Η τοξική αυτοπεποίθηση των Φιλισταίων,
το συγκλονιστικό «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα,
ο Σωκράτης Σωκράτους στην Παλαιστίνη, ο Φράνσις Μπέηκον στη Μόσχα
― ένα πολυπόστ
•
Οι Φιλισταίοι. Η τοξική αυτοπεποίθηση κάθε τι μέτριου και βασικού.
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ. Αυτά που διαμείβονται στα παράθυρα της τηλεόρασης, οι φτηνές έριδες, οι τσακωμοί για το τίποτα, οι δολοφονίες χαρακτήρα, οι κακόψυχες ύβρεις ― είναι μια μάχη παλιά.
Κάτω από τις λεύκες της Μητρόπολης, με ουισκάκι και θαμπά γυαλιά, ο κύριος Βασίλης Διοσκουρίδης μού το επισημαίνει.
Πάντα ο κόσμος ήταν μοιρασμένος ανάμεσα στους Φιλισταίους και τα Παιδιά της Βοημίας. «Έλα μια μέρα να σου εξηγήσω», λέει. Και σωπαίνει. Ξέρει πως τσίμπησα.
Πάντα έχει δίκιο ο Βασίλης. Οι Φιλισταίοι. Οι αγροίκοι. Οι άξεστοι. Οι ανίδεοι που όλα τα ξέρουν. Οι περιούσιοι λαοί του Κυρίου με το αίμα στα χέρια. Και οι φασαίοι με τα κουρέλια της γνώσης και το φρύδι ψηλά. Τα παιδιά του lifestyle με το κραυγαλέο γούστο. Οι πλούσιοι που προβάλλουν τα πλούτη τους σαν κακομαθημένα νήπια. Πήραν το όνομά τους από μια φυλή που κατοικούσε νοτιοδυτικά της Χαναάν – σ’ αυτό που είναι σήμερα η Λωρίδα της Γάζας. Ήταν οι κύριοι εχθροί των Εβραίων. Ίσως εκεί να οφείλεται η καταγωγή του διασυρμού τους. Ο Μάθιου Άρνολντ (του οποίου το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» είναι η εφιαλτική έκφραση ενός κόσμου με διαλυμένο το θρησκευτικό αίσθημα) τους θυμήθηκε σε ένα δοκίμιό του για τον Χάινε και τους μετασχημάτισε από βιβλική φυλή σε επιθετικό προσδιορισμό. Ο όρος επιζεί έως σήμερα, αλλά ασαφής και επιγαμημένος.
Τι τους χαρακτηρίζει: Έχουν την άξεστη δύναμη της συμβατικότητας και υποτιμούν το ακηδεμόνευτο πνεύμα, την Τέχνη που ψαύει τα μη προφανή στα όρια της εμπειρίας και της συνείδησης. Ανήκουν συνήθως στους αυτοστεφανούμενους και «επιτυχημένους» και υποστηρίζουν άκριτα το μέσο όρο, το διδαχέν από τα σχολεία.
Θαυμάζουν τις μεταξοτυπίες του Φασιανού, τα τσεκουράτα λόγια των δημαγωγών, το αισθητικό σφαγείο του Mega, τα αστεία του Λαζόπουλου και του Σεφερλή (ίδια είναι), τον «υλικό πολιτισμό» της πεσκανδρίτσας. Μοντέρνο είναι γι’ αυτούς το ελεκρομπίτ των νεοσκυλάδικων, το στάιλινγκ στα περιοδικά του lifestyle. Εν γένει, αγαπούν οτιδήποτε είναι ανταλλάξιμο, χειροπιαστό, δοκιμασμένο, εμπορικό – σε αντίθεση με οτιδήποτε είναι δωρεάν, αόρατο, σκιά ονείρου, φαντασία, στοχασμός. Προ πάντων όμως, περιφρονούν οτιδήποτε αντισυμβατικό, έκκεντρο, εισέτι αταξινόμητο. Μοιραία, μισούν με πάθος αυτό που ο Άρνολντ ονομάζει «παιδιά του φωτός»: τους καλλιτέχνες ή τύπους που είναι καλλιτεχνικοί, τους μποέμ, όσους την ψάχνουν ή είναι ευάλωτοι, έχουν αμφιβολίες ή είναι αγύριστα κεφάλια, όσους έχουν κάτι διαλείπον ως προς τα απαιτητά της κοινωνίας, δεν στοιχίζονται σωστά στην τάξη του σχολείου, ενίοτε ονειρεύονται αγρίως ή αντιδρούν απρόβλεπτα.
