Η Χαν Κανγκ δεν είναι μόνο η συγγραφέας που τιμήθηκε πρόσφατα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είναι και μια συγγραφέας που το ελληνικό κοινό είχε ήδη διαβάσει με ένταση, πολύ πριν το Νόμπελ βάλει το όνομά της στο κέντρο της παγκόσμιας προσοχής.
Ισως γι’ αυτό η σπάνια συνέντευξή που έδωσε πρόσφατα στη Vogue, με αφορμή το Light and Thread, διαβάζεται τώρα σαν μια καθαρή υπενθύμιση του τι ακριβώς διακυβεύεται στη γραφή της: πώς συνεχίζεις να αισθάνεσαι όταν ο κόσμος επιμένει να παράγει βία.
Η Χαν Κανγκ δεν είναι συγγραφέας που αντιμετώπισε ποτέ τη βία ως απλό θεματικό υλικό. Στα βιβλία της η βία είναι πάντα κάτι που περνά μέσα στο σώμα, το αλλάζει, το πληγώνει, το κάνει να σωπαίνει ή να μιλά αλλιώς. Από το The Vegetarian μέχρι το Human Acts και το We Do Not Part, δεν γράφει απλώς για την καταπίεση, τη σφαγή ή το τραύμα. Γράφει για τον τρόπο με τον οποίο αυτά συνεχίζουν να ζουν μέσα στους ανθρώπους, στις οικογένειες, στις πόλεις, στις σιωπές, ακόμη και στις πιο μικρές χειρονομίες της καθημερινότητας.
Εκεί ακριβώς αποκτά βάρος και το νέο βιβλίο της. Το Light and Thread δεν είναι μυθοπλασία. Κι όμως, δεν έρχεται απλώς να «εξηγήσει» το έργο της. Μοιάζει περισσότερο σαν να ανοίγει λίγο την πόρτα προς το εσωτερικό δωμάτιο της γραφής της. Η νομπελική ομιλία, τα δοκίμια, τα αποσπάσματα ημερολογίου, οι σημειώσεις για τον κήπο, όλα αυτά δεν λειτουργούν σαν συμπληρωματικό υλικό για αφοσιωμένους αναγνώστες. Λειτουργούν σαν απόδειξη ότι, στη δική της περίπτωση, η λογοτεχνία δεν ξεκινά από την επινόηση, αλλά από μια επίμονη, σχεδόν σωματική ερώτηση προς τον κόσμο.
Και η πιο σημαντική από αυτές τις ερωτήσεις παραμένει ίδια: πώς αντιστέκεσαι στη βία χωρίς να γίνεις ίδιος με εκείνη; Στο βιβλίο αλλά και στη συνέντευξη επανέρχεται η φράση της από τη νομπελική της ομιλία: «Μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να αρνηθούμε τη βία;» Είναι από εκείνες τις φράσεις που δεν ζητούν απλώς απάντηση. Ζητούν στάση ζωής. Γιατί η Χαν Κανγκ δεν μιλά για μια αφηρημένη ηθική θέση. Μιλά για το αν ο άνθρωπος μπορεί να μείνει ανοιχτός στην ευαλωτότητα, στο πένθος και στη μνήμη χωρίς να κλείσει, χωρίς να αναισθητοποιηθεί, χωρίς να παραδοθεί στον κυνισμό.
Εκεί βρίσκεται και το πιο δυνατό σημείο της συνέντευξης. Οταν τη ρωτούν τι μπορεί να κάνει η τέχνη σε τέτοιους καιρούς, δεν απαντά με τις γνώριμες κοινοτοπίες περί θεραπείας ή παρηγοριάς. Απαντά σχεδόν αντίστροφα. Λέει ότι το να αισθάνεσαι έντονα είναι πιο οδυνηρό από το να μην αισθάνεσαι καθόλου. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να μείνουμε εκεί, να συνεχίσουμε να αισθανόμαστε και να φανταζόμαστε. Η λογοτεχνία, για εκείνη, δεν είναι διακοσμητική ούτε συμπληρωματική. Είναι αναγκαία επειδή κρατά τον αναγνώστη ανοιχτό, εκτεθειμένο, ικανό να παραμένει ευαίσθητος απέναντι στη ζωή.
Αυτό έχει ιδιαίτερη δύναμη σήμερα, ακριβώς επειδή ο καιρός μας κάνει το αντίθετο. Μας σπρώχνει προς το μούδιασμα. Προς την εξάντληση. Προς την αίσθηση ότι η βία είναι τόσο παντού, τόσο συνεχής και τόσο ατέλειωτη, ώστε ο μόνος τρόπος να αντέξεις είναι να γίνεις λίγο πιο σκληρός, λίγο πιο αδιάφορος, λίγο πιο ανίκανος να νιώσεις. Η Χαν Κανγκ επιμένει ότι αυτό είναι το πρώτο βήμα της ήττας. Και ότι η λογοτεχνία έχει ακόμη νόημα μόνο αν μας κρατά ανοιχτούς εκεί όπου όλα μέσα μας θέλουν να κλείσουν.
Το συγκλονιστικό είναι ότι αυτή η ηθική της επιμονής δεν ακούγεται ποτέ μεγαλόστομη. Ισως επειδή έρχεται μέσα από πολύ ταπεινές, σχεδόν ήσυχες εικόνες. Μιλά για τον κήπο της, για το πώς μετακινεί καθρέφτες στο έδαφος ώστε να δώσει φως σε φυτά που δεν το έχουν αρκετό. Είναι μια εικόνα μικρή, αλλά βαθιά εύγλωττη. Σαν να περιγράφει, χωρίς να το διακηρύσσει, ολόκληρη τη μέθοδό της: η γραφή ως προσπάθεια να φτάσει το φως εκεί όπου δεν φτάνει φυσικά, να βρεθεί ένας τρόπος να φωτιστεί ό,τι αλλιώς θα έμενε στη σκιά.
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που μιλά για τη διαδικασία της γραφής. Δεν υπάρχει εδώ καμία φετιχιστική μυθολογία του συγγραφέα. Δεν μιλά σαν κάποια που ελέγχει το έργο της από απόσταση. Μιλά σαν άνθρωπος που χάνεται και ξαναβρίσκει τον δρόμο του μέσα στο βιβλίο. Λέει πως όταν γράφει είναι σαν να περπατά. Συχνά χάνεται, αλλά προσπαθεί να κρατήσει τη γραφή και να συνεχίσει. Είναι ένας ορισμός της λογοτεχνίας όχι ως βεβαιότητας, αλλά ως επιμονής μέσα στην αβεβαιότητα.
Και βέβαια πίσω από όλα αυτά υπάρχει και η κορεατική ιστορία, που στη δική της γραφή επιστρέφει όχι σαν εθνικό τραύμα προς μνημόνευση, αλλά σαν ανοιχτή πληγή. Το Human Acts και το We Do Not Part δεν γράφτηκαν για να αποδώσουν απλώς τιμές στους νεκρούς ή να τακτοποιήσουν ένα παρελθόν. Γράφτηκαν γιατί αυτά τα γεγονότα δεν είχαν ποτέ τελειώσει πραγματικά. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία θάβει, σωπαίνει ή αποφεύγει τη βία της καθορίζει και το παρόν της. Οταν λέει ότι η μισαλλοδοξία, ο αποκλεισμός και η απόπειρα εξόντωσης μπορούν πάντα να επανέλθουν, δεν μιλά ιστορικά. Μιλά από το κέντρο του τώρα.
Ισως αυτό να εξηγεί και γιατί η φωνή της διαβάζεται τόσο έντονα σήμερα. Η Χαν Κανγκ δεν προσφέρει αισιοδοξία με τη φτηνή έννοια. Δεν υπόσχεται ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν προτείνει καμία εύκολη λύση. Αυτό που προτείνει είναι κάτι πιο δύσκολο και πιο έντιμο: μια εύθραυστη αλλά πραγματική ελπίδα, που δεν αρνείται τη φρίκη αλλά συνεχίζει να κινείται μέσα της. Οχι μια μεγάλη αφηρημένη αισιοδοξία, όπως λέει και η ίδια, αλλά μια ειλικρινή, έστω εύθραυστη, ελπίδα που δεν αφήνεις να σβήσει.
Και ίσως γι’ αυτό η φωνή της ακούγεται τόσο σημαντική αυτή τη στιγμή. Επειδή αρνείται και τις δύο εύκολες διαδρομές που μας προσφέρονται διαρκώς: την υπερδιέγερση του συναισθήματος από τη μία και την πλήρη απονέκρωση από την άλλη. Η Χαν Κανγκ επιμένει σε μια τρίτη δυνατότητα: να μείνεις ευαίσθητος χωρίς να γίνεις αφελής, να συνεχίσεις να κοιτάς χωρίς να συνηθίσεις, να συνεχίσεις να φαντάζεσαι χωρίς να ψεύδεσαι.
Αυτό είναι το πιο ακριβές και το πιο πολύτιμο που αφήνει πίσω της αυτή η σπάνια συνέντευξη. Οτι η τέχνη δεν είναι χρήσιμη όταν μας παρηγορεί από τον κόσμο. Είναι χρήσιμη όταν μας εμποδίζει να τον δεχτούμε όπως είναι.
με στοιχεία από τη Vogue