ΠΗΓΑΙΝΑΝΕ ΜΕ ΣΥΣΤΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ. Κάποιος «έμπορος», στ’ αλήθεια όμως μεγάλος λαθρέμπορος κοκαΐνης, τους την είχε δώσει.
«Πηγαίνετε», τους είπε, «κι ό,τι κάνετε».
Και ξεκίνησαν, τον Αύγουστο του 1927, ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ελληνικός Ταχυδρόμος», Νίκος Μαράκης, μαζί με τον σκιτσογράφο Κλεόβουλο Κλώνη. Έπρεπε να ζητήσουν τον Σταύρο Πρίμα. Αυτός, άμα διάβαζε την επιστολή, θα τους φαινόταν χρήσιμος.
«Πούλαγε κιόλας αυτός πράμα στην πιάτσα, ήτανε γνωστός σ’ όλους. Κάπου και σε κάποιο ουζοπωλείο σε μια πλατεία του Πειραιώς θα τον βρίσκανε. Σε ένα ύποπτο μέρος μέσα στο κέντρο της πόλης, σε μια καμπύλη ακριβώς που σχημάτιζε το λιμάνι. Η άσφαλτος σε εκείνο το σημείο, κάτω απ’ τις πύρινες ακτίνες του μεσημβρινού ήλιου, ανέδιδε μία καυτερή οσμή που τσάκιζε τα νεύρα».
Αλλά δεν ήταν μόνον η θερμότητα. Η αθλιότητα εμφανιζόταν εκεί επιβλητική στην τραγική της εκδήλωση. Μορφές ωχρές, πρόσω πα χλωμά με βαθιές τις ρυτίδες μιας ζωής πικραμένης, «μούτρα υπόπτων, εις τα οποία ανεξάλειπτη σφραγίδα άφηκε η φυλακή, με μάτια θολά σάς παρακολουθούν, σας υποψιάζονται, σας κοιτάζουν με φρίκη. Είστε οι άνθρωποι που μπορούν ν’ αντικρίσουν ελεύθερα τον ουρανό κι είναι αυτοί τ’ απομεινάρια μιας άθλιας ζωής, στην οποία κάποτε ήλπισαν. Φτωχοί, κατατρεγμένοι, χαμένα κορμιά που δεν τολμούν ν’ ατενίσουν τον ήλιο. Τις νύχτες μονάχα μεταβάλλονται εις σκιάς, διολισθαίνουν αθορύβως, κινούνται υπόπτως».
Έβλεπε καθαρά ο Νίκος Μαράκης τώρα, μετά την κατάπτωση, το φρικτό αποτέλεσμα του λευκού δηλητηρίου. Όλα τα πρόσωπα καμένα, κουρασμένα, καταβεβλημένα, αποχαυνωμένα. Οι ζωγραφισμένοι στον τοίχο κύκνοι είχαν χάσει το λευκό τους χρώμα. Τα κεφάλια ήταν τώρα βαριά και τα μάτια κοίταζαν αδιάφορα, κουρασμένα.
Κόσμος όμως, κάθε είδους κόσμος υπήρχε εκεί και πλαισίωνε τις «άθλιες αυτές υπάρξεις». Ναυτεργάτες άεργοι, βιαστικοί φορτοεκφορτωτές, άνθρωποι βουτηγμένοι στο κάρβουνο, στα λάδια, διαλαλητές κάθε είδους φαγώσιμου, αναμείγνυαν τις βραχνές κραυγές τους με εκείνο σύνολο.
Οι παράγκες ακόμη, τα ξύλινα προσφυγικά παραπήγματα, δημιουργούσαν εκεί ύποπτους δρομίσκους, στους οποίους, μαζί με τους διαβάτες, κυλούσαν αργά τα βρομερά νερά που πάντα υπήρχαν στην περιοχή.
Εκεί ακριβώς βρισκόταν το ουζοπωλείο στο οποίο ο ρεπόρτερ Νίκος Μαράκης και ο σκιτσογράφος Κλεόβουλος Κλώνης θα έβρισκαν τον άνθρωπο που ζητούσαν.