Ανθεκτική φυλή οι Φιλισταίοι, ζουν και θα ζουν για πάντα, συνήθως σε περίβλεπτες θέσεις. Από καιρού εις καιρόν, κάτι τους απειλεί και συσπειρώνονται γύρω από μια νέα βεντέτα, μια νέα ρητορική μίσους. Δεκάδες σαν αυτούς εμφανίζονται στις αρένες της χώρας με τοξική αυτοπεποίθηση ― δεν τους προβληματίζει καθόλου ότι με περιορισμένη γνώση, εμπειρία ή δεξιότητα αναλαμβάνουν ηγετικούς ρόλους στην πολιτική, τις επιχειρήσεις και την παιδεία, σε μια πρωτοφανή αντιποίηση αρχής, όπου οι ικανοί λουφάζουν εν αχρηστεία, ενώ οι λιγότερο καταρτισμένοι αυτοαναγορεύονται σε αυθεντίες.
Δεν τίθεται θέμα. Η καρδιά διαλέγει τυφλά τους δεύτερους, τους κυνηγάει μοναχή – τους «καλλιτεχνικούς», τα ούφο, τους αστοίχιστους, τα στραβάδια. Έχουν κι αυτοί πολλές χαζές προκαταλήψεις και μισαλλοδοξίες, αλλά τουλάχιστον ζουν πιο ανοιχτά, πιο τολμηρά και απροσδόκητα. Συνομιλούν με το δαιμόνιο της πόλεως – κι από τους πειραματισμούς τους κατακάθεται μια σκόνη ενδιαφέρουσα για τους οιωνοσκόπους.
Στους στυλοβάτες της ελληνικής Βοημίας ανήκει και ο άνθρωπος που ανακινεί το θέμα μας: ο κύριος Διοσκουρίδης. Πίνει το ουίσκι του αμέριμνος, ευτυχής εν τη ελαχιστότητι της νύχτας. Ο γιος του τού τηλεφωνεί ότι ο Παναθηναϊκός έβαλε γκολ. Χαίρεται σαν μωρό παιδί. Και μου ξαναμιλά για την «Παραλία του Ντόβερ».
― Άρθρο μου στην Ελευθεροτυπία του 1990, προ Ιντερνετ, αναδημοσιεύεται ως είχε. Σχολιάζει πολλά τωρινά πράγματα, λίγα ονόματα θα αντικαθιστούσα μόνο.
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ
Ο σημαντικός Ελληνοκύπριος εικαστικός (και στενός φίλος μου), είχε μείνει επί μήνες τo 2015 στην Παλαιστίνη όπου εγκατέστησε ένα έργο του, δίπλα στη Γάζα, στα πλαίσια της 3ης Qalandyia Ιnternational Biennale «Gestures Intimes». Τράβηξε εκατοντάδες φωτογραφίες εκεί. Μια μικρή επιλογή.
«Τις πρώτες ειδικά μέρες εκεί υπήρχε το συναίσθημα του φόβου. Ήμουν ξένος όσον αφορά τη γλώσσα, τη νοοτροπία. Δεν υπάρχει καμία τουριστική υποδομή. Ζούσα σε ένα χωριό –το όνομα του είναι Dhahiriya– στο τελευταίο σημείο της Παλαιστίνης, δίπλα στην Γάζα, εκεί όπου ακόμα ζουν οι Βεδουίνοι. Στην πλειονότητά του ο πληθυσμός είναι μουσουλμάνοι. Ζούσα στο κέντρο του χωριού, στο ρωμαϊκό κομμάτι, και ήμουν ο πρώτος ξένος που έμεινε ποτέ εκεί. Μέχρι να με συνηθίσουν, φαντάζεσαι πόσα καχύποπτα βλέμματα είχα εισπράξει – και δικαιολογημένα. Παρά, όμως, την αρχική καχυποψία, ήθελαν πάρα πολύ αυτός ο ξένος να μην είναι εχθρικός, να γίνει φίλος.»
