Η Δώρα Γκουντούρα μεγάλωσε χωρίς να ονειρεύεται ολυμπιακά μετάλλια. Ένα τυχαίο σχολικό πρόγραμμα γνωριμίας με μη διαδεδομένα αθλήματα ήταν αρκετό για να αλλάξει όλη της τη ζωή. Έκανε ξιφασκία «για να περνά καλά με τους φίλους της», κι έφτασε να γίνει μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του αθλήματος.
Σε αυτήν τη συζήτηση μιλά ανοιχτά για όσα κρύβονται πίσω από τις διακρίσεις: την αμφισβήτηση, τα διοικητικά εμπόδια, τη μάχη των ερασιτεχνικών αθλημάτων για ορατότητα και την ανάγκη να εξηγείς συνεχώς γιατί ο αθλητισμός δεν είναι «χόμπι», αλλά κοινωνική επένδυση. Μιλά για τη σημασία τού να βρίσκει κάθε παιδί το άθλημα που του ταιριάζει και για όσα μαθαίνει κανείς μέσα από την ήττα.
Για πρώτη φορά, όμως, ανοίγει και το πιο δύσκολο κεφάλαιο: την περιπέτεια με την αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, τα έξι χειρουργεία, τον φόβο ότι ίσως δεν ξαναδεί ή σταματήσει οριστικά την ξιφασκία. Και μέσα από αυτήν τη σκοτεινή περίοδο φτάνει σε μια νέα συνειδητοποίηση: ότι η δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στις νίκες, αλλά στην απόφαση να συνεχίζεις, όταν όλα μέσα σου θέλουν να σταματήσεις.
Γιατί, όπως λέει και η ίδια: «Σημασία δεν έχει αν θα έρθει το αποτέλεσμα που προσδοκάς. Σημασία έχει να συνεχίζεις να προσπαθείς».