Η Λιουμπόβ Ποπόβα ήταν η αγαπημένη ζωγράφος του συλλέκτη Γιώργου Κωστάκη. Παρότι δεν την είχε γνωρίσει, γιατί πέθανε σε νεαρή ηλικία το 1924, την αποκαλούσε χαϊδευτικά με το μικρό της όνομα, «Λιούμποτσκα». Η Ποπόβα θεωρείται σήμερα από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της περιόδου της ρωσικής πρωτοπορίας και μία από τις μεγαλύτερες καλλιτέχνιδες του 20ού αιώνα, καθώς δεν περιορίστηκε μόνο στη ζωγραφική αλλά επέκτεινε τη δραστηριότητά της στην τέχνη της παραγωγής, έκανε μοναδικά γραφιστικά σχέδια, δούλεψε για το θέατρο, σχεδίασε υφάσματα και ρούχα και, κυρίως, ποτέ δεν έπαψε να πειραματίζεται.

 

Το έργο της άργησε να αναγνωριστεί. Το 1977, όταν η επιτροπή του σοβιετικού υπουργείου Πολιτισμού αποφάσιζε ποια έργα της συλλογής θα άφηνε ο Κωστάκης στη Μόσχα, κανείς δεν επέμεινε ιδιαίτερα για την Ποπόβα, εκτός από τον ίδιο τον συλλέκτη, που ήθελε να αφήσει στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ ορισμένα από τα έργα της. Για τα περισσότερα πήρε άδεια εξαγωγής και τα έφερε μαζί του φεύγοντας. Έτσι, σήμερα το MOMus - Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης - Συλλογή Κωστάκη στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να κατέχει τον μεγαλύτερο αριθμό έργων της Λιουμπόβ Ποπόβα από οποιοδήποτε άλλο μουσείο. Έργα που διατρέχουν όλη τη διαδρομή της στην τέχνη από τις αρχές του 20ού αιώνα ως το 1924.

 

Με τη βοήθεια επαναλαμβανόμενων μοτίβων και δυναμικών μορφών εισάγει στην επιφάνεια του πίνακα μεμονωμένα γράμματα, σαν να μεταφέρει αναπαραστατικά τον ήχο της κίνησης, και οι επιφάνειες γίνονται λιγότερο στατικές. Ο όρος «κυβοφουτουρισμός» εξαπλώνεται γρήγορα στη Ρωσία και αποτελεί το λάβαρο ενός ολόκληρου καλλιτεχνικού κινήματος. 

 

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της Ποπόβα, που καθόρισαν το έργο της, ήταν η δίχρονη παραμονή της στο Παρίσι, όπου ταξίδεψε το 1912 για να σπουδάσει τον κυβισμό. Tην ίδια εποχή σπούδαζαν μαζί της στο Παρίσι τρεις Ρωσίδες φίλες της, οι ζωγράφοι Ναντιέζντα Ουνταλτσόβα και Βέρα Πέστελ και η γλύπτρια Βέρα Μούχινα. Μαζί τους ήταν και ο ιστορικός τέχνης Μπορίς Τερνοβέτς, ο οποίος έγραψε: «Όποιος δεν έζησε στο Παρίσι τα χρόνια πριν από τον πόλεμο, δεν μπορεί να φανταστεί την εικόνα της απαράμιλλης αυτής πόλης με τη λεπταίσθητη, εκστατική της ατμόσφαιρα, την εμπλουτισμένη με τα διασταυρούμενα πνευματικά ρεύματα και ταυτόχρονα με μια γοητευτική ελαφρότητα, με μια ανέμελη ευθυμία της ζωής…».

