ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ τον θάνατό του, ο Halston παραμένει η επιτομή της αβίαστης αμερικανικής κομψότητας, το υπόδειγμα του σταρ σχεδιαστή που καταστράφηκε από τον υπέρμετρο εγωισμό του. Η νέα σειρά του Netflix και του Ράιαν Μέρφι επιβεβαιώνει την έμπνευση ενός διαχρονικού glamour και τα faux pas πίσω από τη σέξι εικόνα.

 

O πρώτος πραγματικά επιτυχημένος, αυτοδημιούργητος Αμερικανός σχεδιαστής μόδας ήταν ένας πολυπράγμων designer που άνοιξε τον δρόμο για τις παγκόσμιες αυτοκρατορίες του Ραλφ Λόρεν και του Κάλβιν Κλάιν και τους δίδαξε με τα λάθη του πώς να μην αφήσουν την υπογραφή τους από τα μάτια τους και την επικαρπία της έμπνευσής τους να μετακυλίσει σε πολυεθνικούς κολοσσούς.

 

Ο επίλογος του μεγαλύτερου ονόματος στον χώρο της μόδας στα ’70s, του ανθρώπου που έδειχνε να γλεντάει όσο κανείς τη γυαλιστερή κραιπάλη του Studio 54, παρέα με τα μοντέλα, τις διάσημες φίλες και την κακή επιρροή του Βενεζουελανού εραστή του, Βίκτορ Χιούγκο Γκαρσία, μοιάζει τόσο σοκαριστικός όσο και η αιφνίδια απόφαση του Χάλστον να γίνει ο πρώτος designer πρώτης γραμμής που σύναψε συμφωνία ενός δισεκατομμυρίου –απίστευτο ποσόν για το 1983– με τη μικροαστική αλυσίδα ρουχισμού JCPenney. «Class goes mass» ήταν το σούσουρο της εποχής και όλοι συμφώνησαν πως ο εκλεκτός της Λάιζα Μινέλι, ο πρώην «καπελάς» που απογειώθηκε όταν πρότεινε το μάλλινο pillbox hat στην Τζάκι Κένεντι, ξεπούλησε ή τρελάθηκε, ή και τα δύο.

 

Ο ίδιος υποστήριξε σθεναρά την επιλογή του, λέγοντας πως το όνειρό του ήταν να ντύσει ολόκληρη την Αμερική και, αγγίζοντας τις μάζες, να βελτιώσει το μέσο γούστο. Το Bergdorf Goodman, το πολυτελές πολυκατάστημα από το οποίο είχε ξεκινήσει ως στυλίστας και buyer, πέταξε άγαρμπα τη σειρά που φιλοξενούσε με τα ρούχα και τα αξεσουάρ του και ο Τύπος, που κάποτε τον αποθέωνε, έκρινε σκληρά την πρώτη συλλογή του για το «μπανάλ» JCPenney. 

 

Ο Χάλστον δεν ήταν μόνο ένα party animal με ελεύθερη είσοδο στο Studio 54 και απεριόριστη πρόσβαση στην κοκαΐνη, παρέα με τον σιωπηλό παρατηρηρή Άντι Γουόρχολ και την εκτροχιασμένη φίλη του Μπιάνκα Τζάγκερ, αλλά ένας εργασιομανής designer που σχεδίαζε τα πάντα, από βαλίτσες και ανδρικά μέχρι στολές αεροπορικών εταιρειών και εθνικών ομάδων.

 

Το τόλμημα αποδείχτηκε πολύ προχωρημένο για την εποχή και ο Χάλστον, αν και δεν το αποκήρυξε ακριβώς, το μετάνιωσε, βλέποντας τις αρνητικές συνέπειες που ήρθαν σαν ντόμινο να διακόψουν απότομα το άγγιγμα του Μίδα. Ως jetsetter και θιασώτης του υψηλού και λεπτού, έκοψε βίαια τον λώρο με ό,τι είχε δημιουργήσει επιμελώς επί δεκαετίες, σαν να ήθελε να αποδείξει πως εκείνος γνώριζε πρώτος απ’ όλους το επόμενο βήμα και το προεξοφλούσε χωρίς συμβούλους και επιτροπές ελέγχου.

 

Ως έναν βαθμό, είχε δίκιο να το πιστεύει: ήταν εκείνος που καινοτόμησε, καταργώντας οτιδήποτε δεν ήταν λειτουργικό, υφάσματα που δεν γλιστρούσαν, πόρπες που δεν κούμπωναν, φερμουάρ που δεν έκλειναν, υφάσματα που δεν βοηθούσαν τη γυναίκα να κινηθεί με τον τρόπο που ήθελε. 

