Το γεγονός ότι τα εισιτήρια για την εκδήλωση με τον Γκάμπορ Ματέ στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση στις 23/5 εξαντλήθηκαν σε λίγα μόλις λεπτά είναι ενδεικτικό της καθολικής αποδοχής που έχει ο παγκοσμίως γνωστός γιατρός και συγγραφέας στη χώρα μας: οι φανατικές/φανατικοί ακόλουθοί του φαίνεται να βρίσκουν στον κατευναστικό, διαυγή του λόγο μια απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα για το τραύμα, την κακοποίηση, τα ψυχικά αδιέξοδα στον σύγχρονο κόσμο.
Βλέποντας, για παράδειγμα, γυναίκες να ομολογούν στο Q&A, μετά τη συζήτηση με την καλλιτεχνική διευθύντρια της Στέγης, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, ότι έχουν υποστεί κατ’ εξακολούθηση οικογενειακή βία και άλλες να τολμούν να φέρουν στο φως ακόμα και τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών τους από συγγενείς, γίνεται αντιληπτό ότι η παρουσία του είναι παραπάνω από καταλυτική – για κάποιους είναι σχεδόν σωτήρια. Και αν όντως έπρεπε να διαλέξουμε έναν γιατρό της ψυχικής υγείας που μιλά με τη γλώσσα της καθημερινότητας, που χρησιμοποιεί την επιστήμη με τον πιο προσιτό στους ανθρώπους τρόπο, που βάζει το σώμα και την κοινωνία στο ίδιο κάδρο, αυτός είναι ο Γκάμπορ Ματέ.
Ο ουγγρικής καταγωγής Καναδός γιατρός, συγγραφέας, πατέρας και πρόσφυγας είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος που δεν φοβάται να ομολογήσει τα τραύματα και τις αδυναμίες του, όπως έκανε στην κατάμεστη αίθουσα. Άλλωστε, είναι από τους πιο αναγνωρίσιμους –και συχνά αμφιλεγόμενους– στοχαστές στον κόσμο, έχει μιλήσει με περίσσιο θάρρος για τα πολλαπλά ψυχικά αδιέξοδα, τον εθισμό και τον τρόπο που η σύγχρονη ζωή φθείρεται αθόρυβα από «κανονικότητες» που δεν είναι καθόλου φυσιολογικές – και τα βιβλία του με τους χαρακτηριστικούς τίτλους (Μυαλό σε διάσπαση, Όταν το σώμα λέει όχι και Ο μύθος του φυσιολογικού), που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Key Books, είναι σημεία αναφοράς.
H άποψη του Γκάμπορ Ματέ για το τραύμα είναι σκανδαλωδώς απλή: δεν είναι αυτό που μας συνέβη, αλλά αυτό που καταγράφηκε εντός μας ως απάντηση σε ό,τι μας συνέβη.
Μπορούμε να γιατρευτούμε από τα τραύματα;
Ένα από τα κεντρικότερα ερωτήματα που απασχολεί τον ίδιο στα βιβλία του και που του έθεσε στη συζήτηση η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, μετά από μια σύντομη εισαγωγή-αναφορά σε μια γυναίκα που μετέτρεψε το τραύμα της σε δημιουργία, τη διάσημη τσελίστρια Ζακλίν Ντε Πρε, είναι αν θεραπεύεται πραγματικά το τραύμα ή αν απλώς ρυθμίζουμε τα συμπτώματα. «Αυτή είναι η ουσιαστική δουλειά που πρέπει να κάνεις – η ανάρρωση. Γιατί η λέξη “ανάρρωση” από μόνη της δηλώνει ότι επιστρέφεις σε κάτι, ότι το τραύμα το ξαναβρίσκεις, όπως επίσης σημαίνει κάτι πιο περίπλοκο από αυτό», ήταν η απάντηση του γιατρού, που δεν έπαψε ποτέ να υποστηρίζει τη δυναμική της αυτοΐασης στη διαδικασία της θεραπείας του τραύματος.