 

Στο Παρίσι, οι δάσκαλοι της σχολής «Λα Παλέτ» διακήρυτταν τις ιδέες και τις μεθόδους του κυβισμού. Οι Μετσενζέ, Λε Φοκονιέ και Ντινουαγιέ ντε Σεγκονζάκ μιλούσαν για τεχνικές λύσεις όσον αφορά τον χώρο, το χρώμα, την υφή, την πινελιά και το κολάζ, τη δυναμική των μορφών. Η Ποπόβα έγινε ενεργή κοινωνός μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας που δεν προέκυπτε από το περιεχόμενο αλλά πρωτίστως επιδίωκε την τελειότητα της σύνθεσης, δεν πήγαζε από τις φιλοσοφικές θεωρίες αλλά βασιζόταν άμεσα στην εφαρμογή της τεχνικής μεθόδου, θεμέλια της οποίας ήταν το χρώμα, η γραμμή, το φως και ο όγκος. Ο κυβισμός φάνταζε στα μάτια της νεαρής Λιουμπόβ σαν το ύψιστο στάδιο στην εξέλιξη της ζωγραφικής.

 

Η Ποπόβα, προφανώς, γνώριζε και τους φουτουριστές, καθώς καταλάμβαναν μία από τις πιο κεντρικές θέσεις στην καλλιτεχνική σκηνή του Παρισιού. Απελευθερωμένη από τον διδακτισμό της σχολής «Λα Παλέτ» και από τις διαμάχες μεταξύ των κυβιστών και των φουτουριστών, η Ποπόβα, με την αναγκαστική επιστροφή της στη Μόσχα το 1914, όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, στρέφεται και στον φουτουρισμό και μεθοδικά πια προσπαθεί να ενώσει τις αρχές του κυβισμού και του φουτουρισμού. Προσπαθεί να απεικονίσει στα έργα της την αίσθηση της ταχύτητας και του χρόνου.

 

Στο Παρίσι η Ποπόβα έγινε ενεργή κοινωνός μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας που δεν προέκυπτε από το περιεχόμενο αλλά πρωτίστως επιδίωκε την τελειότητα της σύνθεσης, δεν πήγαζε από τις φιλοσοφικές θεωρίες αλλά βασιζόταν άμεσα στην εφαρμογή της τεχνικής μεθόδου, θεμέλια της οποίας ήταν το χρώμα, η γραμμή, το φως και ο όγκος. Ο κυβισμός φάνταζε στα μάτια της νεαρής Λιουμπόβ σαν το ύψιστο στάδιο στην εξέλιξη της ζωγραφικής.
Στο Παρίσι η Ποπόβα έγινε ενεργή κοινωνός μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας που δεν προέκυπτε από το περιεχόμενο αλλά πρωτίστως επιδίωκε την τελειότητα της σύνθεσης, δεν πήγαζε από τις φιλοσοφικές θεωρίες αλλά βασιζόταν άμεσα στην εφαρμογή της τεχνικής μεθόδου, θεμέλια της οποίας ήταν το χρώμα, η γραμμή, το φως και ο όγκος. Ο κυβισμός φάνταζε στα μάτια της νεαρής Λιουμπόβ σαν το ύψιστο στάδιο στην εξέλιξη της ζωγραφικής.
 

 

Με τη βοήθεια επαναλαμβανόμενων μοτίβων και δυναμικών μορφών εισάγει στην επιφάνεια του πίνακα μεμονωμένα γράμματα, σαν να μεταφέρει αναπαραστατικά τον ήχο της κίνησης, και οι επιφάνειες γίνονται λιγότερο στατικές. Ο όρος «κυβοφουτουρισμός» εξαπλώνεται γρήγορα στη Ρωσία και αποτελεί το λάβαρο ενός ολόκληρου καλλιτεχνικού κινήματος.

 

O πίνακας με τίτλο «Γυναίκα που ταξιδεύει» είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της κυβοφουτουριστικής περιόδου της Ποπόβα αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα διεθνώς για τις τεχνικές εξέλιξης του κυβισμού που εφαρμόζει. Στη Συλλογή Κωστάκη, στο MOMus, φυλάσσεται σήμερα ο γνωστός αυτός, μεγάλων διαστάσεων πίνακας (λάδι σε μουσαμά, 158,5 x 123 εκ.). Με τον ίδιο τίτλο υπάρχει και ένας πίνακας που βρίσκεται στη συλλογή του Μουσείου Norton Simon στην Πασαντίνα της Καλιφόρνιας και προέρχεται επίσης από τη Συλλογή Κωστάκη.