 

Halston: Ο πρώτος πραγματικά επιτυχημένος Αμερικανός σχεδιαστής μόδας
Promo polaroids από τη σειρά του Netflix «Halston»


Βλέποντας τη δεκαετία του ’60 να ευνοεί το casual, προετοιμάστηκε για να αναβαθμίσει την υψηλή ραπτική σε ένα πρωτόφαντο επίπεδο χρηστικότητας, ξαναβαφτίζοντας το επίσημο φόρεμα σε μια αισθητική σέξι (αλλά ντυμένης) βραδινής σαγήνης, για όλες τις ώρες και τις περιστάσεις. Με αεράτες τουαλέτες και άνετα παντελόνια, τα οποία πίστευε πολύ και ορθώς προφήτευσε πως ήρθαν για να μείνουν, λάνσαρε με αυτοπεποίθηση μια γραμμή μακριά από τις στεγνές δομές των καθιερωμένων μετρ και κυρίως έφερε μια μικρή επανάσταση, κόβοντας την τυπική γεωμετρική γραμμή με την εμπνευσμένη διαγώνιο (bias), ρίχνοντας το ύφασμα πάνω στη γυναίκα, αντί να τη χωρέσει αυστηρά και αρχιτεκτονικά μέσα σε αυτό.

 

Το οξύμωρο ήταν πως για την πρώτη του σημαντική κολεξιόν στρατολόγησε έναν από τους σπουδαιότερους σχεδιαστές μόδας όλων των εποχών, τον Βρετανο-αμερικανό Τσαρλς Τζέιμς. Ο Χάλστον θεωρούσε τον Τζέιμς δάσκαλο και ομολογούσε πως ήταν ο μοναδικός που τον επηρέασε βαθιά, αν και το στυλ του δεν έμοιαζε καθόλου με τα απίστευτων τεχνικών απαιτήσεων, δύστροπα βραδινά φορέματα του προτύπου του.

 

Ένας από τους λόγους που τον προσέλαβε, εκτός από το να καρπωθεί τις πρακτικές γνώσεις του, ήταν για να τον βοηθήσει, όταν έμαθε πως αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Η συνεργασία αποδείχθηκε εσφαλμένη και όταν ο Τζέιμς πελαγοδρομούσε, καθυστερώντας να βγάλει παραγωγή, έσπασαν τη συνεργασία και χάλασαν τις καρδιές τους – λίγο αργότερα, ο Τζέιμς δήλωνε πως ο Χάλστον δεν ήταν παρά ένας στυλίστας που ξέρει να επιλέγει τα κατάλληλα ρούχα για κάθε περίσταση, αδειάζοντάς τον άκομψα.

 

Σίγουρος πλέον πως δεν έχει κανέναν ανάγκη, πορεύτηκε σόλο και μετέτρεψε τα γραφεία του στο Olympic Tower της Νέας Υόρκης σε ορμητήριο αυτοκρατορικών διαστάσεων και το σπίτι του, ένα από τα ελάχιστα μοντέρνα δείγματα της πόλης, σε ησυχαστήριο που αντανακλούσε την ξεχωριστή του περσόνα. 

 

Halston: Ο πρώτος πραγματικά επιτυχημένος Αμερικανός σχεδιαστής μόδας
Με τον Γιούαν Μακγκρέγκορ στον ομώνυμο ρόλο, είναι να απορεί κανείς πώς είναι δυνατό να έχει γίνει τέτοιο κάστινγκ...


Σε όλες τις φάσεις των θριάμβων και των κλυδωνισμών, οι Halstonettes, μούσες και ακόλουθοι, από την εξωφρενική αρτίστα και μετέπειτα αρχιπωλήτρια στο κατάστημά του, Πατ Αστ, ως τη Μινέλι, την Αντζέλικα Χιούστον, τη σχεδιάστρια κοσμημάτων Έλσα Περέτι και το μοντέλο Πατ Κλίβελαντ, τον επικροτούσαν και τον στήριζαν χωρίς περιστροφές, συνοδεύοντάς τον στα ταξίδια του και, φυσικά, στις πρεμιέρες και στα κλαμπ – ήταν από τους πρώτους που κατάλαβαν πως κοσμικές και ηθοποιοί ήταν η ιδεωδέστερη και πιο ανέξοδη διαφήμιση.