― Σωκράτης Σωκράτους, Συνέντευξη στην Τζούλη Αγοράκη, LIFO
•
«Νά ’χω να κλαίω»
Το συγκλονιστικό «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα
Μια φορά γράφει κανείς κάτι τέτοιο στη ζωή του ― που καλύτερα να μη το έγραφε ποτέ. Το «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα. Για το θάνατο του εικοσάχρονου γιού του, σε δυστύχημα με μοτοσυκλέτα.
Αισθάνομαι ότι δεν έχω το δικαίωμα να το κρίνω. Είναι σα να μπαίνεις στο μέσα δωμάτιο ενός σπιτιού που πενθεί. Πας σιγά. Λες «είμαι κι εγώ εδώ» και σωπαίνεις.
Δεν ξέρω καν τι είναι αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο ― είναι ποίημα; Μάλλον ναι, για να έχει στίχους. Συγκλονίζει όμως με ένα τρόπο, πέρα απ΄τις λέξεις, αν και οι λέξεις είναι το μαύρο τους θεμέλιο. Πώς κρίνεις έναν άντρα που κλαίει και κλαίγοντας φιλεί το χυμένο αίμα;
Ίσως είναι η αγάπη που έχω για αυτόν τον άνθρωπο― τον ακέραιο άντρα της δημοσιογραφίας και της διανόησης, που είχα την τύχη να συναντήσω στο πρώτο επαγγελματικό μου βήμα, παιδάριο, στον «Δεκαπενθήμερο Πολίτη» και τα σπίτια του, τότε στην Αδριανού αργότερα στην Τζιραίων. Πριν καν γεννήσει το γιό του.
Έχοντας χωνέψει την επιτάφια γραμματεία όσο λίγοι (οι πρώτες του μεταφράσεις ήταν ο «Επιτάφιος Αδώνιδος» του Βίωνος και τα «Αρχαία Ελληνικά Επιτύμβια Επιγράμματα», πάντα στην Άγρα) κι έχοντας ολοκληρώσει τον τρίτομο άθλο του για το Δημοτικό Τραγούδι (στο οποίο οι άνθρωποι κουβεντιάζουν με το Χάρο σα να είναι καμμιά γειτόνισσα), ο Παντελής ξέρει βαθιά το τραγούδι του πένθους, το μοιρολόι― από την αρχαία ρίζα του. Τώρα όμως ήρθε το βίωμα και τον βρήκε. Τώρα το ξέρει κατάσαρκα. Κι αυτό που γράφει δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι δάκρυα ή μελάνι. Εξ ού και η αμηχανία μου.
Το μόνο που είμαι βέβαιος είναι ότι αυτό το βιβλίο έχει ήδη ξεχωριστή θέση στη νέα ελληνική ποίηση. Παραθέτω ένα δείγμα, το δέκατο πέμπτο ποίημα. Κρίνετε εσείς.
15.
ΛΕΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ.
Να πω πως ήταν όνειρο κακό
πανάθλιος εφιάλτης
πάει σκόρπισε στο φως
Και να σε δω στρωμένο στο κομπιούτερ,
τη μια η εργασία σου
γηπεδικά συνθήματα συλλογή και ταξινόμηση
την άλλη να σκοράρεις ακατάσχετα
στα εικονικά σου πρωταθλήματα
κι ανάμεσα η ενημέρωση
πορείες καταλήψεις
παρτάκια και μπιρίτσες
και βέβαια (το ξανάπα;)
ποιος έρχεται ποιος φεύγει
απ’ την ομάδα
ποιος τραυματίστηκε
και –γελάγαμε με τις πηγαίες ελληνικούρες–
ποιος αιλούρος ξεφυτρώνει στα τσικό
ποια κυριακάτικη απέκρουση η καλύτερη
Πριν καν νιφτώ,
«έλα να δείς τα δέκα καλύτερα του Ρονάλντο ρε φάδερ
– ποιος Κριστιάνο τώρα άλλο το θέαμα άλλο το θέατρο»
Ποτέ δεν σε προλάβαινα.
Τα νέα που σου έλεγα
τά ’ξερες μέρες πριν
– δεν άντεχες, με ψιλοδούλευες:
Αργείς γεράκο μου αργείς
Σκουριάσαν οι βιδούλες στη μεσούλα σου;
Και στο κομπιούτερ με δασκάλευες
Όταν βεβαίως σ’ το επέτρεπε η βιασύνη σου
Μήνες παρακαλούσα
ποιοι μήνες – χρόνια
πες μου αστεράκι μου πώς μετατρέπω
σε γουόρντ το σύστημά του το παμπάλαιο
που με βολεύει και δεν λέω να τ’ αρνηθώ
Τίποτα εσύ
Πού να σου εξηγώ
Ώσπου εδέησες μια μέρα
Δυο κινήσεις όλες κι όλες άντε τρεις
Και μου τις έμαθες
Με τη βαριεστημένη σου την τρυφερότητα
προς κολλημένους αδαείς
Ένα δεν μού ’μαθες
Δεν με ετοίμασες.
Τι κάνω τώρα
πες μου αστέρι μου
με το «Ανώνυμο» τετραγωνάκι που δεν ξέρω πώς
μόνο το πότε ξέρω
τότε
πεισμάτωσε
κλειδώθηκε
κι όλο να το πατάω
κι όλο να επιμένει
«Απρόσμενο τέλος φακέλου»
Δεν το πετάω στα απορρίμματα
Λέω
ίσως κάποια χαράματα με λυπηθείς
ίσως το χέρι τρυφερά μου δασκαλέψεις
και μου δείξεις το κλειδί
Δεν μπορεί
Δεν μπορεί να μ’ αφήσεις αγράμματο
Και τώρα λέω να σηκωθώ.
Να ξαναπάμε απ’ την αρχή
την τρυφερή λογομαχία μας
«Θα βγείς;»
«Ε τί... Μεσολογγίτες δίχως έξοδο
δεν πάει, Μεσολογγίτη μου.
Πάει;»
«Άσ’ τα τα πονηρά. Τι ώρα θα γυρίσεις;»
«Αργάμισι
Και βγάλε την ομοιοκαταληξία
απ’ το μυαλό σου».
Και μ’ έζωναν φίδια σωστά οι δείχτες
ώσπου ν’ ακούσω μέσα στον σκυλίσιο ύπνο μου
τον ήχο του μωρού σου
κι ύστερα το κλειδί στην πόρτα.
Και κάθε που γυρνούσες,
γυρνούσα εγώ πλευρό
κι άρχιζα πάλι να χλευάζω
τον καθεβραδινό μου πανικό
και να τον σιχτιρίζω
Λέω να σηκωθώ.
Ν’ ακούω τον καλπασμό σου κατεβαίνοντας τις σκάλες
και τ’ αστραπόβροντα ανεβαίνοντας
– αυτόν τον καλπασμό που μάταια
τον περίμενε η Ιρμούλα
στημένη ανάμεσα εξώπορτα και σκάλα
απ’ τη στιγμή που το ξυράφι του μετά
έκοψε στα δυο τον κόσμο όλο
κι όλη της η ψυχούλα τανυσμένη
να μυρίσει τον ίσκιο σου
ώσπου κατάλαβε και κρύφτηκε μέσα της
ήρθε σε βρήκε,
κι ο Θρυλέων έπειτα,
το πουλάκι μας,
μαζί του δώσαμε το όνομα
– «θέλει και ρώτημα ρε φάδερ;»
Πρώτη φορά και τελευταία που φτερούγισε
ήταν για να σε βρει
Τον κήδεψα στο χώμα της ροδιάς
Θυμάσαι
Δεν γίνεται να μη θυμάσαι.
