Η Nan Goldin επέστρεψε στο Παρίσι με το This Will Not End Well, τη μεγάλη αναδρομική έκθεση που άνοιξε στις 18 Μαρτίου στο Grand Palais και θα διαρκέσει έως τις 21 Ιουνίου.
Είναι η πρώτη στη Γαλλία που τη φέρνει μπροστά όχι απλώς ως φωτογράφο, αλλά ως δημιουργό slideshows και βίντεο, δηλαδή ως καλλιτέχνιδα που έκανε τις εικόνες της να κινούνται σαν ταινίες από έρωτα, εξάρτηση, κοινότητα, τραύμα και επιβίωση.
Στο Grand Palais, η Goldin δεν επιστρέφει σαν μια θρυλική μορφή της φωτογραφίας που μπαίνει ευλαβικά σε κορνίζες. Επιστρέφει ως κάποια που πήρε φίλους, εραστές, drag queens, τρανς γυναίκες, οικογενειακά φαντάσματα, ουσίες, απώλειες και νύχτες χωρίς αύριο και τα μετέτρεψε σε μια μορφή μνήμης που ακόμη καίει. Η έκθεση απλώνεται μέσα από έξι βασικά έργα και ειδικά σχεδιασμένα περίπτερα της Hala Wardé, σαν ένα μικρό χωριό από σκοτεινούς θαλάμους, όπου κάθε στάση μοιάζει με άλλη βύθιση.
Εδώ βρίσκεται και το ουσιαστικότερο κλειδί του This Will Not End Well. Η Goldin δεν ξανασυστήνεται ως η μεγάλη φωτογράφος μιας downtown ευαισθησίας, αλλά ως filmmaker of stills, όπως έλεγε πάντα και η ίδια. Οι εικόνες της δεν είναι φτιαγμένες για να κρεμαστούν ήσυχα σε τοίχους και να τις προσπεράσεις με το σωστό βλέμμα πολιτισμικής κατανάλωσης. Εχουν ήχο, έχουν διάρκεια, έχουν ρυθμό, έχουν τη βραδύτητα μιας πληγής και την ένταση ενός ξενυχτιού που δεν είπε ποτέ την τελευταία του λέξη.
Το The Ballad of Sexual Dependency, η μεγάλη καρδιά του έργου της, παραμένει εδώ σαν κάτι περισσότερο από ιστορικό έργο. Είναι το ημερολόγιο μιας κοινότητας που αγάπησε με λύσσα, καταστράφηκε με πάθος, χόρεψε, φωτογραφήθηκε, τρυπήθηκε, φίλησε, πένθησε και χτυπήθηκε από το AIDS. Η δύναμή του δεν βρίσκεται μόνο στο ότι κατέγραψε έναν κόσμο. Βρίσκεται στο ότι αρνήθηκε να τον αφήσει να εξαφανιστεί αθόρυβα.
Δίπλα του, το The Other Side επιστρέφει στους τρανς φίλους της όχι σαν θέμα, αλλά σαν εκλεγμένη οικογένεια, σαν κόσμο τρυφερότητας, πόζας, επινόησης και επιβίωσης. Το Sisters, Saints, Sibyls γυρίζει στο οικογενειακό τραύμα και στην αυτοκτονία της αδελφής της Barbara, εκεί όπου η προσωπική καταστροφή δεν γίνεται confession αλλά τελετουργία μνήμης. Και τα Memory Lost και Sirens περνούν μέσα από τη ζάλη της εξάρτησης, την απορρύθμιση, το σκοτάδι των οπιοειδών και την εκστατική, τρομακτική στιγμή όπου η ευφορία και η κατάρρευση μοιράζονται το ίδιο πρόσωπο.
Στο Stendhal Syndrome, η Goldin στρέφεται στη μυθολογία και στην τέχνη ως σωματικό σοκ, αλλά ακόμη κι εκεί επιστρέφει στο ίδιο πεδίο έντασης: τι συμβαίνει όταν η ομορφιά, η μνήμη ή ο πόνος γίνονται πιο μεγάλα από το σώμα που τα κουβαλά. Στις εικόνες της δεν υπάρχει ποτέ καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στην αισθητική και το τραύμα. Η εικόνα είναι πάντα και επιθυμία και μαρτυρία, και χάδι και χαστούκι.
Και βέβαια, τίποτα στη Nan Goldin δεν μένει μόνο ιδιωτικό, όσο ιδιωτικά κι αν μοιάζουν τα δωμάτια, τα κρεβάτια, τα σώματα και οι φίλοι της. Από το AIDS και την εξάρτηση μέχρι το P.A.I.N. και τη σύγκρουσή της με τους Sackler, το έργο της επιμένει πως η οδύνη δεν πέφτει ποτέ από τον ουρανό, αλλά έχει πάντα από πίσω της έναν κόσμο που την παρήγαγε, την άφησε να σαπίσει ή προσπάθησε να τη σβήσει. Ισως γι’ αυτό οι εικόνες της συνεχίζουν να πονάνε τόσο: γιατί δεν ζητούν να λυπηθείς. Ζητούν να δεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω από αυτή την έκθεση επιστρέφει ξανά και το All the Beauty and the Bloodshed της Laura Poitras, το ντοκιμαντέρ που έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο πώς η ζωή και το έργο της Goldin δεν χωρίζονται ποτέ. Από την αυτοκτονία της αδελφής της και τη φωτογραφία ως πράξη επιβίωσης μέχρι την εξάρτηση από το OxyContin, το P.A.I.N. και τη σύγκρουσή της με τους Sackler, η Goldin επιμένει σε κάτι που το έργο της ήξερε από την αρχή: ότι η ομορφιά και η αιματοχυσία δεν είναι δύο διαφορετικές ιστορίες, αλλά το ίδιο σκισμένο σώμα του κόσμου.
Το This Will Not End Well δεν μοιάζει λοιπόν με ήσυχη αναδρομή, ούτε με καλλιτεχνικό μνημόσυνο μιας εποχής που χάθηκε. Μοιάζει περισσότερο με κάθοδο σε έναν κόσμο όπου το σεξ, η αγάπη, οι ουσίες, οι φίλοι, οι νεκροί, η οικογένεια, η queer κοινότητα και η πολιτική δεν μπαίνουν σε διαφορετικά δωμάτια. Συνυπάρχουν. Μολύνουν το ένα το άλλο. Και μένουν εκεί, ζωντανά, άβολα, ανοιχτά.
Γι’ αυτό και η Goldin συνεχίζει να χαράζει τόσο βίαια το τώρα: γιατί δεν φωτογράφισε ποτέ για να ομορφύνει τη ζωή. Φωτογράφισε για να μην μπορέσει κανείς να πει ότι δεν είδε.