«Γι’ αυτό και όταν μιλάς με ανθρώπους που έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία της θεραπείας και τους ρωτάς: “Τι ανακάλυψες με τη διαδικασία αυτή;”, τι νομίζεις ότι λένε; Λένε: “Βρήκα τον εαυτό μου”. Που σημαίνει ότι ο αληθινός εαυτός δεν καταστράφηκε ποτέ. Δεν τραυματίστηκε ποτέ. Δεν μπορεί να τραυματιστεί. Μπορούμε να χάσουμε την επαφή μαζί του, μπορούμε να χάσουμε τη σύνδεση μαζί του – και αυτό ακριβώς είναι το τραύμα. Αλλά “ανάρρωση” σημαίνει ότι τον ξαναβρίσκεις. Κι αυτό σημαίνει ότι, αν τον ξαναβρήκες, δεν είχε ποτέ καταστραφεί στ’ αλήθεια. Οπότε, όταν ρωτάς “είναι δυνατόν;”, ναι, είναι. Είναι δυνατόν; Ναι, είναι απολύτως δυνατή η θεραπεία», κατέληξε ο Γκάμπορ Ματέ.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο θετική και ελπιδοφόρα απάντηση ενός ανθρώπου που ξέρει τι σημαίνει τραύμα από πρώτο χέρι. Γεννημένος στη Βουδαπέστη το 1944, με την οικογένειά του να έχει χτυπηθεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο από το Ολοκαύτωμα, ο Ματέ φέρει το γενεαλογικό τραύμα στο οποίο έχει δώσει έμφαση στα βιβλία του αλλά ταυτόχρονα και μια υπόσχεση που έχει δώσει προ πολλού στον εαυτό του: να μη θεωρήσει τίποτα δεδομένο όταν μιλάει για τραυματισμένους ανθρώπους. Στο Βανκούβερ της δεκαετίας του ’90 εργάστηκε με ουσιοεξαρτημένους, άστεγους, ανθρώπους στο περιθώριο. Εκεί κατέληξε στο μότο που συνιστά την ουσία της φιλοσοφίας του: «Μη ρωτάς γιατί ο εθισμός, ρώτα γιατί ο πόνος». Όχι ως σύνθημα, αλλά ως διάγνωση μιας εποχής που προτιμά να γιατρεύει συμπτώματα παραβλέποντας ιστορίες ζωής.
Γνώθι σαυτόν
Με άλλα λόγια, η άποψη του Γκάμπορ Ματέ για το τραύμα είναι σκανδαλωδώς απλή: δεν είναι αυτό που μας συνέβη, αλλά αυτό που καταγράφηκε εντός μας ως απάντηση σε ό,τι μας συνέβη. Και επειδή το σώμα δεν ξεχνά, κουβαλά την ιστορία του ως ένταση στον αυχένα, ως κρίση πανικού στη μέση του δρόμου, ως στομάχι που «κλείνει» μπροστά στην υπενθύμιση του κινδύνου. Το «όχι» που δεν ειπώθηκε, η ανάγκη για προσκόλληση που θυσιάστηκε για να επιβιώσουμε, η αυθεντικότητα που μπήκε σε παρένθεση «για να συνετιστούμε με τις υποδείξεις» – όλα αυτά ο Ματέ τα ανιχνεύει σαν γιατρός της ψυχής, αποφεύγοντας τις πολύχρονες διαδικασίες της ψυχανάλυσης. Ίσως, μάλιστα, ο τρόπος που ακύρωσε την ψυχαναλυτική διαδικασία από τη σκηνή της Στέγης, όπως και οτιδήποτε είχε να κάνει με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, να ήταν αρκετά προβοκατόρικος, έως και σοκαριστικός, αλλά κανείς δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την αποτελεσματικότητα της μεθόδου του.
Ειδικά όσον αφορά την ευαισθητοποίηση για την κοινότητα, καθώς, εκεί που ο δημόσιος λόγος διαχωρίζει την ψυχική υγεία από την κοινωνική πολιτική, ο Ματέ επιμένει στην ολότητα. Μιλά για μητρότητα σε συνθήκες άγχους, για εργασιακή κουλτούρα που επιβραβεύει τον αυτο-αφανισμό, για σχολεία που προτάσσουν την πειθαρχία αντί για τον διάλογο. Κατηγορεί τις «αρρώστιες του πολιτισμού» όχι για να μας ενοχοποιήσει, αλλά για να μας κάνει να επιστρέψουμε στην αρχαιότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο στα βιβλία του όσο και στις καίριες, όπως είπε στο τέλος, ερωτήσεις της Αφροδίτης Παναγιωτάκου, εκείνος είχε μία απάντηση: το αρχαιοελληνικό «γνώθι σαυτόν».
Γκάμπορ Ματέ, «Μυαλό σε διάσπαση», Μτφρ: Μαρία Κουκιάδη,
εκδόσεις Key Books
Σε μια καίρια, για παράδειγμα, στιγμή της συζήτησης, ο Γκάμπορ Ματέ επέστρεψε στην αγαπημένη του σωκρατική φράση «ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω», δηλαδή «ο ανεξέταστος βίος δεν είναι βιώσιμος», μιλώντας για την τρομακτική διαδικασία της εξέτασης του τραύματος. «Επειδή κάτι είναι τρομακτικό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το αποφεύγεις. Αν πεις, “πρέπει να το κάνεις αυτό;”, όχι, δεν χρειάζεται να το κάνεις. Μπορείς απλώς να συνεχίσεις όπως πριν. Μπορείς, αν θέλεις. Είναι δική σου επιλογή. Αλλά προσωπικά δεν θα ήθελα να είμαι τόσο ανόητος όσο ήμουν πριν από έναν χρόνο. Δεν ξέρω αν γίνομαι αντιληπτός, αλλά είναι η ίδια η ζωή που μας μαθαίνει να εξελισσόμαστε», είπε, για να προσθέσει πως «πριν από 2.500 χρόνια, ο Σωκράτης είπε ότι το πρόβλημα με τους γιατρούς της εποχής του είναι πως χωρίζουν το μυαλό από το σώμα.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο διαχωρισμός νου και σώματος είναι ενδημικός στη δυτική κουλτούρα. Οι αρχαίες ελληνικές πρακτικές ήταν στην πραγματικότητα πολύ πιο ολιστικές. Κατά κύριο λόγο απέβλεπαν, όπως και οι παραδοσιακές κουλτούρες, στην ενότητα, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την αγιουρβεδική ιατρική της Ινδίας ή την κινεζική ιατρική, οι οποίες επίσης δεν χωρίζουν τον νου από το σώμα. Και οι ιθαγενείς κουλτούρες, όπως των αυτοχθόνων της Βόρειας Αμερικής, επιστρέφουν πάντα στο λεγόμενο “φάρμακο”. Εξού και ότι ο “τροχός της ιατρικής” έχει τέσσερα τεταρτημόρια, τέσσερα μέρη, και όλα πρέπει να είναι σε ισορροπία: το σωματικό, δηλαδή η φυσιολογία μας, το νοητικό, δηλαδή οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας, το κοινωνικό, δηλαδή οι σχέσεις μας με τους άλλους. Και ένα τελευταίο μέρος είναι το πνευματικό, δηλαδή η σχέση μας με ολόκληρο το σύμπαν. Για να είμαστε πραγματικά υγιείς, λοιπόν, και τα τέσσερα πρέπει να είναι σε ισορροπία. Τώρα, αυτό που κάνει η δυτική ιατρική είναι ότι το κάνει όλο να αφορά μόνο το σώμα. Χωρίς να ακυρώνει κανείς τα εκπληκτικά επιτεύγματα της δυτικής ιατρικής, δεν μπορεί να παραβλέπει το ότι έχει εντελώς χάσει την ουσία, που είναι η ενότητα, η ολιστική θέαση των πραγμάτων. Και αυτό είναι πραγματικά απογοητευτικό», είπε σε μια από τις πιο εκτενείς απαντήσεις του στην Αφροδίτη Παναγιωτάκου.
Πολεμώντας τα βιβλία αυτοβελτίωσης
Επιμένοντας ότι η μέθοδός του έχει αυτή ακριβώς την ολιστική ματιά, την κοινωνική ευαισθησία και την πολιτιστική επικύρωση, αρνείται ότι τα βιβλία του υπάγονται στην κατηγορία των βιβλίων αυτοβελτίωσης, τα οποία φρόντισε να αποκηρύξει, μαζί με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση, που του έθεσε την ερώτηση και συμφώνησε μαζί του. Άλλωστε, στο βιβλίο του Ο μύθος του φυσιολογικού: Τραύμα, ασθένεια και ίαση σε μια τοξική κουλτούρα, το οποίο προέτασσαν ως ευαγγέλιο οι άνθρωποι που είχαν κατακλύσει την Κεντρική Σκηνή της Στέγης, ακυρώνει αυτήν ακριβώς τη λογική. Εξού και ότι υποστηρίζει πως σε μια κοινωνία που υποφέρει σε τεράστιο ποσοστό από ψυχικές ασθένειες, ο μύθος του φυσιολογικού εκ των πραγμάτων καταρρέει. Αν υπάρχει ένας μύθος, είναι ότι η κοινωνία μας είναι υγιής και ότι το αντίθετο αποτελεί παρέκκλιση. Αντιθέτως, η οπτική είναι μάλλον αντίστροφη και μάλλον είμαστε καλά προσαρμοσμένοι σε άρρωστα περιβάλλοντα.
«Ευαισθησία σημαίνει, όπως έλεγα σήμερα στη διάλεξη, πως νιώθεις περισσότερο», σχολίασε σχετικά απαντώντας στην ερώτηση της Αφροδίτης Παναγιωτάκου κατά πόσο οι έξυπνοι άνθρωποι είναι συνήθως πιο επιρρεπείς στη θλίψη λόγω υψηλής αντιληπτικής ικανότητας. «Το “αισθάνομαι” προέρχεται από το λατινικό “sens”. Οπότε, όταν είσαι ευαίσθητος, αισθάνεσαι πιο έντονα. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, όταν συμβαίνουν άσχημα πράγματα, θα τα νιώσεις πιο έντονα από τους άλλους. Σημαίνει επίσης ότι θα είσαι πιο διαισθητικός και πιο δημιουργικός. Άρα, η ευαισθησία μπορεί να είναι και κατάρα και δώρο ή και τα δύο. Οι ευαίσθητοι άνθρωποι τείνουν να είναι καλλιτέχνες, δημιουργοί κ.ο.κ. Τείνουν να υποφέρουν περισσότερο, όχι εξαιτίας της ευαισθησίας, αλλά εξαιτίας του περιβάλλοντος. Γιατί όταν κάτι πάει στραβά, αυτοί το νιώθουν πιο έντονα. Έτσι λειτουργεί. Σημαίνει επίσης ότι θα είναι πιο διαισθητικοί, πιο δημιουργικοί, πιο αυθόρμητοι», κατέληξε ο Ματέ.
Γκάμπορ Ματέ, «O μύθος του φυσιολογικού», μτφρ: Έλενα Τσουκαλά,
εκδόσεις Key Books
Πολύ αποκαλυπτικά είναι τα αποτελέσματα που επικαλέστηκε –για πρώτη φορά, όπως είπε– από μια μελέτη στη Νέα Υόρκη. «Ύστερα από μια έρευνα που έκαναν σε επιθετικούς ανθρώπους, εξέτασαν διάφορους παράγοντες και μεταξύ άλλων εντόπισαν ένα γονίδιο που τους κάνει να είναι πιο επιθετικοί. Πρόκειται για “γονίδιο της επιθετικότητας”; Όχι. Γιατί και οι λιγότερο επιθετικοί είχαν το ίδιο γονίδιο. Δηλαδή, και οι πιο επιθετικοί και οι λιγότερο επιθετικοί είχαν το ίδιο γονίδιο. Άρα το γονίδιο δεν αφορούσε την επιθετικότητα αλλά την ευαισθησία. Εκείνοι που ήταν πιο επιθετικοί απλώς μεγάλωσαν σε πολύ “δύσκολα” σπίτια. Όταν είσαι πολύ ευαίσθητος και υπάρχει δυσκολία στο σπίτι, θα υποφέρεις περισσότερο και ίσως γίνεις πιο επιθετικός. Ενδεχομένως όλοι όσοι ήταν λιγότερο επιθετικοί να μεγάλωσαν σε πολύ σταθερά περιβάλλοντα. Οπότε επηρεάστηκαν θετικά λόγω της ευαισθησίας τους και έγιναν λιγότερο επιθετικοί. Άρα, η ευαισθησία μπορεί να αποδειχθεί ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα, ανάλογα με το περιβάλλον. Επίσης, στα αγγλικά υπάρχει η φράση “στυγνοί εγκληματίες” (hardened criminals), που είναι οι δολοφόνοι, οι πραγματικά βίαιοι κρατούμενοι, οι βαρυποινίτες στις φυλακές. Έχω δει ο ίδιος –όπως και πολλοί άλλοι– ότι όταν σε αυτούς τους ανθρώπους δώσεις λίγη υποστήριξη, λίγη συμπόνια, λίγη κατανόηση και έναν τρόπο να γνωρίσουν τον εαυτό τους, γίνονται οι πιο γλυκοί άνθρωποι που έχεις ποτέ γνωρίσει. Οπότε ήταν “στυγνοί” επειδή ήταν τόσο ευαίσθητοι που πονούσαν πολύ πιο έντονα από τους άλλους και έπρεπε να γίνουν σκληροί για να προστατευθούν. Το οποίο επίσης σημαίνει ότι προέβησαν σε φρικτά αδικήματα. Αλλά αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, όταν θεραπεύονται, γίνονται οι πιο ανοιχτόμυαλοι και γλυκείς άνθρωποι στον κόσμο. Το έχω δει να συμβαίνει με κρατούμενους στις ΗΠΑ: τους βλέπεις να βαδίζουν προς την οριστική καταστροφή και να αλλάζουν εντελώς όταν αρχίζουν να θεραπεύονται. Οπότε, είναι ακριβώς η ίδια η ευαισθησία που τους έκανε να είναι “στυγνοί” και αυτό σημαίνει ότι μπορούμε ταυτόχρονα να είμαστε οι πιο σκληροί αλλά και οι πιο ευαίσθητοι».Αυτή ακριβώς είναι η συνθήκη που συνδέει τη θεραπεία του τραύματος με την αναζήτηση της αλήθειας και με την πραγματική, αυθεντική στάση του βίου, καθώς πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να προσποιούμαστε για να ευχαριστούμε τους άλλους αλλά να φροντίζουμε να είμαστε απλώς ο εαυτός μας: «Το να είμαστε ευχάριστοι είναι μηχανισμός αντιμετώπισης διαφόρων καταστάσεων και αυτό δεν ικανοποιεί τις ανάγκες μας. Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι πραγματικά χρειαζόμαστε την προσκόλληση. Προσκόλληση σημαίνει εγγύτητα με άλλους ανθρώπους που είτε σε φροντίζουν είτε τους φροντίζεις εσύ. Ο εγκέφαλός μας είναι καλωδιωμένος, άμεσα συνδεδεμένος με τη φροντίδα. Έχουμε κυκλώματα στον εγκέφαλό μας σχεδιασμένα για να νοιαζόμαστε για τους άλλους.
Χωρίς αυτά, δεν θα υπήρχαμε. Στην πραγματικότητα, τα θηλαστικά δεν θα υπήρχαν, γιατί όλα οφείλουν να φροντίσουν τα μικρά τους. Αν δεν ήταν “καλωδιωμένα”, τα μικρά τους δεν θα επιβίωναν. Τα ερπετά, όμως, και τα φίδια, δεν είναι “καλωδιωμένα” με αυτόν τον τρόπο. Το φίδι θα γεννήσει μια ολόκληρη σειρά αυγών και… θα τα αφήσει, μετά εκείνα θα επιβιώσουν, μπορεί και όχι. Αλλά οι άνθρωποι και οι γάτες και οι σκύλοι και οι αρκούδες και οι φάλαινες δεν θα επιβίωναν αν δεν υπήρχε η φροντίδα. Υπάρχουν ορμόνες ή χημικές ουσίες στον εγκέφαλό μας που οδηγούν στη φροντίδα, αλλά έχουν και άλλες συναισθηματικές λειτουργίες κ.ο.κ. Αυτή η σχέση προσκόλλησης είναι απαραίτητη για τη ζωή και αυτή είναι που μας συνοδεύει διά βίου. Θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι, να νοιαζόμαστε, να μας νοιάζονται και να νοιαζόμαστε για τους άλλους. Γερνάμε, χρειαζόμαστε ξανά τη φροντίδα, αλλά ποτέ δεν τη χρειαζόμαστε τόσο απεγνωσμένα όσο όταν είμαστε μικροί. Υπάρχει και μια άλλη ανάγκη, που προέρχεται από την ελληνική λέξη “αυτο-“, για το ίδιο το “εγώ”. Πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας. Αυτό ακριβώς ονομάζω αυθεντικότητα».
Παλαιστίνη
Δεν θα μπορούσε, πάντως, να υπάρξει ουσιαστικότερο κλείσιμο σε μια συζήτηση που αφορά το τραύμα από την αναφορά στην Παλαιστίνη. Αναφερόμενη στη χρόνια και πραγματική ύπαρξη του τραύματος, η καλλιτεχνική διευθύντρια της Στέγης επικαλέστηκε μια περφόρμανς που είχε δει 25 χρόνια πριν στο Λονδίνο, την οποία αναφέρει συχνά στους συνεργάτες της, για έναν καλλιτέχνη που είχε τοποθετήσει μικρές κάμερες στο στομάχι του, από τις οποίες μπορούσε κανείς να δει σε μια οθόνη κυριολεκτικά τι γίνεται μέσα στο σώμα του και τις αντιδράσεις του σε πραγματικό χρόνο. Αυτό είναι που, όπως είπε η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, την έκανε για πρώτη φορά να αντιληφθεί τι σημαίνει «ένστικτο του στομαχιού», κάτι άκρως ρεαλιστικό και διόλου μεταφυσικό.
Μερικά τραύματα που είναι απτά, ρεαλιστικά και ακραία, δεν μπορεί να τα αρνηθεί κανείς, και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έφερε τη Γάζα, ζητώντας από τον συνομιλητή της να σχολιάσει αυτή την κόλαση – όχι μόνο λόγω ιδιότητας αλλά και λόγω της εβραϊκής του καταγωγής και εμπειρίας: «Αυτό που έχω να σας πω είναι ότι πέρυσι επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Άουσβιτς. Παραλίγο, μάλιστα, να βρεθώ εκεί μαζί με τη μητέρα μου, όταν ήμουν έξι μηνών, κάτι που δυστυχώς δεν απέφυγαν άλλοι συγγενείς μου, συγκεκριμένα ο παππούς μου, που ήταν γιατρός και συγγραφέας, όπως είμαι κι εγώ σήμερα», απάντησε συγκινημένος ο Γκάμπορ Ματέ.
«Στάθηκα, λοιπόν, σε ένα σημαντικό σημείο στο Μπίρκεναου, που είναι το τμήμα εξόντωσης του στρατοπέδου, εκεί όπου κατέβαιναν από τα τρένα και στέλνονταν κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Φεύγοντας από εκεί –παρεμπιπτόντως, με είχε καλέσει μια πολωνική ομάδα να μιλήσω για την Παλαιστίνη– πήγα σε πέντε ιερές πόλεις, στο Γκντανσκ και στο Βρότσλαβ και στη Βαρσοβία και στην Κρακοβία και σε άλλη μια πόλη. Πρέπει στο σημείο αυτό να ομολογήσω ότι στα νιάτα μου ήμουν σιωνιστής. Μου φαινόταν απόλυτα λογικό τότε, μετά από αυτό που μας συνέβη, να έχουμε τη δική μας χώρα και τον δικό μας στρατό και το δικό μας κράτος, ώστε να μην μας ξανασυμβεί ποτέ ξανά κάτι τέτοιο. Ήταν φυσικό, κατά κάποιον τρόπο, να το πιστεύω, και είχε νόημα. Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς δεν μου είχε μιλήσει ποτέ για τους Παλαιστίνιους. Κανείς δεν μου είπε ποτέ ότι στη γη που διεκδικήσαμε για εμάς ήδη ζούσαν άνθρωποι. Και ότι για να πάρουμε εκείνη τη γη, έπρεπε να καταπιέσουμε, να σκοτώσουμε, να σφαγιάσουμε, να ληστέψουμε, να εκδιώξουμε και να εξορίσουμε τον ντόπιο πληθυσμό. Αυτό δεν ήταν κάτι που το είδαν εκ των υστέρων· το ήξεραν εξαρχής. Και υπήρχαν άνθρωποι που τους προειδοποίησαν και τους είπαν: δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, γιατί ζουν ήδη άλλοι εκεί. Αλλά αυτό δεν απασχολούσε τους σιωνιστές, όπως ο πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν», υποστήριξε με θέρμη ο Ματέ.
Γκάμπορ Ματέ, «Όταν το σώμα λέει όχι», μτφρ: Μαρία Κουκιάδη,
εκδόσεις Key Books
«Ο ιδρυτής, λοιπόν, του Εργατικού Κόμματος ήταν φίλος του παππού μου –που με τη σειρά του εκπροσωπούσε τους αναθεωρητικούς σιωνιστές, οι οποίοι αργότερα έγιναν το κόμμα Λικούντ, το οποίο είναι το σημερινό κυβερνών κόμμα– και μας έλεγε ότι πρέπει να σταματήσουμε να αποκαλούμε τους Άραβες τρομοκράτες, γιατί δεν είναι. Είναι απλώς άνθρωποι που υπερασπίζονται την πατρίδα τους. Και, όπως ξέρουμε, κανείς δεν παραδίδει την πατρίδα του αμαχητί. Οι Έλληνες το ξέρουν αυτό, που πολεμούσαν με όλο τους το είναι κατά των Τούρκων κατακτητών. Επομένως, η αντίσταση των Αράβων –και ειδικά των Παλαιστινίων–απέναντι σε εμάς ήταν λογική γιατί απλώς έκαναν αυτό που θα κάναμε κι εμείς στη θέση τους. Οπότε ήταν λάθος εξαρχής να τους αποκαλούμε “τρομοκράτες”. Και αυτό είναι κάτι που δεν άρχισε το 1948, αλλά πολύ νωρίτερα».
Όλα αυτά, μαζί με την ενδελεχή μελέτη της ιστορίας, υποστήριξε ότι τον έκαναν να εγκαταλείψει τον σιωνισμό. «Έχω πάει στην Παλαιστίνη αρκετές φορές. Τελευταία ήταν το 2022· δούλεψα με διαφορετικές ομάδες. Και συνειδητοποίησα, όταν βρέθηκα με γυναίκες τραυματισμένες ψυχικά από βασανιστήρια σε φυλακές των Ισραηλινών, ότι αυτά τα κάνουν στους Παλαιστίνιους χρόνια τώρα. Οι βιασμοί και τα βασανιστήρια των Παλαιστινίων γίνονται τουλάχιστον από το 1948. Αυτό είναι καταγεγραμμένο όχι μόνο από τους Παλαιστίνιους αλλά και από διαφορετικές πηγές, αν και θα αρκούσε και μόνο η μαρτυρία τους. Δεν καταλαβαίνω γιατί επικαλούμαστε την εβραϊκή εμπειρία, όσον αφορά το Ολοκαύτωμα, και όχι τους Παλαιστίνιους όταν υποστηρίζουν όλα αυτά που τους συνέβησαν. Πάντα όμως απαιτούμε η εμπειρία των Παλαιστινίων να επικυρωθεί από κάποιον άλλον. Όταν εργαζόμουν, λοιπόν, το 2022 με αυτές τις γυναίκες τις βασανισμένες σε ισραηλινές φυλακές, που υπέφεραν από μετατραυματικό στρες, είδα πράγματα που δεν περιγράφονται. Το Ισραήλ κρατά δεκάδες χιλιάδες ή χιλιάδες Παλαιστίνιους στη φυλακή, χωρίς να τους παραχωρεί το δικαίωμα της δίκης και πολλές φορές χωρίς καν να έχει αποδεικτικά στοιχεία εναντίον τους, και ενώ είναι γνωστό πως βάσει του διεθνούς δικαίου έχουν δικαίωμα στην αντίσταση, ειδικά απέναντι σε ένα κράτος στρατιωτικής κατοχής.
Αλλά ούτε αυτό τους αναγνωρίζεται, αντιθέτως βασανίζονται, βιάζονται και κακοποιούνται. Παιδιά λιμοκτονούν σε ισραηλινές φυλακές και οι εφημερίδες σας δεν το αναφέρουν καν. Η κυβέρνησή σας δεν το λέει. Το ναυτικό σας δεν προστατεύει τη νηοπομπή. Κανείς δεν το κάνει. Έπειτα έχουμε τη Γενοκτονία. Και όταν λέω “Γενοκτονία”, το λέω έχοντας πλήρη επίγνωση. Υπάρχουν τουλάχιστον 10 Εβραίοι Ισραηλινοί μελετητές του Ολοκαυτώματος που έχουν πει ότι αυτό που έκανε και κάνει το Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονία, χειρότερο από το Άουσβιτς. Όταν λέω ότι είναι χειρότερο από το Άουσβιτς, δεν εννοώ ότι η εμπειρία είναι χειρότερη, γιατί δεν υπάρχει τίποτα σαν το Άουσβιτς. Εννοώ ότι αυτήν τη φορά το βλέπουμε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Δεν μπορούμε, επομένως, να αναρωτιόμαστε πώς γίνεται ο κόσμος να επέτρεψε τη γενοκτονία των Εβραίων, των ομοφυλοφίλων και των Ρομά –ξέρετε τι συνέβη εδώ στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη και αλλού– και να επιτρέπουμε να συμβαίνει αυτό μπροστά στα μάτια μας. Οι Γερμανοί έκαναν τα πάντα για να το κρύψουν, ενώ τώρα το βλέπουμε ακόμα και στο YouTube και το TikTok, απροκάλυπτα. Είναι ό,τι χειρότερο έχω δει σε όλη μου τη ζωή. Και μπορώ να πω και κάτι ακόμα, ίσως το ξέρετε, ίσως όχι. Όταν παιδιά τραυματίζονται στη Γάζα και πρέπει να ακρωτηριαστούν τα άκρα τους, αυτό γίνεται χωρίς αναισθησία, επειδή δεν υπάρχει αναισθησία διαθέσιμη. Φανταστείτε να έχετε ένα κόψιμο στο χέρι και να ράβουν το τραύμα χωρίς αναισθησία. Δεν μιλάμε για πληγές και βελόνες, μιλάμε για πριόνια που κόβουν το άκρο σου και δεν σου επιτρέπεται να έχεις αναισθησία αν είσαι παιδί. Αυτό συμβαίνει στη Γάζα και δεν το λέει κανείς. Ούτε η δική μου, ούτε η δική σας κυβέρνηση, ούτε ο Τύπος το αναφέρει, και είναι σχεδόν ασύλληπτο. Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες γι’ αυτό το θέμα γιατί τίποτα στη ζωή μου δεν με έχει πληγώσει τόσο πολύ. Περισσότερο από όλα με πληγώνει ότι το κάνουν στο όνομά μου, επειδή αυτό μας συνέβη κάποτε. Αυτό που ξέρω είναι ότι διαπράττουμε ένα τεράστιο αμάρτημα που γίνεται ακόμα χειρότερο επειδή το βλέπουμε να συμβαίνει αλλά δεν παρεμβαίνουμε. Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο».