Η Myriam Boulos λέει ότι απ’ έξω μοιάζει ήρεμη, αλλά μέσα της συμβαίνει ένας ολόκληρος κόσμος. Η φωτογραφία είναι το σημείο όπου αυτός ο εσωτερικός κόσμος συναντά τη Βηρυτό: τους δρόμους, τα σώματα, τα φιλιά, τους φόβους, τους φίλους, την επιθυμία, τη βία, τη μόδα, τη νύχτα.
Σε νέο cover story του Dazed MENA, η Λιβανέζα φωτογράφος, associate photographer του Magnum Photos, μιλά στον Ahmad Swaid για το έργο της, τη σχέση της με την εικόνα, τη δημόσια ζωή της Βηρυτού, τις φωτογραφίες που έκανε για τον Harry Styles και την ανάγκη να συνεχίζει να φωτογραφίζει ακόμη κι όταν η πραγματικότητα γύρω της γίνεται πιο βαριά από όσο αντέχει κανείς να κοιτάξει.
Το κείμενο ξεκίνησε ως μια γιορτή της δουλειάς της. Η Boulos είχε μόλις ολοκληρώσει το πρώτο της self-shot cover για το Dazed MENA, μαζί με μια σειρά εικόνων που άνοιγαν τον κόσμο της προς την ευρύτερη τοπική κοινότητα. Όμως η συνομιλία γράφτηκε μέσα σε μια νέα περίοδο αστάθειας και βίας στην περιοχή. Έτσι, ακόμη κι όταν το θέμα είναι η εικόνα, η μόδα ή η επιθυμία, η πραγματικότητα της Βηρυτού δεν μένει ποτέ έξω από το κάδρο.
Η Boulos έχει χτίσει ένα έργο που κινείται ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό. Φωτογραφίζει νεολαία, υποκουλτούρες, χώρους αντίστασης, στιγμές οικειότητας, δημόσιες εκρήξεις, σώματα που ζητούν να υπάρξουν μέσα σε μια πόλη όπου η καθημερινότητα διακόπτεται ξανά και ξανά από κρίσεις. Οι φωτογραφίες της δεν κοιτούν τη Βηρυτό από απόσταση. Μοιάζουν να βγαίνουν μέσα από την ίδια της την ένταση.
Έγινε ευρύτερα γνωστή σε διεθνές κοινό και μέσα από τη συνεργασία της με τον Harry Styles. Για την πρόσφατη περιοδεία του, δημιούργησε μια σειρά από κοντινές εικόνες φιλιών στη Βηρυτό, εικόνες γεμάτες σάρκα, ανάσα, φλας, επιθυμία και μια τρυφερότητα που δεν προσπαθεί να γίνει καθωσπρέπει. Οι φωτογραφίες ταξίδεψαν μαζί με την περιοδεία, εμφανίστηκαν σε δημόσιους χώρους πόλεων και έβαλαν τη ματιά της Boulos σε ένα παγκόσμιο pop πλαίσιο χωρίς να την αποστειρώσουν.
Όμως η Boulos δεν είναι «η φωτογράφος του Harry Styles». Αυτό είναι απλώς ένα από τα σημεία όπου ο κόσμος της συνάντησε τη διεθνή pop κυκλοφορία. Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο που φωτογραφίζει την επιθυμία χωρίς να την κάνει lifestyle, και την πολιτική χωρίς να τη μετατρέπει σε σύνθημα.
Η ίδια λέει ότι η φωτογραφία είναι ο τρόπος της να πλησιάζει την πραγματικότητα. Ως παιδί ήταν ντροπαλή, συχνά χαμένη στις σκέψεις της. Η μητέρα της επέμενε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα: το κεφάλι της ήταν στα σύννεφα επειδή ήταν καλλιτέχνιδα. Η Boulos δεν αγαπά απαραίτητα να περιγράφει τον εαυτό της έτσι, αλλά αναγνωρίζει ότι αυτή η λέξη λειτούργησε σαν προστασία.