Σε θυμάται η ροδιά
Α και να πεταχτούνε λέει τώρα ροϊδοπούλια
να φτιάξουνε φωλιά στο μπουζουκάκι σου
και να μοσχοβολάει κόκκινο το τραγούδι τους
Λέω να σηκωθώ
Ν’ ακούω τις πόρτες να βροντούν
να τρέμουνε στα νεύρα σου απάνω
στη χαμένη ευκαιρία
σε κάποιο φιλί που ξέμεινε άδοτο στα χείλη
για...
Ν’ ακούσω τις δοκιμές σου στο μπουζούκι
όλο και πιο απόκρυφες,
να μην πείθουν τη μελαγχολία σου
να τους δοθεί αμέριστη
Ν’ ακούω τα τραγούδια που ακούς
Ν’ ακούω
τον ήχο της μηχανής σου όταν γυρνούσες
ελάχιστα πριν φέξει
κι άλλαζα πια πλευρό ησυχασμένος
Τι; Το ξανάπα; Και;
Λέω να ξυπνήσω.
Να παραγγείλουμε δυο πίτσες
ή καλύτερα να πεταχτείς να πάρεις ένα-δυο βρόμικα
να καθαρίσουμε
Να λύσουμε έπειτα κάνα σταυρόλεξο
όλα εκείνα που άφησες μισοδουλεμένα
ενθουσιασμένος πάντως με την αργοπορημένη ανακάλυψη
– άλλη μια αντίδραση πες φυσικότατη
στην πατρική λεξιλαγνεία
Αλλά τι κάθομαι και υπολογίζω
Τον ήχο του γυρισμού σου δεν τον έχω ακούσει ακόμα
Στο δρόμο
Είσαι στο δρόμο
Πάντοτε στο δρόμο
Στα ισόβια είκοσί σου
τα αιώνια
Με ληστεμένο το ωραίο
το ιερό δικαίωμα της φθοράς
Λέω λοιπόν να μην ξυπνήσω πια
Κάπου ανάμεσα στο ύπαρ και στο όναρ
να τρώω τα συκώτια μου
να τρώγομαι
Και να μη σώνομαι ποτέ
Νά ’χω να κλαίω
Αφού ποτέ
ποτέ μου
δεν θα σε προλάβω πια
― Παντελής Μπουκάλας, Είκοσι, εκδ. Άγρα
•
Ο Μπέηκον στη Μόσχα
Το 1988 έγινε μια ιστορική έκθεση του Φράνσις Μπέικον στη Μόσχα. Η φάση ήταν εξόχως ιδιάζουσα. Αξίζει να τη θυμηθεί κανείς.
Η διοργάνωση ήταν παταγώδης τρόπον τινά, καθώς επρόκειτο για την πρώτη ατομική έκθεση δυτικού καλλιτέχνη στη Σοβιετική Ένωση, εν μέσω της περιόδου της Γκλάσνοστ και της Περεστρόικα, λίγο πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.
Εμπνευστής ήταν ο νεαρός τότε Βρετανός γκαλερίστας και επιμελητής James Birch, που ήξερε τον Μπέικον από παιδάκι και τον συναναστρεφόταν στους κύκλους του Soho και του Colony Room. (Ο Birch κυκλοφόρησε μάλιστα το 2022 ένα εξαιρετικό βιβλίο-απομνημονεύματα με τίτλο "Bacon in Moscow", όπου περιγράφει το απίστευτο παρασκήνιο με πράκτορες της KGB, διπλωμάτες, γραφειοκράτες και σκηνές που θυμίζουν κατασκοπευτικό μυθιστόρημα).
Η έκθεση δεν οργανώθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά απευθείας από την Ένωση Καλλιτεχνών της ΕΣΣΔ. Σημαντικό ρόλο στη διευκόλυνση των διαδικασιών έπαιξε ο Sergei Klokov, στέλεχος της UNESCO με υψηλές διασυνδέσεις.
Ο Μπερτς έχει μιλήσει επανειλημμένως σε συνεντεύξεις για το γεγονός, ιδού μία.
ΜΙΑ ΚΑΙ ΞΕΘΑΨΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ, ΝΑ ΤΙ ΕΙΧΑ ΓΡΑΨΕΙ ΤΟΤΕ- 38 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ
— Ο Φράνσις Μπέικον δεν ταξιδεύει το φθινόπωρο στη Μόσχα.
— Ακόμα κι αν ανοίγει εκεί μια αναδρομική του έκθεση;
— Ακόμα κι αν ανοίγει εκεί μια αναδρομική του έκθεση. Λέει ότι υποφέρει απ' το άσθμα του. Ευχαριστεί τους διανοούμενους για τα καλά τους λόγια. Και στέλνει το νέο φίλο και μοντέλο του, τον Τζον Εντουαρντς, να παραλάβει τα βραβεία. Ο Φράνσις Μπέικον είναι ένας άνθρωπος κλειστός κι ανήσυχος. Οι διθύραμβοι του είναι κατά βάθος ενοχλητικοί. Τώρα που μπήκε στα 80, η ζωή, η «μάταιη και άσκοπη» ζωή, θα πρέπει να του δείχνει τα δόντια της.
— Έζησε τόσο στεγνά αυτός άνθρωπος;
— Στεγνά ναι, αλλά όχι άχαρα. Η διαρκής αίσθηση του θανάτου, το αίσθημα ότι όλοι είμαστε μελλοντικοί νεκροί, του δημιούργησε μια τρομερή απληστία για ζωή, για εμπειρίες, για σπατάλημα - τον έκανε να εμπιστεύεται την τύχη και το απρόβλεπτο, τον έσυρε σε ακραίες δοκιμασίες που του έμαθαν τα όρια του εαυτού του.
— Και τελικά πώς φάνηκε στους Ρώσους;
— Έγραψαν κάτι μισόλογα, χωρίς να λένε κάτι καινούριο. Ότι η Δύση τον θεωρεί το μεγαλύτερο (μετά τον Πικάσο) ζωγράφο του αιώνα. Ότι είναι αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος ζων ζωγράφος. Ότι γράφει την Ιστορία της Αρρώστιας της Ανθρωπότητας. Ότι είναι σκοτεινός, ότι σοκάρει και ότι έχει μια τάση προς τον αισθησιασμό.
Αν θες τη γνώμη μου, οι πίνακες με τα στρεβλά κορμιά, οι στενογραφίες κατά κάποιο τρόπο μιας πραγματικότητας αγχώδους και ερημικής, ήταν λιγάκι σαν εξωτικό φρούτο στη γκαλερί του πάρκου Γκόρκυ, λειτούργησαν περισσότερο ως πρόγευση καλλιτεχνικής ανοιχτοσύνης και ελευθερίας, παρά ως καλλιτεχνικό έργο καθαυτό. Οι Μοσχοβίτες ανακαλύπτουν τώρα, καθυστερημένα, τις στοιχειώδεις μορφές ελευθερίας, ενώ ο Μπέικον έχει καταναλώσει όσο λίγοι την ελευθερία αυτή, βρίσκοντας στο φινάλε ότι η ζωή είναι μια γιγαντιαία μπλόφα. Η διψασμένη ματιά των πρώτων διαφέρει απ' την εύθυμη απόγνωση του δεύτερου κατά μισό αιώνα ελευθερίας της συνείδησης. Γι' αυτό και σ' ένα άρθρο που διαβάζω στο τελευταίο Artnews βλέπω ότι μερικοί Μοσχοβίτες νιώθουν ότι ο Μπέικον είναι ένας ανέλπιδος ατομικιστής που έχει χάσει την πίστη του στον άνθρωπο.
— Κι όμως αυτό έχει κάποιο βάση. Ο τρόπος που το κορμί καρφώνεται, ματώνει, και διαστρέφεται στους πίνακες του Μπέικον έχει κάτι το εξευτελιστικό.
