Η Ελένη Μυριβήλη
Η Ελένη Μυριβήλη, Επικεφαλής Αντιμετώπισης Αστικής Υπερθέρμανσης στον δήμο Αθηναίων.

Η ΑΘΗΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ πυκνοκατοικημένη και άναρχα δομημένη πόλη, στην οποία κυριαρχούν ένα γερασμένο κτιριακό απόθεμα, που δημιουργεί υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, και επιφάνειες χαμηλής ανακλαστικότητας, ενώ οι περιβαλλοντικές υποδομές είναι ελάχιστες.  

 

Συγχρόνως, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι παρούσες και πλέον καλούμαστε συχνά να αντιμετωπίσουμε καύσωνες, τοπικές πλημμύρες αλλά και την κακή ποιότητα του αέρα. Ήδη, αυτό το καλοκαίρι αποτέλεσε μια πικρή πρόγευση για το τι θα ακολουθήσει στο άμεσο μέλλον.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι τον φετινό Αύγουστο το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας ήταν έντονο, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας η θερμοκρασία εδάφους ξεπέρασε τοπικά τους 55°C.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, σε συνδυασμό με τις ολοένα και αυξανόμενες θερμοκρασίες, δημιουργεί μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές της τάξης των 6, 7 ή ακόμα και 10°C μεταξύ του κέντρου της πόλης και των προαστίων. Για το φαινόμενο αυτό ευθύνονται κυρίως η πυκνότητα δόμησης και η κακή ποιότητα του δομημένου αστικού ιστού, σε συνδυασμό με την αυξημένη χρήση κλιματιστικών και την απουσία πράσινων ανοιχτών χώρων.

 

Μπορεί, λοιπόν, η ζωή μας στην πόλη να γίνει αφόρητη; Υπάρχει σχέδιο αντιμετώπισης; Η Ελένη Μυριβήλη είναι η πρώτη Επικεφαλής Αντιμετώπισης της Αστικής Υπερθέρμανσης (Chief Heat Officer). Ήταν μια απόφαση του δήμου Αθηναίων σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τα αυξανόμενα προβλήματα που προκαλούν οι καύσωνες, όπως συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης.

 

Στη συνάντησή μας η κ. Μυριβήλη εξηγεί ότι η πρωτοβουλία του δημάρχου Αθηναίων Κώστα Μπακογιάννη να την ορίσει Chief Heat Officer είναι μια κίνηση κατά το πρότυπο της Miami-Dade στη Φλόριντα των ΗΠΑ. Μάλιστα, η Αθήνα είναι η πρώτη πόλη στην Ευρώπη που δημιουργεί θέση υπευθύνου για την υπερθέρμανση με στόχο την εξεύρεση νέων λύσεων για την αντιμετώπιση των δυσάρεστων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

 

«Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μια σειρά πόλεων θα επικεντρωθούν σε δράσεις προστασίας των πληθυσμών αλλά και του μετριασμού των υψηλών αστικών θερμοκρασιών, έχοντας την υποστήριξη του Adrienne Arsht-Rockefeller Foundation Resilience Center. Ουσιαστικά, η Αθήνα εντάσσεται ως ιδρυτικό μέλος στη διεθνή πρωτοβουλία City Champions for Heat Action της Extreme Heat Resilience Alliance αλλά και του Ατλαντικού Συμβουλίου, ενώ ως επικεφαλής της διυπηρεσιακής ομάδας εργασίας του δήμου Αθηναίων έχουμε σκοπό να θωρακίσουμε την πόλη από τα επερχόμενα κύματα καύσωνα».

 

Ο βασικός τρόπος για να μειώσουμε τις θερμοκρασίες στην πόλη είναι η δημιουργία περισσότερου πρασίνου μέσω του πολλαπλασιασμού της δεντροφύτευσης είτε στο κέντρο είτε στις 129 γειτονιές της πρωτεύουσας. Επίσης, μέσω της αναβάθμισης των υφιστάμενων αστικών μας πνευμόνων, όπως ο Εθνικός Κήπος, ο Λυκαβηττός, ο λόφος του Στρέφη και ο λόφος του Φιλοπάππου.

 

Κατά τη συνομιλία μας η κ. Μυριβήλη είναι ξεκαθαρίζει: «Αν δεν σοβαρευτούμε και δεν εντάξουμε το κλίμα στις βασικές πολιτικές προτεραιότητες, το μέλλον μας προβλέπεται δυσοίωνο και η Αθήνα να μετατραπεί σε μια πόλη μη κατοικήσιμη. Είναι απαραίτητο να αλλάξει άμεσα ο σχεδιασμός με γνώμονα το περιβάλλον και τη θερμότητα. Για παράδειγμα, η έναρξη θα πρέπει να γίνει με τη θεσμική μεταρρύθμιση της δημιουργίας Μητροπολιτικής Διακυβέρνησης, η οποία σημαίνει σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και τομέων ευθύνης.