Τα διαπιστευτήρια έγγραφα έπιασαν τόπο
Βρίσκονταν ήδη στο τρίτο ούζο, όταν κάποιος ψηλός ξερακιανός άντρας, μ’ επιμελώς ψαλιδισμένο το μαύρο μουστάκι του, με κατεβασμένη πολύ χαμηλά –ως τα μάτια– τη μαύρη ρεπούμπλικα, με μια χρυσή καρφίτσα στη μεταξωτή ανοιχτόχρωμη γραβάτα του, πέρασε μπροστά τους, ρίχνοντας ματιές υποψίας πίσω απ’ τα μαύρα χρυσά ματογυάλια του. Κοντοστάθηκε λίγο κι ύστερα κατευθύνθηκε στον πάγκο του κάπελα. Κάτι του ψιθύρισε αυτός κι ύστερα στράφηκε πάλι προς το μέρος τους. Μετά, σαν να πήρε ξαφνικά την απόφαση, πλησίασε το τραπέζι τους.
«Με ζητήσατε;»
«Ο κύριος Σταύρος Πρίμας;»
«Ναι».
«Κάποιο γράμμα έχουμε για σας».
Κάθισε κοντά τους. Σαν πήρε το γράμμα κι έριξε μια βιαστική ματιά σ’ αυτό, γέλασε.
«Δημοσιογράφοι;»
«Ναι».
Τους είπε τότε πως ήταν δύσκολα αυτά που ζητούσαν. Όχι γιατί αυτός είχε αντιρρήσεις, μα γιατί αν τους πήγαινε σ’ ένα τέτοιο κέντρο κοκαϊνομανών, ύστερα, όταν θα γράφανε τις εντυπώσεις τους, θα αποκαλύπτονταν. Του έδωσαν όμως τον λόγο τους ότι αυτό δεν θα γινόταν και πως αν συνέβαινε να γράψουν, τότε θα έγραφαν πολύ αόριστα πράγματα.
«Μας κυνηγάνε πολύ», είπε.
«Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Μα ωστόσο εμείς θα κρατήσουμε τον λόγο μας».
«Αφού μου μιλάτε έτσι, καλά. Το βράδυ περάστε. Όχι όμως με τα παπιγιόν σας».
Και τους εξήγησε πως επειδή το μέρος που θα πήγαιναν ήταν ύποπτο για την αστυνομία, δύο καλοντυμένοι θα κινούσαν την προσοχή. Ας φορούσαν τραγιάσκες, δίχως γραβάτα. Έτσι δεν θα τους πρόσεχε κανείς.
«Λοιπόν, το βράδυ στις δέκα», είπε και σηκώθηκε.
Ευχαριστήσανε και φύγανε. Τα διαπιστευτήρια έγγραφά τους είχαν πιάσει τόπο.
Οι άνθρωποι που «πρεζάρουνε» αυξήσανε πολύ...
Το βράδυ τριγύριζαν από νωρίς στο λιμάνι άσκοπα. Φορούσανε ναυτικά κασκέτα και στο λαιμό μαντίλια. Ήταν αγνώριστοι εντελώς. Φαίνονταν τέλειοι ναυτεργάτες. Μάλιστα ο Νίκος Μαράκης είδε μερικούς γνωστούς του αστυνομικούς που τους κοίταζαν ύποπτα, χωρίς όμως να τον γνωρίσουν. Τα φώτα των πλοίων αντικατοπτρίζονταν στην ήρεμη θάλασσα του λιμανιού κι έξω στην μπούκα το κόκκινο και πράσινο φως αναβόσβηνε βιαστικά.
Το ρολόι χτύπησε αργά τις ώρες: δέκα. Κατευθύνθηκαν στο μέρος της συνάντησης. Η κίνηση είχε ελαττωθεί κάπως. Στο μέρος όμως εκείνο, κάτω απ’ το θαμπό φως του πετρελαίου ή της ασετιλίνης, η ζωή έπαιρνε άλλη όψη.
Μέσα στα χαμηλά εκείνα ξύλινα παραπήγματα, ύποπτες φυσιογνωμίες ανθρώπων συζητούσαν σιγανά, θορυβούσαν υπόπτως, άλλαζαν θέμα ομιλίας σαν περνούσαν κοντά τους, τους έριχναν ματιές τάχα αδιάφορες, όμως τους εξέταζαν πραγματικά με προσοχή.
