηματικό τρίπτυχο, δημοφιλές στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο (Peppermint, Πολίτικη Κουζίνα, ταινίες της ίδιας της Μαλέα), αλλά αναξιοποίητο στην ελληνική τηλεόραση: Ιστορία, κοινωνικές ταυτότητες, καθημερινός πολιτισμός.

 

Η εκπομπή «Μουσικό Κουτί» με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τη Ρένα Μόρφη.
Η εκπομπή «Μουσικό Κουτί» με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τη Ρένα Μόρφη.


Άλλη μια ένδειξη της στροφής που επιχειρείται στην ΕΡΤ είναι η εκπομπή «Μουσικό Κουτί» με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τη Ρένα Μόρφη, που έρχεται να θυμίσει σε όλους εμάς τους παλιότερους το «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» της δεκαετίας του '80 με τον Διονύση Σαββόπουλο αλλά και να πει στους νεότερους ότι υπάρχει τρόπος προβολής της ελληνικής μουσικής χωρίς την «ταβερνοποίησή» της, χωρίς ένα ατελείωτο και γραφικό Greek dance (το ίδιο, άλλωστε, επιχειρεί και το Mega κάθε Σάββατο βράδυ).

 

Το «Μουσικό Κουτί» από την πρώτη εκπομπή δείχνει να αναζητά τις μουσικές μείξεις που έτσι κι αλλιώς έχουν ποτίσει το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι στις καλύτερες στιγμές του, νέους καλλιτέχνες, όπως και μια συμφιλιωτική ατμόσφαιρα μετά την πόλωση των αντιμνημονιακών χρόνων που επηρέασαν και το καλλιτεχνικό πεδίο. Είναι ακόμη νωρίς, αλλά η προσωπικότητα και η διαδρομή του Νίκου Πορτοκάλογλου εγγυώνται ότι το σενάριο είναι ήδη γραμμένο πάνω σε αυτό το πεντάγραμμο, του οποίου ο ίδιος έχει αποτελέσει τον πιο πιστό εμπνευστή του, του έντεχνα ακατάτακτου λαϊκού ελληνικού τραγουδιού.


Προφανώς, στο πρόγραμμα της ΕΡΤ υπάρχουν ακόμα στοιχεία που δεν ακολουθούν τη στροφή σε μια νέα τηλεοπτική πραγματικότητα. Όμως θα ήταν εντελώς ανεδαφικό να πιστεύει κανείς ότι σε μια μέρα μπορούν να αλλάξουν όλα σε έναν οργανισμό που μέχρι τώρα έδειχνε μόνο γραφειοκρατικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις.

 

Άλλωστε, ο πλουραλισμός είναι ένα σημαντικό ζητούμενο για ένα δημόσιο μέσο που δεν χρειάζεται να ακολουθεί ούτε την αποτυχημένη συνταγή ενός υποτιθέμενου ποιοτικού ελιτισμού ούτε βέβαια να δεσμεύεται απόλυτα από τα εκάστοτε κελεύσματα της τηλεοπτικής αγοράς. Η δημόσια τηλεόραση είναι το μέσο όπου πρέπει να βρίσκει ο καθένας ένα κανάλι των ενδιαφερόντων του.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.