Στη φωτογραφία βρήκε κάτι πιο άμεσο από τη γλώσσα. Μια δυνατότητα να υπάρξει χωρίς να εξηγηθεί πλήρως.
Η οπτική της γλώσσα είναι αναγνωρίσιμη: κορεσμένα χρώματα, άμεσο φλας, δέρμα, ιδρώτας, βλέμματα που δεν μαλακώνουν για τον θεατή, εικόνες που μοιάζουν ταυτόχρονα νυχτερινές και εξομολογητικές. Η Boulos λέει ότι άρχισε να χρησιμοποιεί άμεσο φλας το 2013. Για εκείνη, το φλας δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι τρόπος να νιώσει υφές, να πλησιάσει την πραγματικότητα, να φωτίσει πράγματα που με γυμνό μάτι μπορεί να έχουν γίνει αόρατα.
Αυτό εξηγεί και τη δύναμη των εικόνων της. Δεν προσπαθούν να είναι «όμορφες» με ασφαλή τρόπο. Είναι κοντινές, μερικές φορές άβολες, μερικές φορές σχεδόν υπερφωτισμένες, σαν να μη θέλουν να αφήσουν τίποτα να κρυφτεί τελείως.
Η ίδια μιλά και για τον φόβο της. Φοβάται, λέει, τον τρόπο που ζούμε, την αδυναμία μας να είμαστε παρόντες, τον εθισμό στον ψηφιακό κόσμο. Αλλά αναγνωρίζει και ότι ο ψηφιακός κόσμος την έσωσε με πολλούς τρόπους, επειδή η γλώσσα των εικόνων υπάρχει εκεί πιο φυσικά από ό,τι στην καθημερινή προφορική ζωή. Για μια φωτογράφο που νιώθει πως υπάρχει συχνά καλύτερα μέσα από εικόνες παρά μέσα από φυσική παρουσία, αυτό δεν είναι απλώς τεχνολογική παρατήρηση. Είναι τρόπος επιβίωσης.
Η Boulos λέει ότι για κάποια χρόνια στα είκοσί της, η φωτογραφία και το να κάνει έρωτα ήταν οι τρόποι της να είναι παρούσα στον πραγματικό κόσμο και να συνδέεται με άλλους ανθρώπους. Αυτή η φράση θα μπορούσε να σταθεί σχεδόν σαν κλειδί για όλο το έργο της. Στις εικόνες της, το σώμα δεν είναι ποτέ μόνο σώμα. Είναι απόδειξη παρουσίας.
Αυτή η σχέση με το σώμα περνά και μέσα από τη μόδα. Στο cover story, η Boulos μιλά για τη δυσκολία της να βρίσκεται μπροστά στην κάμερα, να είναι η ίδια εικόνα και ταυτόχρονα να τη δημιουργεί. Η μόδα, όμως, της προσφέρει κάτι σημαντικό: έναν τρόπο να διαλέγεις πώς θα φανείς, τι θα δείξεις, τι θα κρύψεις, πώς θα μεταφέρεις το σώμα σου από την αντικειμενοποίηση στην έκφραση.
Λέει ότι συχνά ντύνεται απλά, με μαύρο τοπ και τζιν ή φούστα, για να αποφύγει την υπερφόρτωση των επιλογών και την προσοχή των άλλων. Στο shooting, όμως, το styling έγινε παιχνίδι, σχεδόν επιστροφή στην παιδική επιθυμία να φοράς παπούτσια μεγαλύτερα από τα πόδια σου. Η ίδια μιλά για την περίεργη σχέση της με το σώμα και τον χώρο, σαν να μην μπορεί πάντα να εντοπίσει πού ακριβώς βρίσκεται. Οι καθρέφτες, λέει, τη γειώνουν. Της λένε: είσαι εδώ, είσαι αληθινή.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συνέντευξης: η φωτογράφος που έχει μάθει να βλέπει τους άλλους χρειάζεται την εικόνα για να οργανώσει και τον εαυτό της μέσα στον κόσμο.