 

Ο Χάλστον δεν ήταν μόνο ένα party animal με ελεύθερη είσοδο στο Studio 54 και απεριόριστη πρόσβαση στην κοκαΐνη, παρέα με τον σιωπηλό παρατηρηρή Άντι Γουόρχολ και την εκτροχιασμένη φίλη του Μπιάνκα Τζάγκερ, αλλά ένας εργασιομανής designer που σχεδίαζε τα πάντα, από βαλίτσες και ανδρικά μέχρι στολές αεροπορικών εταιρειών και εθνικών ομάδων, με προοπτικές και φιλοδοξίες, ο πρώτος Αμερικανός που επιχείρησε δυναμικά το άνοιγμα στην αγορά της Κίνας, έχοντας εντυπωσιάσει με το στυλ της δουλειάς του σνομπ συναδέλφους του όπως ο Ιβ Σεν Λοράν, μετά το φαντασμαγορικό, pitch perfect σε τόνο και διάταξη show του στην περίφημη «Μάχη των Βερσαλλιών», την πρώτη φορά που αναμετρήθηκαν Γάλλοι και Αμερικανοί σχεδιαστές στο παραδοσιακό άντρο της μόδας. Και το έκανε με τους όρους του και το πνεύμα με το οποίο είχε εμποτίσει τα μοντέλα που χρησιμοποιούσε τακτικά – ο πρώτος με πολλές κοπέλες αφρικανικής καταγωγής στο ρόστερ του. 

 

Halston: Ο πρώτος πραγματικά επιτυχημένος Αμερικανός σχεδιαστής μόδας
Η Κρίστα Ροντρίγκεζ ως Λάιζα Μινέλι
Halston: Ο πρώτος πραγματικά επιτυχημένος Αμερικανός σχεδιαστής μόδας
Ο Τζιανφράνκο Ροντρίγκεζ ως Βίκτορ Χιούγκο Γκαρσία
 


Επειδή ο Χάλστον έπραττε χωρίς προηγούμενο, δεν φαντάστηκε πως η εξαγορά περιέκλειε τον αποκλεισμό του από τον δημιουργικό έλεγχο και δεν διανοήθηκε πως, μαζί με την ακίνητη και την πνευματική περιουσία, είχε εκχωρήσει το ίδιο του το όνομα, συνεπώς και το δικαίωμα να σχεδιάζει αυτοπροσώπως.

 

Τη φρενήρη δημιουργικότητα των ’70s διαδέχτηκε ο corporate πραγματισμός των χρηματιστηριακών ’80s και ο Χάλστον έπεσε θύμα της απερίσκεπτης μεγαλομανίας του, αλλά και του AIDS. Όταν αποσύρθηκε, αρχικά στο Μόντοκ και στη συνέχεια στη διακριτική αγκαλιά των συγγενών του, στο Σαν Φρανσίσκο, οι δικοί του άνθρωποι τον φαντάζονταν να οδηγεί ανέμελα με την ανοιχτή Rolls του στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια, απολαμβάνοντας τα πλούτη που αποταμίευσε, ενώ εκείνος δεν δέχτηκε να δει παλιούς συνοδοιπόρους, παίρνοντας μαζί του μια πάμφωτη εποχή πολυτέλειας και κομψής υπερβολής.

 

Ήσυχος, αν και ανήμπορος να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον σχεδιασμό, πέθανε από επιπλοκές της νόσου στις 26 Μαρτίου του 1990. Ο Τομ Φορντ, και όλοι οι μεταγενέστεροι σχεδιαστές που προέβαλαν ένα σύμπαν ολοκληρωμένης πολυτέλειας μέσα από τις συλλογές και τις δημιουργίες τους, του χρωστάνε τα πάντα. 

 

Για λογαριασμό του Netflix, ο Ράιαν Μέρφι του «American Horror Story», του «Glee» και του «Feud» επιμελείται μια μίνι σειρά που εστιάζει στη ζωή και στο έργο του Χάλστον, βασισμένη στο Simply Halston του Στιβ Γκέινς – είναι τόσο μεγάλο το προνόμιο που απολαμβάνει ο Μέρφι των τριακοσίων εκατομμυρίων, που απλώς ζήτησε να διασκευάσει ένα βιβλίο που το Netflix είχε απορρίψει μερικά χρόνια νωρίτερα, και το δίκτυο συμφώνησε αμέσως!

 

Με τον Γιούαν Μακγκρέγκορ στον ομώνυμο ρόλο, είναι να απορεί κανείς πώς είναι δυνατό να έχει γίνει τέτοιο κάστινγκ: ο ψηλός, λυγερός, μαγνητικός, έντονος, αλλά τελικά συμπαθής μέσα στην εγωπάθειά του Χάλστον, με τη χαρακτηριστική προσποίηση στην προφορά, σαν αριστοκράτης των Μεσοδυτικών Πολιτειών, και τις self concious κινήσεις, ένα κράμα σοφιστικέ Πίτερ Ο’Τούλ και επαρχιώτη Τζίμι Στιούαρτ που γλιστράει στον χώρο και στις λεπτομέρειες, δεν έχει απολύτως καμία σχέση σε εμφάνιση και αέρα με τον Σκωτσέζο ηθοποιό – ο οποίος δεν είναι και ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις της γενιάς του…

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr