Το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση της Μέριλιν Μονρόε και ο κόσμος ετοιμάζεται να επιστρέψει ξανά στον μύθο της: μια μεγάλη έκθεση στη National Portrait Gallery, αφιερώματα στο BFI, νέες εκδόσεις και βιογραφίες, ανάμεσά τους και το βιβλίο του Andrew Wilson, «I Wanna Be Loved By You – Marilyn Monroe, A Life in 100 Takes».
Όμως, πέρα από τη λάμψη, τις φωτογραφίες, τα φορέματα, τα τραγούδια και το ατελείωτο εμπόριο της εικόνας της, μια λιγότερο φωτισμένη πλευρά της ζωής της έρχεται τώρα στο προσκήνιο: η σχέση της με την ψυχική υγεία όχι μόνο ως προσωπικό τραύμα, αλλά και ως κληρονομιά.
Στη Νέα Υόρκη, το νοσοκομείο Mount Sinai εγκαινίασε το Marilyn Monroe Mental Health for the Arts Program, ένα νέο πρόγραμμα που στοχεύει να στηρίξει ανθρώπους των παραστατικών τεχνών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες με την ψυχική τους υγεία. Η πρωτοβουλία συνδέεται με μια λιγότερο γνωστή επιθυμία της Μονρόε: να βοηθήσει ανθρώπους, και ειδικά παιδιά, που υπέφεραν ψυχικά.
Η Μέριλιν Μονρόε παραμένει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και ταυτόχρονα πιο παρεξηγημένες μορφές του 20ού αιώνα. Η εικόνα της συχνά εγκλωβίστηκε στο κλισέ της «καταραμένης ξανθιάς», της γυναίκας που υπήρξε ταυτόχρονα σύμβολο σεξ, θύμα του Χόλιγουντ και αίνιγμα. Όμως η δική της σχέση με την ψυχική υγεία ήταν πολύ βαθύτερη από το μελόδραμα που αργότερα χτίστηκε γύρω της.
Η Μονρόε μεγάλωσε με τον φόβο ότι είχε κληρονομήσει την ψυχική ασθένεια της οικογένειάς της. Ο παππούς της από την πλευρά της μητέρας της είχε πεθάνει σε ίδρυμα, η γιαγιά της είχε νοσηλευτεί επίσης, ενώ η μητέρα της, Gladys, διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια και πολύ νωρίς άφησε τη μικρή Norma Jeane σε ανάδοχη φροντίδα. Για χρόνια, η Μέριλιν πίστευε ότι η ίδια της η καταγωγή ήταν ένα είδος κατάρας.
Σύμφωνα με τον Wilson, αυτή η οικογενειακή ιστορία τη στοίχειωνε. Η ίδια φοβόταν ότι θα κατέληγε, όπως έλεγε, σε «τρελοκομείο» όπως η μητέρα της. Στην παιδική της ηλικία προστέθηκε και η εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης, την οποία η ίδια περιέγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά της. Σήμερα, τέτοιες εμπειρίες θα διαβάζονταν μέσα από το πρίσμα του τραύματος. Στην εποχή της, όμως, συχνά είτε αποσιωπούνταν είτε μετατρέπονταν σε υλικό για μύθο.
Η Μονρόε στράφηκε στην ψυχανάλυση ήδη από τη δεκαετία του ’50, σε μια εποχή που το Χόλιγουντ προσπαθούσε να ελέγχει σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής των σταρ του. Το 1956, όταν βρισκόταν στην Αγγλία για τα γυρίσματα του «The Prince and the Showgirl», έκανε συνεδρίες με την Anna Freud, κόρη του Sigmund Freud, στο σπίτι της στο Hampstead. Αργότερα, στο Λος Άντζελες, άρχισε να βλέπει συχνά τον ψυχαναλυτή Ralph Greenson, τον τελευταίο θεραπευτή της.
