Ο Ποπάι, έτσι όπως τον θυμόμαστε οι περισσότεροι, ανήκει στον κόσμο των καρτούν, της παιδικής εικόνας και μιας παλιάς αμερικανικής αθωότητας. Ο Ποπάι του Μάρτιν Γουόνγκ, όμως, ανήκει κάπου αλλού. Ανήκει στα τούβλα του Lower East Side, στο τατουάζ, στο σώμα, στην επιθυμία και σε ένα βλέμμα που δεν χώριζε ποτέ καθαρά το λαϊκό από το υψηλό.
Αυτό ακριβώς φέρνει ξανά στο κέντρο η έκθεση «Martin Wong: Popeye», που ανοίγει στις 18 Απριλίου στην P·P·O·W στο Μανχάταν και είναι η πρώτη ατομική παρουσίαση του καλλιτέχνη στη Νέα Υόρκη εδώ και πάνω από δέκα χρόνια.
Το ωραίο εδώ είναι ότι ο Γουόνγκ δεν χρησιμοποιεί τον Ποπάι σαν απλό παιχνίδι νοσταλγίας. Τον τραβά στον δικό του κόσμο και τον μεταμορφώνει. Μέσα από αυτή τη φιγούρα ξαναγυρίζει σε πράγματα που τον απασχόλησαν σε όλη του τη ζωή: τα κόμικς, τα παλιά σχέδια τατουάζ, τη λαϊκή εικονογραφία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια εικόνα μπορεί να είναι ταυτόχρονα αστεία, ερωτική, τρυφερή και ανησυχητική. Η γκαλερί διαβάζει αυτή την πλευρά του έργου του ως μια σταθερή γραμμή που ενώνει τρεις δεκαετίες δουλειάς και δείχνει πόσο φυσικά μπορούσε να περνά από το χαμηλό στο υψηλό, από το καρτούν στην τέχνη, χωρίς να ζητά άδεια από κανέναν.
Στο κέντρο της έκθεσης βρίσκονται οκτώ μεγάλα ζωγραφιστά cutouts του Ποπάι, φτιαγμένα από το 1989 έως το 1997, στην τελευταία δεκαετία της ζωής του. Ο ίδιος ο Γουόνγκ τα είχε σχεδιάσει ώστε να είναι μηχανοκίνητα, αλλά αυτή η πρόθεση δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ πλήρως. Τώρα, για πρώτη φορά, παρουσιάζονται και ενεργοποιούνται μαζί: τα χέρια τους κινούνται πάνω-κάτω σαν να κρατούν τιμόνι πλοίου, ενώ οι επιφάνειές τους είναι γεμάτες από το χαρακτηριστικό μοτίβο των τούβλων. Το αποτέλεσμα μοιάζει μαζί παιδικό και παράξενο, λαϊκό και σχεδόν τελετουργικό. Κάπου εκεί ο Ποπάι παύει να είναι απλώς κόμικ και γίνεται μικρή μυθολογική φιγούρα μέσα στο σύμπαν του Γουόνγκ.
Υπάρχει όμως και μια πιο καθαρά ερωτική γραμμή, που κάνει την έκθεση πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ένα απλό ποπ παράδοξο. Οι επιμελητές μιλούν ανοιχτά για τον queer και σεξουαλικά φορτισμένο Ποπάι του Γουόνγκ, για λαιμούς που ξεφυτρώνουν από καρδιές, για πηγούνια που θυμίζουν όσχεα, για κεφάλια και μύτες με φαλλική ένταση.
Αυτή η φόρτιση δεν είναι ξένη προς το έργο του. Υπήρχε ήδη στους κρατούμενους, στους graffiti writers και στους πυροσβέστες που ζωγράφιζε από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Ο Ποπάι, με άλλα λόγια, δεν είναι εδώ ένα απλό λοξό αστείο. Είναι άλλη μια φιγούρα μέσα στο αρχείο του πόθου του Γουόνγκ.
Το πιο όμορφο είναι ίσως ότι πίσω από αυτή την αλλόκοτη εμμονή υπάρχει και μια βαθύτερη, σχεδόν παιδική πίστη στην εικόνα. Μετά το ταξίδι του στην Ασία στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Γουόνγκ έβλεπε τα αμερικανικά cartoons σαν μια μορφή σύγχρονης μυθολογίας, κάτι τόσο αληθινό για ένα αμερικανικό παιδί όσο οι δαίμονες και οι ημίθεοι της λαϊκής θρησκευτικής τέχνης της Ινδίας και του Θιβέτ. Κάπου εκεί ο Ποπάι παύει να είναι απλώς ναύτης κινουμένων σχεδίων και γίνεται ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Μάρτιν Γουόνγκ ένωσε το κόμικ, το φετίχ, την τέχνη και το βλέμμα του σε ένα ενιαίο, απολύτως δικό του σύμπαν.
Και ίσως γι’ αυτό το «Martin Wong: Popeye» να μοιάζει πιο δυνατό απ’ όσο δείχνει ο τίτλος του. Δεν είναι μόνο μια έκθεση για μια αλλόκοτη εμμονή. Είναι κι ένας τρόπος να ξαναδείς πώς ένας καλλιτέχνης μπορούσε να παίρνει μια φιγούρα της ποπ κουλτούρας και να της δίνει σώμα, πόθο, ιστορία και μυστήριο.