Ο Όμηρος επιστρέφει ξανά στο κέντρο της pop φαντασίας. Όχι μόνο στα πανεπιστήμια, στις νέες μεταφράσεις και στις ατελείωτες συζητήσεις για το πώς διαβάζουμε σήμερα τους κλασικούς, αλλά και στο Χόλιγουντ, με την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν να μετατρέπει ξανά το αρχαίο έπος σε μεγάλο κινηματογραφικό γεγονός.
Μέσα σε αυτή τη στιγμή, η Έμιλι Γουίλσον επιστρέφει με ένα βιβλίο που μοιάζει να λέει κάτι λιγότερο εύκολο: οι κλασικοί δεν υπάρχουν για να μας κολακεύουν. Ούτε για να τους κάνουμε απλώς πιο οικείους, πιο γρήγορους, πιο βολικούς, πιο έτοιμους για την εποχή μας. Υπάρχουν και για να μας δυσκολεύουν.
Η Γουίλσον έγινε διεθνώς γνωστή το 2017, όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που υπέγραψε πλήρη αγγλική μετάφραση της Οδύσσειας. Η μετάφρασή της συζητήθηκε πολύ, όχι μόνο επειδή άνοιγε ξανά ένα από τα πιο φορτισμένα κείμενα της δυτικής λογοτεχνίας, αλλά επειδή το έκανε με γλώσσα καθαρή, κοφτή, ζωντανή, χωρίς να αντιμετωπίζει τον Όμηρο σαν μνημείο πίσω από γυαλί. Το 2023 ακολούθησε η δική της Ιλιάδα, επιβεβαιώνοντας ότι η σχέση της με τα ομηρικά έπη δεν ήταν απλώς ένα εκδοτικό γεγονός, αλλά μια βαθύτερη παρέμβαση στον τρόπο που ο αγγλόφωνος κόσμος διαβάζει τους αρχαίους.
Τώρα, στο νέο της βιβλίο Crossing the Wine Dark Sea: Journeys through Ancient Literature, η Γουίλσον δεν μεταφράζει απλώς. Εξηγεί τι σημαίνει να μεταφράζεις. Το βιβλίο συγκεντρώνει δοκίμια για την αρχαία λογοτεχνία, τη γλώσσα, τον Όμηρο, τη Σαπφώ, τον Αισχύλο, τον Αριστοφάνη, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο οι κλασικοί συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται σήμερα: ως πεδίο σκέψης, ως πολιτισμικό τρόπαιο, ως εργαλείο εξουσίας, αλλά και ως καθρέφτης όπου συχνά βλέπουμε μόνο αυτό που μας βολεύει.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στη Γουίλσον. Δεν αντιμετωπίζει την αρχαιότητα με προσκυνηματική ευλάβεια. Δεν την αφήνει ούτε στους ακαδημαϊκούς gatekeepers ούτε στους δημόσιους «κλασικιστές» που χρησιμοποιούν τα αρχαία ελληνικά σαν κοινωνικό διαβατήριο. Αν κάτι διατρέχει το νέο της βιβλίο, είναι η αντίσταση στην ιδέα ότι οι κλασικοί υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τη δική μας ανωτερότητα, τη δική μας πολιτική άνεση, τη δική μας έτοιμη εικόνα για τον κόσμο.
Την ενδιαφέρει το αντίθετο: πώς η αρχαία λογοτεχνία μπορεί να παραμείνει δύσκολη, παράξενη, ξένη, απολαυστική, αστεία, βίαιη, άβολη. Πώς μπορεί να γίνει αναγνώσιμη χωρίς να εξημερωθεί. Πώς μπορεί να περάσει σε μια σύγχρονη γλώσσα χωρίς να χάσει την αντίστασή της.
Στο βιβλίο, η Γουίλσον κινείται ανάμεσα στον Όμηρο, τη Σαπφώ και τον Αριστοφάνη, αλλά και σε αναφορές στον Σπάικ Λι, τη Χαν Κανγκ, τον Π. Τζ. Γούντχαουζ, τον Μπόρις Τζόνσον και τη Silicon Valley. Αυτό δεν είναι διακοσμητική επικαιροποίηση. Είναι ο τρόπος της να δείξει ότι οι κλασικοί δεν είναι κλειστό αρχείο. Επιστρέφουν συνεχώς μέσα στις σημερινές μας διαμάχες για την εξουσία, το φύλο, τον πόλεμο, τη δουλεία, την πολιτική, τη γλώσσα.
Ταυτόχρονα, όμως, η Γουίλσον προειδοποιεί απέναντι στην πιο εύκολη παγίδα: να βλέπουμε την αρχαιότητα μόνο ως καθρέφτη μας. Οι αρχαίοι δεν είναι πάντα «σαν εμάς». Δεν βρίσκουμε πάντα τον εαυτό μας εκεί. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χρήσιμο που μπορούν ακόμη να κάνουν οι κλασικοί: όχι να μας καθησυχάζουν, αλλά να μας μετακινούν.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι η συζήτηση γύρω από τη Σαπφώ. Η Γουίλσον αναγνωρίζει τη σημασία της ως φεμινιστικού και queer εικονίσματος, αλλά αντιστέκεται σε πολύ απλές αναγνώσεις. Δεν δέχεται, για παράδειγμα, την ιδέα ότι οι άνδρες ποιητές που την προσέγγισαν την «παραβίαζαν» πάντα μεταφορικά, ενώ οι γυναίκες ποιήτριες τραγουδούσαν πάντα μαζί της. Για τη Γουίλσον, η Σαπφώ είναι πιο δύσκολη, πιο αποσπασματική, πιο μοναχική. Τα ποιήματά της μιλούν για επιθυμία, αλλά και για απομόνωση, για το τι σημαίνει να μένεις έξω, μόνος ή μόνη, ακόμη και μέσα στην ένταση της ίδιας σου της φωνής.