 

Ο διακεκριμένος μελετητής της ρωσικής πρωτοπορίας, Ανατόλι Στριγκαλιόφ, υποστηρίζει ότι το έργο που παρουσιάστηκε στην «0,10» με τον τίτλο «Γυναίκα που ταξιδεύει» είναι αυτό της συλλογής του Μουσείου Norton Simon επειδή αναπαριστά με μεγαλύτερη σαφήνεια μια γυναικεία μορφή που είναι καθισμένη σε κουπέ τρένου και κρατά ομπρέλα. Ο Στριγκαλιόφ προτείνει νέα ονομασία στο έργο της Συλλογής Κωστάκη στη Θεσσαλονίκη, τιτλοφορώντας το «Άντρας που ταξιδεύει», επειδή υπάρχουν κυρίως στοιχεία αντρικής φιγούρας (π.χ. φράκο, καπέλο) και όχι γυναικείας.

  

Το έργο με τίτλο «Γυναίκα που ταξιδεύει» από τη Συλλογή Κωστάκη στο MOMus της Θεσσαλονίκης συγκεντρώνει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί πρόκειται για ένα απολύτως συνθετικό έργο που περικλείει λεπτομέρειες, στοιχεία και πειραματικές φόρμες. Στο πίσω μέρος του μουσαμά αναγράφεται ο τίτλος στα ρωσικά: «Puteshesvennitsa» (Γυναίκα που ταξιδεύει).

 

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ενδιαφέρον στοιχείο που δίνει λύση στο ζήτημα των δύο «Γυναικών που ταξιδεύουν». Στον κατάλογο της μεταθανάτιας έκθεσης της Ποπόβα που έγινε στη Μόσχα το 1924 αναφέρεται ότι παρουσιάζεται το έργο «Γυναίκα που ταξιδεύει (δεύτερη παραλλαγή)». Στις φωτογραφίες που έχουν σωθεί από εκείνη την έκθεση βλέπουμε να εικονίζεται καθαρά στον τοίχο το έργο που σήμερα βρίσκεται στη Συλλογή Norton Simon. Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο πίνακας της συλλογής Norton Simon είναι η «δεύτερη παραλλαγή» της «Γυναίκας που ταξιδεύει», ενώ ο ομώνυμος πίνακας της Συλλογής Κωστάκη του MOMus είναι η πρώτη.

 

Ο πίνακας αυτός έχει επισημανθεί επανειλημμένως στη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ υπάρχει μια άποψη ότι πρόκειται για αυτοβιογραφικό έργο που αναπαριστά τις αναμνήσεις της καλλιτέχνιδος από τα ταξίδια της στην Ευρώπη την περίοδο 1912-14. 

 

Το MOMus - Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης - Συλλογή Κωστάκη

Το MOMus - Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης - Συλλογή Κωστάκη (πρώην Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης) έχει ως αρμοδιότητά του τη συντήρηση, μελέτη, ανάδειξη και προβολή των εικαστικών, ως επί το πλείστον, επιτευγμάτων της μοντέρνας τέχνης και ιδίως της διεθνούς σπουδαιότητας Συλλογής Κωστάκη με έργα της ρωσικής πρωτοπορίας (1900-1930), καθώς και έργων Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών τα οποία συγκαταλέγονται στην αισθητική περίοδο του μοντερνισμού. Βασικοί άξονες του μουσείου είναι επίσης η εκπαίδευση του κοινού, η παραγωγή επιστημονικών εκδόσεων, η κινητικότητα των έργων των συλλογών του και η εξωστρέφειά του με συνεργασίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό με άλλα ιδρύματα και μουσεία. Το μουσείο υποστηρίζει ενεργά την έρευνα και υποδέχεται επιστήμονες και φοιτητές που έχουν ως αντικείμενο τη μελέτη της ρωσικής πρωτοπορίας.

 

Επιμέλεια: Χρήστος Παρίδης