— Μα το κορμί, τι άλλο είναι από κρέας, κόκαλα και βλέννες, που αύριο θα γίνουν χώμα; Το να ξέρεις ότι το ωραίο σου μούτρο μια μέρα θα σαπίσει, δεν είναι έλλειψη πίστης στον άνθρωπο - είναι ένας ανώτερος βαθμός συνείδησης που, δυστυχώς, είναι κι αυτός ανώφελος. Σκέφτομαι, μάλιστα, ότι η τέχνη όσο περισσότερο ανεβαίνει στο περίεργο ύψος της, τόσο περισσότερο «θυμάται» την εξευτελιστική κατάληξή μας σε ένα λάκκο από λάσπη. Και όσο περισσότερο προσπαθεί να εκφράσει τη δίχως νόημα ζωή μας, τόσο περισσότερο της δίνει ένα κάποιο νόημα - πρόσκαιρα.
— Απορώ, τότε, γιατί ο Ρώσος ακαδημαϊκός που προλόγισε τον κατάλογο της έκθεσης είπε ότι ο Μπέικον είναι ο αληθινός ζωγράφος της γκλάσνοστ.
— Μεγάλα λόγια! Ίσως γιατί σ' ένα παλιό τρίπτυχο της Σταύρωσης, ένας βασανιστής έχει μια ταινία με σβάστικα στο μπράτσο. Ή ίσως γιατί σ' ένα από τα τελευταία του τρίπτυχα (1986-87) ο Woodrow Wilson εμφανίζεται σ' ένα ταμπλό, και σ' ένα άλλο το γραφείο του Τρότσκι πιτσιλισμένο με αίματα.
Αυτοί όμως που θέλουν η ζωγραφική να τους λέει ιστορίες, συνήθως δεν εμπιστεύονται τα μέσα της. Ο Μπέικον αρνείται τη σημασία των συμβόλων, μιλάει μόνο με τα χρώματα - το θέμα είναι γι' αυτόν απλώς το δόλωμα που παγιδεύει την πραγματικότητα.
Εκτός αυτού, ο συγκεκριμένος άνθρωπος περιφρονεί τα κόμματα και τις πολιτικές. Παίρνοντας ως δεδομένη τη χυδαιότητα της ύπαρξης, πιστεύει ότι αξίζει ο καθένας μας να επιδιώκει ένα είδος προσωπικού μεγαλείου. Και μάλλον δεν έχει άδικο. Γιατί να που αυτός ο «ατομικιστής», φάνηκε εντελώς χρήσιμος στην κοινωνία από εκατομμύρια άλλους που ανά τετραετία σκίζονται υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης.
— Εκτός αυτού, είναι στη μόδα.
— Δυστυχώς. Κι όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, για λόγους τελείως άσχετους με το έργο του. Είναι η μποέμικη ζωή του, οι controversial συνεντεύξεις του, ο παρεξηγημένος (βίαιος) αισθησιασμός των πινάκων του, το σύρμα που έριξε διεθνώς το καλλιτεχνικό αδελφάτο. Είναι τα περιοδικά του στιλ που ανακάλυψαν (όλα μαζί!) τον σικ διανοούμενό τους, ένα βιβλίο εξονυχιστικών συνεντεύξεων στον Ντέιβιντ Σιλβέστερ (εκδ. ΑΓΡΑ) - κι ένα σωρό ακόμα από άσχετους παράγοντες.
Ο ίδιος τα ξέρει αυτά καλά και λέει ότι μόνο ο χρόνος ξεχωρίζει τους σκάρτους από τους γνήσιους. Ζει τα γεράματά του μόνος. Περιμένει. Μακριά από το γλυκερό βούλιαγμα των βερνισάζ, στρέφει όλο και πιο πολύ την τέχνη του προς τη δριμύτητα. «Τα πάντα στην τέχνη μοιάζουν σκληρά, γιατί η πραγματικότητα είναι σκληρή», λέει.
Έχω μεγάλη περιέργεια να δω ως πού μπορεί να φτάσει το μαχαίρι.
― Ελευθεροτυπία, 1988
Για να τελειώσουμε αλλιώς. Τρεις φωτογραφίες με το κινητό, από την περασμένη εβδομάδα