Στο ορισμένο μέρος μόλις που γνωρίσανε τον Σταύρο. Καθότανε σ’ ένα σκοτεινό γωνιακό τραπέζι και φορούσε τώρα μια φόρμα της δουλειάς, γαλάζια. Φαινόταν σαν μόλις να είχε βγει απ’ το καράβι, πως μόλις λίγες στιγμές νωρίτερα είχε αφήσει το μηχανοστάσιο. Σηκώθηκε μόλις τους είδε και καλησπέρισε.
Στον δρόμο τούς έλεγε πως η δουλειά δεν έβγαζε λεφτά πια. Όχι πως ο κόσμος δεν έπαιρνε κοκαΐνη. Ίσα ίσα, το αντίθετο.
«Οι άνθρωποι που “πρεζάρουνε” αυξήσανε πολύ. Μα ωστόσο κατέβηκαν στην πιάτσα πολλοί έμποροι που πουλούσανε πράμα κι έπεσε συναγωνισμός. Σήμερα δουλειά έχει η Πόλη», τους έλεγε. «Η Κωνσταντινούπολη έγινε κέντρο σήμερα. Πράμα πολύ, όχι αστεία. Στέλνεται απ’ τη Γερμανία εκεί. Κι ύστερα από κει σ’ όλο τον κόσμο. Είναι εύκολο να περάσει εκεί κρυφά το πράμα. Μα στην Αμερική, στην Αλεξάντρεια, στην Ελλάδα οι αστυνομίες έχουνε λάβει τα μέτρα τους. Απ’ την Κωνσταντινούπολη παίρνουμε κι εμείς κοκαΐνη γερμανική».
«Πώς περνάει εδώ απ’ το Τελωνείο;»
«Κρυφά. Η κοκαΐνη είναι ένα πράμα ακριβό κι η πιο μικρή ποσότης της κάνει πολλά λεφτά. Μα ωστόσο υπάρχουν πολλοί τρόποι. Είμαι έμπορος και φέρνω ξύλα. Τρυπώ ένα καδρόνι, το κάνω έτσι ξύλινο ντεπόζιτο και το γεμίζω πράμα. Ύστερα εκτελωνίζω τα ξύλα. Κι έτσι η αγορά μας δεν υστερεί. Υπάρχουν όμως κι άλλοι, πολλοί άλλοι τρόποι».
Σώπασε. Περνούσανε τώρα από την «ύποπτη» συνοικία του Αγίου Διονυσίου και τραβούσανε πέρα απ’ τη γέφυρα. Εδώ έχανε κανείς τον Πειραιά. Μπήκανε τότε στον βαθύ σκοτεινό δρόμο που έφερνε στη Δραπετσώνα.
«Άτιμη ζωή η δική μας», είπε ο οδηγός τους. «Λαθρέμπορος, σου λέει ο άλλος. Δηλαδή τι θα πει αυτό; Είμαι κλέφτης; Όχι. Φονιάς; Ούτε. Αν είσαι ικανός, κύριέ μου, να με πιάσεις απάνω στη δουλειά».
Κοντοστάθηκε. Έριξε μια ματιά διερευνητική γύρω. Κι ύστερα σταμάτησε μπροστά σ’ ένα χαμηλό σπίτι. Χτύπησε δυο φορές. Ακούστηκαν από μέσα βαριά βήματα να πλησιάζουνε.
«Ποιοι;» ρώτησε μια αντρική φωνή.
«Εγώ, Σταύρος, άνοιξε».
Όλα ψευτίσανε και η κοκαΐνη νοθεύεται με ασπιρίνη εύκολα
Ακούσανε το βαρύ σούρσιμο του σύρτη και η πόρτα άνοιξε. Έτσι σκοτεινά καθώς ήταν, μόλις διέκριναν τη μορφή ενός γέρου με μακριά προς τα κάτω άσπρα μουστάκια. Στο βάθος της αυλής, από μια μισανοιγμένη πόρτα που έριχνε μια λωρίδα ασθενικού φωτός στο χώμα, φάνηκαν δυο τρεις μορφές ωχρές που τους κοίταζαν περίεργα.
Μπήκανε μέσα. Η ατμόσφαιρα της χαμηλής κάμαρης ήταν γεμάτη από τη μυρωδιά της κοκαΐνης. Απ’ το ταβάνι μια μεγάλη λάμπα του πετρελαίου κρεμόταν και φώτιζε τα κουρασμένα σώματα των θαμώνων. Παιδιά και νέοι σχεδόν όλοι.
