Εγώ και οι άλλες μαχήτριες
Από τότε που διαγνώστηκα με καρκίνο, έγινε κάτι παράξενο. Μοιάζει ο καρκίνος να άφησε πάνω μου ένα αόρατο σημάδι, ορατό όμως στους υπόλοιπους ογκολογικούς ασθενείς. Σαν να γράφω στο κούτελο: «Έχω περάσει κι εγώ καρκίνο, μιλήστε μου ελεύθερα για τον δικό σας». Έτσι, στα καλά καθούμενα, με πιάνουν διάφοροι άγνωστοι και μου διηγούνται την περιπέτεια της υγείας τους, μου τα λένε με το νι και με το σίγμα, με όλες τις λεπτομέρειες. Τόσες λεπτομέρειες που μετά συνήθως χρειάζομαι ώρες και μέρες για να συνέλθω, και κανένα ηρεμιστικό από δίπλα.
Δεν έχω ιδέα πώς παίρνουν το ελεύθερο. Μάλλον θα βασίζονται κι εκείνοι στην καλοσύνη των ξένων ή θα σκέφτονται ότι είμαστε στο ίδιο τρενάκι του φόβου.
Θυμάμαι, πριν από χρόνια είχα πάει σούπερ μάρκετ και εκεί που μου έκοβαν τριακόσια γραμμάρια παρμεζάνα, έμαθα από την υπάλληλο για τον παράξενο τύπο καρκίνου της και τις χημειοθεραπείες που έκανε ανά δυο εβδομάδες. Άφησε στο πόστο της μια συνάδελφο και βγήκε έξω για να μου τα διηγηθεί όλα γλαφυρά και με την παραμικρή λεπτομέρεια. Έφυγα διαλυμένη –και να μου λείπει το τυρί–, γιατί μου έδειξε και φωτογραφίες με τα τρία ανήλικα παιδιά της και, παρόλο που δεν θυμόμουν το όνομά της, συνέχισα να γυροφέρνω στο μυαλό μου την ιστορία της τόσο συχνά, που αποφάσισα να αλλάξω σούπερ μάρκετ, μην τυχόν μάθαινα κάτι καινούργιο και δεν μπορούσα να το διαχειριστώ.
Δεν με συγκίνησαν τα άρθρα για τη Γωγώ που έλεγαν ότι ήταν μαχήτρια, ότι το πέρασε με δύναμη, με χαμόγελο. Δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτά. Και να το πέρασε σιχτιρίζοντας και σε κατάθλιψη, δεν την κάνει στα μάτια μου κάτι λιγότερο.
Μου είναι δύσκολο να αποκοπώ από όσα κουβαλούν οι άλλοι ογκολογικοί ασθενείς. Και καθώς με τον καιρό έχουν γίνει δεκάδες οι εκμυστηρεύσεις, ξεκίνησε μέσα μου ένα είδος σαδισμού. Χωρίζω όσα ακούω σε αυτά που με αφορούν άμεσα και σε αυτά που δεν με αφορούν. Φέρ’ ειπείν, ο καρκίνος στο συκώτι ή στον πνεύμονα ζόρικος, αλλά πέρα βρέχει. Άρχισα να κρατάω εμμονικά εκείνες που είχαν ομοιότητες με τον δικό μου καρκίνο. Όποια γυναίκα δηλαδή είχε περάσει καρκίνο σταδίου 1, ορμονοεξαρτώμενο, ήταν κάτι σαν τη σέκτα μου. Μου μιλούσαν και έλεγα «εδώ είμαστε».
Με τον καιρό πήγα τον σαδισμό ένα βήμα παρακάτω. Όποια είχε καρκίνο τύπου 1 με «υποτροπή» ήταν ψηλά στη μαρκίζα της φρίκης μου. Μια φρίκη σαν ταινία τρόμου: σκέπαζα το πρόσωπό μου με τα χέρια αλλά άφηνα ανοιχτά τα δάχτυλα. Γιατί η μαύρη αλήθεια είναι ότι επιθυμούσα διακαώς να δω τη συνέχεια. Όποια, δε, είχε περάσει την κρίσιμη πενταετία, όπως εγώ, αλλά την ξαναχτυπούσε ξαφνικά, σε χρόνο ανύποπτο, ήταν το «τρομολαγνικό» μου τοτέμ. Το ταβάνι της φρίκης που κατέβαινε και με καταπλάκωνε. Όπου ιστορία με κοινό κουκούτσι, εγώ ήμουν εκεί.
Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στο πλοίο, στο κατάστρωμα, σε διακοπές για το νησί, ξεκίνησε να μου μιλά μια νεαρή γυναίκα με μεταστατικό καρκίνο. Είχαμε περάσει τον ίδιο αρχικά καρκίνο, είχαμε γιους στην ίδια ηλικία, ακολουθούσαμε την ίδια αγωγή, είχαμε ακτινοβοληθεί στο ίδιο νοσοκομείο και ήμασταν και οι δυο ξανθές. Έφτασα στην Αστυπάλαια κουρέλι. Ο καρκίνος της σφηνώθηκε στο κεφάλι μου και δεν μπορούσα με τίποτα να χαρώ. Σαν να ξάπλωνα στην προκρούστεια κλίνη που ξάπλωσε κι εκείνη πιο πριν. Χωράω; Περισσεύω; Αν συνέβη σε εκείνη, γιατί όχι και σε μένα;
Μερικές φορές μετανιώνω που μίλησα δημόσια για τον καρκίνο. Από τη μία λέω πως είναι χρέος μου και θέλω να βοηθήσω, και μετά σκέφτομαι ότι αν δεν είχα μιλήσει, δεν θα ήξεραν ότι το έχω περάσει, άρα δεν θα έπαιρναν το θάρρος να μου μιλήσουν και θα είχα γλιτώσει από όλα αυτά τα περιστατικά.
Δεν ξέρω καθόλου να πω τι θα ήταν καλύτερα. Πάντως, δεν βοήθησαν καθόλου και τα social. Κι εκεί κακός χαμός. Άτομα που δεν είχαμε ανταλλάξει καλημέρα μού έγραφαν την ιστορία τους με κάθε λεπτομέρεια. Το λες «αλληλεγγύη»; «Ψυχική αφόδευση»; Καρκινομαγνήτη;
Το υποσυνείδητό μου πάντως έχει μπουχτίσει με όλα αυτά και το βράδυ, συχνά πυκνά, για να ξεμπουκώσει, μου στέλνει εφιάλτες. Νομίζω ότι ο κερδισμένος δεν είναι αυτός που δεν φοβάται τον καρκίνο αλλά αυτός που καταφέρνει πού και πού να τον ξεχνάει.
Όταν περνούν οι εβδομάδες και στην ψυχοθεραπεία γκρινιάζω για άλλα καθημερινά θέματα, σημαίνει ότι ο καρκίνος έχει χάσει έδαφος και κερδίζει η ζωή. Οι άλλοι όμως μου θυμίζουν αυτό που πασχίζω να κρατήσω μακριά.
Υπάρχουν και κάτι χυδαιότητες από ανθρώπους που δεν έχουν νοσήσει αλλά βγάζουν συμπεράσματα. Έχω ακούσει τη χυδαία φράση «ο καρκίνος ποτέ δεν ξεχνά». Θα σε θυμηθεί στην πιο ανέμελη στιγμή σου.
Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε όλα αυτά. Ένα «βγάλτε επιτέλους τον σκασμό» ίσως να βοηθούσε. Γιατί ενώ φυσικά θυμώνεις όταν τα ακούς και μπορεί να πεις κάτι όπως «κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει στην επόμενη στροφή», ξέρεις ότι αυτό θα σε στοιχειώνει. Όχι επειδή το είπε μια άγνωστη, αλλά γιατί αυτό είναι το κέντρο του φόβου σου. Το κουκούτσι. Ο πυρήνας.
Ο καρκίνος της Γωγώς Μαστροκώστα
Ενώ δεν γνώριζα προσωπικά τη Γωγώ Μαστροκώστα, χθες έκλαψα γοερά και ήξερα πως δεν έκλαιγα μόνο για τη Γωγώ. Έκλαιγα γιατί πήρε ανάστημα ο φόβος και η φράση της άγνωστης: «Ο καρκίνος θα σε χτυπήσει στην πιο ανέμελη στιγμή».
Δεν με συγκίνησαν τα άρθρα για τη Γωγώ που έλεγαν ότι ήταν μαχήτρια, ότι το πέρασε με δύναμη, με χαμόγελο. Δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτά. Και να το πέρασε σιχτιρίζοντας και σε κατάθλιψη, δεν την κάνει στα μάτια μου κάτι λιγότερο. Η λέξη «μαχήτρια», δε, με εξοργίζει.
Τι θα πει μαχήτρια; Είναι απλά: μη σου τύχει. Άτυχη ήσουν. Προτιμώ το «άτυχη Τζούλη» από το «η Τζούλη μαχήτρια». Δεν μπορώ να με σκέφτομαι με στολή μονομάχου να πέφτω στην αρένα και το λιοντάρι να είναι ο καρκίνος. Εκτός αν είμαι μαχήτρια στη γη της Γεδρωσίας. Εκεί, πάσο.
Όπως έλεγε η γιαγιά μου: «Όσο λάδι έχει το καντήλι σου». Όλα τα άλλα είναι γαλλικά μυθιστορήματα. Η γιαγιά πέρασε πέντε καρκίνους. Και πάντα τους ξεπερνούσε η εφτάψυχη, πέθανε στα 88 της, παρακαλώ, από γερατειά. Γιατί όμως πάντα θυμόμαστε τις ιστορίες με το κακό τέλος;
Ο καρκίνος της υπαλλήλου που κόβει τυριά στο σούπερ μάρκετ και αυτός της Γωγώς Μαστροκώστα μέσα μου έχουν πια την ίδια βαρύτητα, άπαξ και μπήκα έστω για λίγο στη θέση τους. Δεν ξέρω, κάθε ιστορία μπορείς να τη δεις από διάφορες οπτικές γωνίες. «Ο άλλος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα», που θα ’λεγε και η Έμιλι Ντίκινσον.
Έμαθε ότι έχει καρκίνο δυο μέρες αφού γέννησε την κόρη της, θα μπορούσε να ήταν τόσο επιθετικός που να πέθαινε λίγους μήνες μετά. Είδε όμως την κόρη της να μεγαλώνει όμορφα. Να γίνεται δεκαοκτώ χρονών. Είδε περίπου πώς θα είναι ως γυναίκα. Της έδωσε ό,τι καλύτερο είχε. Φαίνεται πως αγαπήθηκε κι από έναν άντρα που έμεινε ακέραιος δίπλα της.
«Όλοι θα πεθάνουμε», είπε ο Τσάρλι στον Σνούπι, «αλλά μέχρι τότε ας ζήσουμε».
Κάθε φορά που ο φόβος του καρκίνου γιγαντώνεται μέσα μου, προσπαθώ να επιστρατεύσω το χιούμορ μου και λέω πως, καθώς περιμένεις τον καρκίνο να σε σκοτώσει, η ζωή έχει μεγάλη φαντασία και μπορεί στο μεταξύ να πάθεις χίλια άλλα πράγματα.
Λυπάμαι που ένας νέος σχετικά άνθρωπος έφυγε, αλλά κανείς δεν μας είπε ότι ο θάνατος είναι αποκλειστικά για τους υπερήλικες. Και αφού δεν κατέχουμε το αίνιγμα τής απέναντι όχθης, τι κρύβει η άλλη πλευρά, θέλω να μου θυμίζω να ζω τη ζωή μου όπως πάει και όπως έρχεται. Καμιά φορά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Να λέω στον εαυτό μου ότι θάρρος δεν σημαίνει πως δεν φοβάμαι αλλά πως αγκαλιάζω τον φόβο μου και προχωράω. Κι όταν κάτι μέσα μου λυγίζει, του λέω «προχώρα», γιατί μόνο έτσι γίνεται.
Νομίζω πως όποιον ξεκινάει να μου μιλάει πλέον για τον καρκίνο θα τον διακόπτω στα πρώτα κιόλας λεπτά και θα του λέω «προχώρα». Το αποφάσισα. Γιατί ίσως τελικά αυτή να είναι η μόνη χρήσιμη λέξη για ανθρώπους που φοβήθηκαν πολύ.