Η μετάφραση, για τη Γουίλσον, δεν είναι ουδέτερη τεχνική. Είναι μια σειρά από απώλειες, επιλογές, εμμονές και ευθύνες. Κάθε λέξη που μπαίνει στη θέση μιας άλλης φέρνει μαζί της έναν κόσμο. Γι’ αυτό και η ίδια επιμένει στη σημασία της καθαρότητας χωρίς απλοποίηση. Μια μετάφραση πρέπει να μπορεί να διαβάζεται, αλλά δεν πρέπει να κρύβει την ξενότητα του πρωτοτύπου. Πρέπει να δημιουργεί πρόσβαση χωρίς να προσποιείται ότι όλα είναι εύκολα.
Αυτό φαίνεται καθαρά στον τρόπο που μιλά για τη δική της Οδύσσεια. Η Γουίλσον επέλεξε να μεταφράσει το ομηρικό polytropos ως «complicated», μια επιλογή που προκάλεσε συζητήσεις ακριβώς επειδή αποφεύγει πιο ηρωικές ή πιο βολικές εκδοχές του Οδυσσέα. Ο ήρωας δεν είναι απλώς πολυμήχανος, πονηρός, επιδέξιος, «άντρας των πολλών τρόπων». Είναι περίπλοκος. Και αυτή η λέξη μεταφέρει κάτι που δεν τον ηρωοποιεί αυτόματα, αλλά αφήνει ανοιχτή την ηθική του ασάφεια.
Το ίδιο ισχύει και για τις Σειρήνες. Στη σύγχρονη φαντασία, οι Σειρήνες είναι συχνά σεξουαλικά πλάσματα, γοητευτικές γυναίκες που σαγηνεύουν τον Οδυσσέα. Η Γουίλσον επιμένει ότι στον Όμηρο ο πειρασμός τους δεν είναι κυρίως σεξουαλικός, αλλά γνωσιακός: υπόσχονται γνώση. Γι’ αυτό, αντί να τις κάνει πιο ερωτικές απ’ όσο είναι, ενδιαφέρεται για το τι ακριβώς φοβάται ο Οδυσσέας όταν ακούει τη φωνή τους.
Υπάρχει, σε όλο αυτό, κάτι πολύ σημερινό. Γιατί η Γουίλσον δεν μιλά μόνο για το πώς μεταφράζουμε αρχαία κείμενα. Μιλά για το πώς μεταφράζουμε κάθε κληρονομιά που μας ξεπερνά. Τι κρατάμε, τι κόβουμε, τι εξομαλύνουμε, τι κάνουμε πιο βολικό, τι αφήνουμε να παραμείνει αγκάθι.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτισμική δύναμη του βιβλίου. Το Crossing the Wine Dark Sea δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για όσους αγαπούν τον Όμηρο ή τη Σαπφώ. Είναι ένα βιβλίο για τη δυσκολία του να μιλάς με κάτι παλιό χωρίς να το κάνεις ιδιοκτησία σου. Για το πώς μπορείς να δίνεις νέα φωνή σε παλιές λέξεις χωρίς να τις μετατρέπεις σε διακόσμηση του παρόντος.
Στο τέλος του βιβλίου, η Γουίλσον προσφέρει και ένα μικρό μανιφέστο με κανόνες για τη μετάφραση. Ένας από τους πιο απλούς είναι και ο πιο ουσιαστικός: αν το πρωτότυπο σε κάνει να γελάς, να κλαις, να συγκινείσαι, να μπερδεύεσαι, να βαριέσαι ή να γοητεύεσαι, η μετάφραση πρέπει να προσπαθήσει να δημιουργήσει αντίστοιχα αποτελέσματα. Δεν αρκεί να μεταφερθεί το νόημα. Πρέπει να μεταφερθεί και η εμπειρία.
Ίσως γι’ αυτό η Γουίλσον παραμένει τόσο ενδιαφέρουσα και τόσο ενοχλητική για ορισμένους. Δεν αντιμετωπίζει τη μετάφραση ως απλή υπηρεσία προς το πρωτότυπο ούτε ως προσωπική αυθαιρεσία του μεταφραστή. Τη βλέπει ως μια πράξη συνεχούς διαπραγμάτευσης: με τους νεκρούς, με τους ζωντανούς, με τη γλώσσα, με την εξουσία, με τον αναγνώστη.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη υπενθύμιση του βιβλίου της, ειδικά τώρα που ο Όμηρος επιστρέφει ξανά ως pop γεγονός: οι κλασικοί δεν χρειάζονται να τους κάνουμε πιο εύκολους για να μείνουν ζωντανοί. Χρειάζονται να τους αφήσουμε να μας δυσκολέψουν με νέους τρόπους.
με στοιχεία από τον Guardian