«Μάτια χωμένα βαθειά στις κόγχες, μισοσβησμένες ζωές, αποχαυνωμένες, παραλυμένες υπάρξεις. Καθόντουσαν γύρω απ’ ένα μακρύ στενό τραπέζι. Πάνω σ’ αυτό, λογιών-λογιών χαμηλά μπουκαλάκια ενός γραμμαρίου, με την άσπρη σκόνη, το λευκό δηλητήριο. Όλα της ίδιας μάρκας: Merk. Δυο μποτίλιες κονιάκ ήσαν πάνου κει ακουμπισμένες.
Οι τοίχοι είχανε μια διακόσμηση αλλόκοτη. Παράξενα, ακατανόητα τοπία. Πυραμίδες αιγυπτιακές, πλάι σ’ αυτές κάποιο θωρηκτό φαινόταν να κανονιοβολή έναν αόρατο εχθρό. Δυο-τρεις καρικατούρες γυναικών που χόρευαν, επιδεικνύοντας τα γυμνά μέλη τους, πιο κει ανεμειγνύοντο με ψηλά κυπαρίσσια, δίπλα στα οποία δυο λευκοί κύκνοι επρότειναν τους μακρούς λαιμούς τους προς το κενόν».
Δίπλα τους καθόταν κάποιος ξυρισμένος νέος. Απέναντί τους κάποιος άλλος εργάτης είχε βυθιστεί σε σκέψεις. Ένας αναστέναξε και ένας άλλος χαμογελούσε ευχαριστημένα. Κάποιος πρόσφερε κοκαΐνη.
«Όποιος θέλει, παίρνει πρέζα».
Κι ακούμπησε στο τραπέζι το μικρό σκούρο φιαλίδιο με τον χαμηλό λαιμό. Το μπουκαλάκι ήρθε βόλτα. Καθώς ο Νίκος Μαράκης το πλησίασε στη μύτη και ανέπνευσε βαθιά απότομα το λευκό δηλητήριο, αισθάνθηκε μια πίκρα στον λάρυγγα που τον ώθησε να φτύσει. Ύστερα τους πρόσφεραν κονιάκ. Βουβαμάρα.
«Κονιάκ και κοκαΐνη... Ιδεώδες μεθύσι», μουρμούρισε ο ξυρισμένος νέος.
Κανείς δεν μιλούσε. Όλοι είχαν βυθιστεί χωριστά στις σκέψεις τους. Μόνον ο ξυρισμένος νέος, που ο ρεπόρτερ του «Ελληνικού Ταχυδρόμου» νόμιζε πως κάπου τον γνώριζε –όχι όμως έτσι ωχρό, σκελεθρωμένο–, τον σκούντησε.
«Με θυμάσαι;»
«Όχι».
«Είμαι ο τενόρος της οπερέτας…» και του είπε το όνομα ενός γνωστού αθηναϊκού θιάσου. Τότε ο Μαράκης τον θυμήθηκε καλά.
«Ήρθες να γράψεις».
Ο δημοσιογράφος δεν μίλησε, ο τενόρος όμως είχε όρεξη για κουβέντα.
«Έρχομαι τακτικά εδώ. Παίρνω τις πρέζες μου ήσυχα χωρίς φόβο. Πληρώνω κάτι παραπάνω, μα είμαι σίγουρος. Όλα ψευτίσανε, κύριέ μου, όλα. Και η κοκαΐνη νοθεύεται με ασπιρίνη εύκολα».
Κι ύστερα, βιαστικά βιαστικά, πήρε κι άλλη δόση δηλητηρίου. Πρόσφερε και στον Μαράκη. Το κεφάλι του καταλάβαινε τώρα πως ελάφρωνε. Οι κινήσεις του γινόντουσαν βαριεστημένες, μηχανικές. Ήταν ασφαλώς ζαλισμένος. Και μ’ όλα αυτά αισθανόταν τον εαυτό του ελαφρύ. Αμυδρώς τώρα έβλεπε τα γύρω, με μια δυνατή διάθεση. Η σκέψη του πότε έπαιρνε μια θαυμαστή διαύγεια και πότε θόλωνε, θόλωνε έτσι σαν να έπεφτε ένα θαμπό γκρίζο γυαλί μπροστά της. Σαν να ήθελε να γελάσει. Σαν να γελούσε, σαν να δάκρυζε, σαν ν’ αναστέναζε για κάτι, χωρίς να ξέρει συγκεκριμένα για τι.
Έβλεπε τον Σταύρο απέναντί του σκεφτικό, αμίλητο. Ο σκιτσογράφος παραμιλούσε μόνος του, σχεδιάζοντας κάτι πάνω σ’ ένα χαρτί που ’χε μπροστά του.
Μόνο ο τενόρος μιλούσε. Ρητόρευε. Τα λόγια του σφύριζαν σαν βλήματα στ’ αυτιά του δημοσιογράφου.
«Μάλιστα, είμαι αρτίστας. Ποιος το αρνείται λοιπόν; Έχετε διαβάσει Φερέρ. Αυτός αν δεν μεθούσε με όπιο, ήταν αδύνατο να γράψει. Έτσι κι εγώ δεν καταλαβαίνω τον εαυτό μου, αν δεν πάρω κοκαΐνη».
Οι κοκαϊνομανείς με το πρώτο λάλημα του πετεινού τα χάνουν.
Ο Νίκος Μαράκης δεν θυμόταν πια τίποτα. Μόνο θυμόταν πως θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ήρθαν κι άλλες δυο τρεις «σαντέζες» με φίλους τους και λάβανε μέρος στη συντροφιά.
Κάποιος τον σκουντούσε απότομα. Σαν να συνήλθε λίγο. Ο τενόρος της οπερέτας, με παγωμένη τη μάσκα του τρόμου στην πιο τραγική της μορφή, στο άρρωστο πρόσωπό του, ήταν από πάνω του κι έτρεμε ολόκληρος.
«Ξυπνάτε... Ξημέρωσε! Ο πετεινός, ο πετεινός λάλησε».
Είχε ακούσει πως οι κοκαϊνομανείς με το πρώτο λάλημα του πετεινού τα χάνουν, κόβονται, τρέμουν. Και το ’βλεπε τώρα. Μέσα στο αδύνατο φως της ημέρας που έμπαινε απ’ τη μισανοιγμένη πόρτα –η λάμπα είχε σβήσει πια– οι ανθρώπινες μορφές είχαν πάρει ένα περίεργο χρώμα, κάτι σαν θαμπό χρώμα μπρούντζου, κάτι σαν χλωμάδα κεριού. Έβλεπε καθαρά τώρα μετά την κατάπτωση το φρικτό αποτέλεσμα του λευκού δηλητηρίου. Όλα τα πρόσωπα καμένα, κουρασμένα, καταβεβλημένα, αποχαυνωμένα. Οι ζωγραφισμένοι στον τοίχο κύκνοι είχαν χάσει το λευκό τους χρώμα. Τα κεφάλια ήταν τώρα βαριά και τα μάτια κοίταζαν αδιάφορα, κουρασμένα.
Όλοι οι άνθρωποι που ήταν εκεί, σαν να ήταν άδειοι. Χωρίς σκέψη, χωρίς ζωή, χωρίς αίσθηση. Ένιωθε κανείς πως η απαισιοδοξία φτερούγιζε αθόρυβα. Κι ο θάνατος κάπου κει πολύ κοντά κρυφοκοίταζε. Κι ακούστηκε πάλι από μακριά το λάλημα του πετεινού.
Ο τρόμος κυριάρχησε πάλι. Άπλωσε βαριά τα ατσαλένια μπράτσα του κι έσφιξε τις άρρωστες ψυχές. Ένας λυγμός ακούστηκε πνιχτός. Κανείς δεν κουνιότανε τώρα. Η αναπνοή λες κι αυτή δύσκολα έβγαινε απ’ τα σάπια στήθη των ανθρώπων αυτών.
«Πάμε;» του είπε ο σκιτσογράφος.
«Ναι, πάμε».
Χαιρέτησαν και έφυγαν. Ο Σταύρος τους συνόδευσε στην έξοδο. Τον ευχαρίστησαν και πίσω τους έκλεισε η πόρτα.
Έξω στον ανοιχτό ορίζοντα, μόλις ο πρωινός ψυχρός αέρας τούς χτύπησε το πρόσωπο, σαν να συνήλθαν.
«Φρίκη», μουρμούρισε ο Κλεόβουλος Κλώνης.
«Ναι, φρίκη...».
Και πήρανε τον δρόμο προς την πόλη σκεφτικοί.