Η Σερ δεν ήταν ακόμη η Σερ που όλοι θεωρούν σήμερα αυτονόητη.
Πριν από τα Όσκαρ, πριν από τη μεγάλη αναγνώρισή της ως ηθοποιού, πριν από τη στιγμή που το Χόλιγουντ θα δεχόταν ότι η γυναίκα με τη φωνή, τις περούκες, το χιούμορ και την απόλυτη pop περσόνα μπορούσε πράγματι να σταθεί και μπροστά στην κάμερα, υπήρξε μια περίοδος όπου κανείς δεν ήθελε να της δώσει ούτε μια οντισιόν.
Η ίδια το θυμήθηκε σε πρόσφατη εμφάνισή της στο The Howard Stern Show, όπου μίλησε για τη μετάβασή της από τη μουσική στην υποκριτική και για μία από τις πιο αιχμηρές απορρίψεις που άκουσε στην αρχή της κινηματογραφικής της διαδρομής.
Τότε, όπως είπε, ήταν μαζί με τον Ντέιβιντ Γκέφεν και προσπαθούσε να βρει τρόπο να περάσει από οντισιόν για ρόλους. Είχαν φίλους στα πιο υψηλά σημεία της βιομηχανίας, όμως κανείς δεν ήθελε να τη δοκιμάσει. Κάποια στιγμή απευθύνθηκε στον Μάικ Νίκολς, τον σκηνοθέτη του Πρωτάρη, ο οποίος ετοίμαζε τότε μια ταινία.
Η Σερ του είπε ότι θα ήθελε να περάσει από οντισιόν. Η απάντησή του, όπως τη θυμάται η ίδια, ήταν κοφτή: «Υπάρχουν δύο είδη γυναικών, και εσύ δεν είσαι το σωστό».
Ο Χάουαρντ Στερν τη ρώτησε αν ο Νίκολς της έκανε έστω την ευγένεια να τη δει σε οντισιόν. Η απάντηση ήταν όχι.
Παρόλα αυτά, η Σερ δεν τον περιέγραψε ως σκληρό άνθρωπο. Είπε πως ήταν γλυκός, με τον δικό του τρόπο, και πως της είπε ότι θα την έχει υπόψη του. Εκείνη, όμως, δεν το άφησε να περάσει έτσι. Του απάντησε ότι είναι ταλαντούχα και ότι κάποια μέρα θα το μετάνιωνε.
Το παράξενο, σχεδόν κινηματογραφικό γύρισμα της ιστορίας είναι ότι ο Νίκολς πρόλαβε πράγματι να το καταλάβει πριν τον προλάβει κάποιος άλλος. Το 1983 την επέλεξε για το Silkwood, δίπλα στη Μέριλ Στριπ και τον Κερτ Ράσελ. Η Σερ υποδύθηκε την Ντόλι Πέλικερ, εργάτρια σε εργοστάσιο πλουτωνίου, σε μια ταινία βασισμένη στην ιστορία της Κάρεν Σίλκγουντ, της εργαζόμενης που αποκάλυψε ζητήματα ασφάλειας στην πυρηνική βιομηχανία και πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.
Για εκείνη την ερμηνεία, η Σερ κέρδισε την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ. Η γυναίκα που κάποτε δεν θεωρήθηκε «ο σωστός τύπος» για τον κινηματογράφο, βρέθηκε ξαφνικά στο ίδιο οσκαρικό κάδρο με τη Μέριλ Στριπ.
Στη συνέντευξη, η Σερ ανέφερε και δύο ανθρώπους που την ενθάρρυναν από νωρίς να πάρει σοβαρά την υποκριτική. Ο ένας ήταν ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, για τον οποίο είπε ότι ακόμη τον αγαπά πολύ. Η άλλη ήταν η Σέλεϊ Γουίντερς, που της έδωσε μια πολύ πιο πρακτική, σχεδόν παλιάς σχολής συμβουλή: αν θέλει να γίνει σοβαρή ηθοποιός, να πάει στη Νέα Υόρκη.
Η διαδρομή της Σερ στον κινηματογράφο είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, με πιο ελαφριές εμφανίσεις στα ’60s, ανάμεσά τους και το Good Times του 1967, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Όμως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 άρχισε να κυνηγά πιο ουσιαστικούς ρόλους. Η συμμετοχή της στο Come Back to the 5 & Dime, Jimmy Dean, Jimmy Dean του Ρόμπερτ Άλτμαν ήταν ένα από τα πρώτα σημάδια ότι η Σερ δεν ζητούσε απλώς να παίξει. Ζητούσε να τη δουν αλλιώς.
Και τελικά αυτό ακριβώς συνέβη. Το Χόλιγουντ, που συχνά αργεί να αναγνωρίσει μια γυναίκα όταν δεν χωράει εύκολα στις κατηγορίες του, χρειάστηκε χρόνο για να καταλάβει ότι η Σερ δεν ήταν μόνο τραγουδίστρια, τηλεοπτική φιγούρα ή pop φαινόμενο. Ήταν και ηθοποιός.
Η ιστορία με τον Μάικ Νίκολς έχει σήμερα σχεδόν την καθαρότητα ενός μικρού χολιγουντιανού μύθου. Ένας σπουδαίος σκηνοθέτης της είπε ότι δεν είναι ο σωστός τύπος γυναίκας. Εκείνη του απάντησε ότι είναι ταλαντούχα. Και λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια του η ταινία θα το αποδείκνυε.
με στοιχεία από το The Wrap