Το άρθρο του Independent φέρνει στο προσκήνιο αδημοσίευτες επιστολές του Greenson μετά τον θάνατο της Μονρόε. Σε μία από αυτές, ο ψυχαναλυτής της έγραφε ότι η εξάρτησή της από υπνωτικά χάπια ήταν ο τρόπος της να ξεφεύγει από τις δυσκολίες της ζωής. Σε άλλη διατύπωση, την περιέγραφε ως μια ύπαρξη με βαθιά κενά που είχαν αφήσει η απουσία οικογένειας, η εγκατάλειψη και οι παλιές πληγές της.
Η εξάρτηση από φάρμακα υπήρξε μία από τις πιο σκοτεινές πλευρές των τελευταίων χρόνων της. Αρχικά στράφηκε σε παυσίπονα και υπνωτικά για να αντιμετωπίσει και σωματικό πόνο, καθώς υπέφερε από ενδομητρίωση. Σταδιακά, όμως, τα φάρμακα έγιναν και ένας τρόπος διαχείρισης της ψυχικής της οδύνης, ειδικά μετά τη διάλυση των γάμων της και την ασφυκτική πίεση της δημόσιας εικόνας της.
Η Μέριλιν Μονρόε πέθανε στις 4 Αυγούστου 1962 από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών. Ήταν 36 ετών. Ο ιατροδικαστής κατέληξε σε πιθανή αυτοκτονία, αν και γύρω από τον θάνατό της αναπτύχθηκαν για δεκαετίες θεωρίες, υποψίες και εμμονές. Αυτό που συχνά χάθηκε μέσα στον θόρυβο ήταν κάτι απλούστερο και πιο ανθρώπινο: μια γυναίκα που υπέφερε, ζητούσε βοήθεια και προσπαθούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε.
Η νέα ανάγνωση της ζωής της προσπαθεί να απομακρυνθεί από την ιδέα της «χαμένης ντίβας» και να δει τη Μονρόε ως πρόσωπο πολύ πιο σύγχρονο απ’ όσο επέτρεπε η εποχή της. Μιλούσε για τη φήμη ως κάτι επώδυνο. Έβλεπε τη δημοσιότητα όχι μόνο ως προνόμιο, αλλά και ως βάρος. Στην τελευταία της συνέντευξη στο Life είχε πει ότι η φήμη μοιάζει με χαβιάρι: λίγο μπορεί να είναι απολαυστικό, αλλά κάθε μέρα γίνεται υπερβολικό.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Μονρόε δεν έμεινε μόνο στη δική της αγωνία. Το 1959 είχε ζητήσει από τον δικηγόρο της να ερευνήσει οργανισμούς που παρείχαν ψυχιατρική βοήθεια σε παιδιά, καθώς σκεφτόταν να δημιουργήσει δικό της ίδρυμα. Αν και αυτό δεν πραγματοποιήθηκε όσο ζούσε, μετά τον θάνατό της άφησε μέρος της περιουσίας της στη Νέα Υόρκη ψυχαναλύτριά της, Marianne Kris, η οποία με τη σειρά της άφησε το ποσό στο Anna Freud Centre for the Psychoanalytic Study and Treatment of Children στο Λονδίνο.
Αυτή η λιγότερο γνωστή κληρονομιά είναι που ανασύρεται τώρα με το Marilyn Monroe Mental Health for the Arts Program. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα επετειακό αφιέρωμα στη Μέριλιν. Είναι μια προσπάθεια να συνδεθεί το όνομά της με κάτι που την απασχολούσε βαθιά: την ανάγκη φροντίδας για ανθρώπους που ζουν μέσα στην πίεση της έκθεσης, της επιθυμίας, της απόρριψης και της καλλιτεχνικής ζωής.
Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, η Μέριλιν Μονρόε παραμένει μια εικόνα που ο κόσμος δεν σταμάτησε ποτέ να καταναλώνει. Όμως ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο της δεν είναι η ομορφιά της, ούτε η τραγωδία της, ούτε η μυθολογία του Χόλιγουντ γύρω από το σώμα της. Είναι ότι, πολύ πριν η ψυχική υγεία γίνει δημόσια συζήτηση, εκείνη προσπαθούσε ήδη να βρει γλώσσα για τον πόνο, τη φήμη, το τραύμα και την ανάγκη να μη μένει κανείς μόνος μέσα σε αυτά.
με στοιχεία από Indepedent