 

Για την Αττική δεν έχει κανένα νόημα να λαμβάνει αποφάσεις μόνον ο δήμος Αθηναίων σε ποικίλες ενέργειες ανθεκτικότητας, χωρίς οι πενήντα τέσσερις δήμοι να δρουν ταυτόχρονα με τις δικές τους ιδέες και ενέργειες ως ενιαίο διοικητικό αστικό συγκρότημα. Ωστόσο, εξ όσων γνωρίζω, δεν νομίζω ότι αυτό βρίσκεται στις άμεσες προτεραιότητες της κυβέρνησης.

 

Επίσης, από τις βιομηχανίες και τον τουρισμό μέχρι τους χώρους πρασίνου και τις παιδικές χαρές, όλα πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα ανησυχητικά δεδομένα. Ζούμε σε μια κρίσιμη διεθνή συγκυρία και θα το πω ξανά: μέχρι στιγμής δεν έχουμε αντιληφθεί με τη δέουσα σοβαρότητα όλα όσα μας απειλούν.

 

Ελπίζω, όμως, μετά απ’ αυτό το καλοκαίρι να κατανοήσαμε τους κινδύνους και να συμμετάσχουμε ενεργά στην καταπολέμηση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής. Η πόλη μας, όπως και όλες οι σύγχρονες πόλεις, έρχεται σταδιακά αντιμέτωπη με ορατούς κινδύνους από την αύξηση της θερμοκρασίας, τα ακραία καιρικά φαινόμενα που μας επηρεάζουν όλους. Το βλέπουμε ακόμη και τις νύχτες, οπότε η θερμότητα πλέον εγκλωβίζεται εντός του αστικού ιστού, εξαιτίας της πυκνής δόμησης και της χρήσης υλικών».  

 

Στη συνέχεια με διαβεβαιώνει ότι ο ρόλος που έχει αναλάβει την αγχώνει υπερβολικά, διότι επιβάλλει τη γοργή κινητοποίηση όλων των υπευθύνων, προκειμένου να αναλάβουν άμεση δράση για την ενημέρωση, την προστασία και τον ανασχεδιασμό της πόλης. «Αν δεν υπάρξει πολιτική βούληση, τίποτε απ’ αυτά δεν πρόκειται να γίνει και γρήγορα θα ξεχαστούν όλα», υποστηρίζει. Και συμπληρώνει, ξεδιπλώνοντας τους βασικούς πυλώνες του σχεδίου που φιλοδοξεί να εφαρμοστεί άμεσα:

 

«Αρχικός μας στόχος είναι η απόκτηση της τεχνογνωσίας μέσω της έναρξη της συνεργασίας της Αθήνας με τη διεθνή Συμμαχία Ανθεκτικότητας έναντι της Ακραίας Ζέστης (Extreme Heat Resilience Alliance - EHRA). Στη συνέχεια, το Σχέδιο της Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή περιλαμβάνει διάφορες δράσεις που αποσκοπούν στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών στην πόλη, έχοντας ως στρατηγικά σημεία τους χώρους πρασίνου.

 

Ειδικότερα, δημιουργία, επέκταση συντήρηση των χώρων πρασίνου, κλασικών, όπως τα πάρκα, αλλά και νέων μορφών, όπως οι κατακόρυφες φυτεύσεις. Τα “πάρκα τσέπης” είναι ήδη μία από τις πρωτοβουλίες των πρακτικών που θα ακολουθήσουμε, αλλά δεν αρκούν. Ο βασικός τρόπος για να μειώσουμε τις θερμοκρασίες στην πόλη είναι η δημιουργία περισσότερου πρασίνου μέσω του πολλαπλασιασμού της δεντροφύτευσης είτε στο κέντρο είτε στις 129 γειτονιές της πρωτεύουσας.

 

Επίσης, μέσω της αναβάθμισης των υφιστάμενων αστικών μας πνευμόνων, όπως ο Εθνικός Κήπος, ο Λυκαβηττός, ο λόφος του Στρέφη και ο λόφος του Φιλοπάππου. Παράλληλα, είναι απαραίτητο να δώσουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στο υδάτινο στοιχείο. Η αποκατάσταση των σιντριβανιών της πόλης, στην οποία έχουμε προχωρήσει έχει αποδείξει ότι μειώνουν αισθητά την θερμοκρασία. Μάλιστα, το παράδειγμα της πλατείας Ομονοίας είναι ενδεικτικό, αφού επηρεάζει σημαντικά το μικρόκλιμα της ευρύτερης περιοχής».

 

Πώς η Αθήνα θα γίνει μια βιώσιμη πόλη;
Η αποκατάσταση των σιντριβανιών της πόλης, στην οποία έχουμε προχωρήσει έχει αποδείξει ότι μειώνουν αισθητά την θερμοκρασία. Φωτο: Σωτήρης Δημητρόπουλος / Eurokinissi

 

Της αντιτείνω ότι ο καθένας θα αναρωτηθεί αν η δεντροφύτευση είναι η μοναδική επιλογή για να λυθεί το ακανθώδες πρόβλημα της ακραίας ζέστης. Στο σημείο αυτό η κ. Μυριβήλη υποστηρίζει: «Προφανώς, τα δέντρα, όταν δεν φυτεύονται ως ενιαίο σύνολο, δεν προσφέρουν ανάσες δροσιάς. Η λειτουργικότητά τους αυξάνεται όταν εντάσσονται, τουλάχιστον, σε ένα πλαίσιο αλσυλλίου. Φυσικά, οι μελέτες που θα γίνουν για την επιλογή δέντρων δεν θα πρέπει να γίνουν με κριτήρια του παρόντος αλλά κυρίως του μέλλοντος.

 

Ποια δέντρα θα μπορούν να αντέχουν τις μελλοντικές κλιματολογικές συνθήκες; Ποια δεν επηρεάζονται από τη διαρκή ξηρασία; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τα φλοιογόνα έντομα; Ζούμε σε μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα απ’ αυτήν που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Τα παλιά εργαλεία δεν ανταποκρίνονταν πια στις απαιτήσεις που υπάρχουν και έχουμε ανάγκη από καινοτόμες και σύγχρονες λύσεις».

 

696
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Η Αθήνα είναι μια γκρίζα πόλη με πυκνότητα πληθυσμού 17.040 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Οι περισσότεροι δημόσιοι χώροι βρίσκονται σε κακή κατάσταση εξαιτίας της έλλειψης πόρων και σχεδιασμού. Η κ. Μυριβήλη απαντά: «Επιδιώκουμε να δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα στους δημόσιους χώρους, οι οποίοι πρέπει να είναι σχεδιασμένοι κατάλληλα, με σκιάσεις, ψυχρά υλικά, και να δοθεί προτεραιότητα σε ήπιες μορφές μετακίνησης.

 

Παράλληλα, προέχει η αναβάθμιση των πράσινων υποδομών στο πλαίσιο της αναγέννηση των δημόσιων χώρων, καθώς και η προαγωγή της χρήσης των μικρών λαχανόκηπων σε σχολικές αυλές και η ανάπτυξη της αστικής γεωργίας στα πάρκα. Έχουμε υποχρέωση να ενημερώσουμε, να εκπαιδεύσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε τους πολίτες, όπως και τις υπηρεσίες του δήμου.

 

Επιπλέον, κρίνεται απαραίτητη η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, κάτι που θα επιτύχουμε όταν αποφασίσουμε να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας από δημόσια κτίρια και υποδομές.

 

Ξέρετε, στο Σίδνεϊ, όταν έχει καύσωνα, όλοι οι πάροχοι ηλεκτρισμού εκτρέπουν την τάση του ρεύματος, από τις μεγάλες βιομηχανίες, στις κατοικημένες περιοχές, προκειμένου να αποφύγουν το blackout. Αναλογιστείτε μόνο τι θα είχε συμβεί στις ευάλωτες και ευπαθείς ομάδες αν ο παρατεταμένος καύσωνας του φετινού Αυγούστου εμφανιζόταν στις αρχές Ιουλίου.

 

Επίσης, μην ξεχνάμε ότι χρειάζεται να επεκτείνουμε το δίκτυο κλιματιζόμενων χώρων, ώστε οι πολίτες να μπορούν να προστατευτούν σε περίπτωση καύσωνα, και να βρούμε εναλλακτικούς τρόπους. Δυστυχώς, οι συγκεκριμένοι χώροι δεν χρησιμοποιούνται από τις ευπαθείς ομάδες εξαιτίας της δυσκολίας μετακίνησης σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες».

 

Σύμφωνα με στοιχεία του δήμου Αθηναίων, συνολικά, ανά κάτοικο του δήμου, αντιστοιχούν περίπου 6,92 τ.μ. πρασίνου, έκταση σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Να υπενθυμίσουμε ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι η ελάχιστη αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο στις πόλεις είναι τα 9 τ.μ. Την ίδια στιγμή, με τη χρήση του διεθνούς αναγνωρισμένου πρωτοκόλλου εκπομπών GPC, συλλέχτηκαν και αναλύθηκαν στοιχεία για την ενέργεια που καταναλώνεται στον δημοτικό, οικιακό και τριτογενή τομέα αλλά και στις μεταφορές.

 

Με βάση τις εκτιμήσεις αυτές, οι εκπομπές ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (CO2eq) εντός του δήμου Αθηναίων υπολογίστηκαν σε 5.069.040 τόνους, που ισοδυναμεί σε 7,63 τόνους ανά κάτοικο. Ο ελάχιστος στόχος που θέτει ο δήμος είναι η μείωση αυτών των εκπομπών κατά τουλάχιστον 40% (2.027.616 τόνοι) μέχρι το έτος 2030.

 

Πώς η Αθήνα θα γίνει μια βιώσιμη πόλη;
Φωτο: Δαγαλάκης Γιώργος / Eurokinissi

 

Η Ελένη Μυριβήλη υποστηρίζει: «Παρόλο που εντός του δήμου Αθηναίων υπάρχουν μεγάλοι χώροι πρασίνου, όπως ο Εθνικός Κήπος, το Πεδίον του Άρεως και ο λόφος του Λυκαβηττού, δυστυχώς είναι εστιασμένοι και ασυνεχείς. Επομένως, η δημιουργία “δροσερών πράσινων διαδρομών” σε τμήματα της πόλης είναι μονόδρομος, διότι είναι ένας τρόπος να βελτιωθεί η κυκλοφορία του αέρα.

 

Συγχρόνως, οι πράσινες αναπλάσεις, όπως η απελευθέρωση της πυκνοκατοικημένης οικιστικής περιοχής της λεωφόρου Αλεξάνδρας και η δημιουργία ενός μεγάλου χώρου πρασίνου που θα συνδέει τις εκτάσεις του γηπέδου με τα Προσφυγικά από την άλλη πλευρά της λεωφόρου, συμβάλλουν καταλυτικά στον επικείμενο σχεδιασμό μας».

 

Ένα άλλο θέμα που θίγει η πρώτη επικεφαλής Αντιμετώπισης Αστικής Υπερθέρμανσης είναι εκείνο της οικιστικής ανάπτυξης και της ενημέρωσης των πολιτών. «Όπως όταν κατασκευάζουμε ένα κτίριο ακολουθούμε αντισεισμικές προδιαγραφές, το ίδιο απαιτείται να γίνει και με την κλιματική αλλαγή. Θα μπορούσε να υπάρξει μια ρύθμιση που θα υποχρέωνε τους κατοίκους της πόλης να βάψουν όλες τις στέγες λευκές. Το κόστος είναι πολύ μικρό, λειτουργεί και ως μονωτικό και, φυσικά, θα μπορούσε να προβλεφθεί και ένα οικονομικό βοήθημα στις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, βάσει κοινωνικών κριτηρίων.

 

Είναι βέβαιο ότι η θερμική απόδοση θα βελτιωθεί και είναι μια πρωτοβουλία που ήδη το Σίδνεϊ σκοπεύει να επιβάλει. Όμως, χωρίς τη σωστή πληροφόρηση του κόσμου δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Κάτι ακόμη που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι αυτό που γίνεται με όλες τις κακοκαιρίες που χτυπούν τη χώρα μας, οι οποίες έχουν λάβει ένα όνομα. Αυτό πρέπει να συμβεί και με τους καύσωνες, διότι με την ονοματοδοσία αλλά και την κατηγοριοποίησή τους θα αποτυπωθεί καλύτερα στη συνείδηση του κόσμου η σφοδρότητα των φυσικών φαινομένων και θα γνωρίζουμε ποια μέτρα χρειάζεται να βάλουμε σε εφαρμογή».

 

Κλείνοντας τη συζήτησή μας, η κ. Μυριβήλη επισημαίνει ότι ο δήμος στοχεύει τόσο σε βραχυπρόθεσμα έργα, όπως η προστασία των ευάλωτων πληθυσμών από την αύξηση της θερμοκρασίας, όσο και σε μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς, όπως η προώθηση έργων υποδομών που μειώνουν τη χρήση του αυτοκινήτου καθώς και η ενεργειακή θωράκιση σχολείων, δημόσιων κτιρίων ή και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. «Η Αθήνα είναι μια πόλη που αναπτύσσεται ραγδαία. Ο κόσμος μας αλλάζει υπερβολικά γρήγορα. Αν δεν λάβουμε άμεσα όλα αυτά τα μέτρα προστασίας, η ζωή μας στην πόλη δεν θα είναι βιώσιμη και οι περισσότεροι είναι βέβαιο ότι θα εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα», καταλήγει.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.