Το έργο της Boulos έχει συχνά διαβαστεί μέσα από τη Βηρυτό, αλλά όχι με τον τρόπο που η Δύση συχνά απαιτεί από εικόνες της περιοχής: πόνος, ερείπια, πόλεμος, εξήγηση. Η ίδια δείχνει να αντιστέκεται σε αυτό. Μιλά για την ευθύνη της φωτογραφίας, για το πώς οι εικόνες από την περιοχή μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των ίδιων των ανθρώπων που απεικονίζουν, ειδικά όταν δυτικά μέσα αλλάζουν το νόημά τους με λεζάντες και τίτλους.
Για εκείνη, η φωτογραφία δεν πρέπει να τροφοδοτεί τη μηχανή του πολέμου. Πρέπει να βρει τρόπους να λειτουργεί αλλιώς: αργά, με ακρόαση, με φροντίδα, με ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που μπαίνουν στο κάδρο.
Το πιο δυνατό σημείο ίσως βρίσκεται στη σχέση της με τους δρόμους. Στο βιβλίο της What’s Ours, που κυκλοφόρησε από το Aperture το 2023, υπάρχει μια φράση από ημερολόγιο: «Οι φίλοι μου κι εγώ βγάζαμε γυμνές φωτογραφίες στους δρόμους της Βηρυτού. Ήταν ο δικός μας τρόπος να διεκδικήσουμε ξανά τους δρόμους και τα σώματά μας — όλα όσα υποτίθεται ότι είναι δικά μας».
Αυτό το «δικά μας» είναι κεντρικό στη δουλειά της. Η πόλη, το σώμα, η εικόνα, η επιθυμία, η νύχτα, ο δρόμος, το σπίτι. Η Boulos ψάχνει μια ρευστότητα ανάμεσα στο μέσα και το έξω, ανάμεσα στον προσωπικό κόσμο και τον δημόσιο χώρο. Θαυμάζει, λέει, τους ηλικιωμένους που περπατούν στη γειτονιά με ρόμπα σαν η Βηρυτός να είναι το σαλόνι τους. Σε αυτή την εικόνα υπάρχει όλη η πολιτική και ποιητική της επιθυμία: να μπορείς να υπάρξεις στον δρόμο χωρίς να απολογηθείς.
Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες της δεν μοιάζουν με απλές καταγραφές. Είναι μικρές συγκρούσεις ανάμεσα στο σώμα και τον κόσμο. Άλλοτε τρυφερές, άλλοτε βίαιες, άλλοτε αστείες, άλλοτε ερωτικές, άλλοτε σχεδόν παιδικές. Πάντα όμως επιμένουν ότι η ζωή δεν μπορεί να χωρέσει μόνο στη γλώσσα της κρίσης.
Η Boulos περιγράφει τον εαυτό της ως εύθραυστο, ευάλωτο, συναισθηματικό πλάσμα. Μιλά για τους ανθρώπους που αγαπά, για τις ειδικές συναντήσεις, για τους αγνώστους με τους οποίους μερικές φορές νιώθει πιο άνετα, για τη γάτα της, τη μουσική που ακούει εμμονικά, τα σύννεφα, το να ξαπλώνει στο έδαφος και να κοιτάζει τον ουρανό. Υπάρχει κάτι σχεδόν παιδικό σε αυτή την αυτοπεριγραφή, αλλά όχι αφελές. Είναι μια συνειδητή επιμονή στην ευαισθησία ως τρόπο ύπαρξης.
Στο τέλος, δεν είναι μόνο μια συνέντευξη με μια σημαντική φωτογράφο. Είναι και μια εικόνα του πώς μπορεί να λειτουργήσει η φωτογραφία σήμερα σε μια πόλη που ζει διαρκώς με τη διακοπή, την απειλή και την ανάγκη να συνεχίσει. Όχι σαν ουδέτερο ντοκουμέντο. Όχι σαν αισθητικοποιημένο τραύμα. Αλλά σαν χώρος όπου το σώμα, η μόδα, η επιθυμία και η φροντίδα μπορούν ακόμη να παράγουν μορφές ελευθερίας.
Η Myriam Boulos δεν φωτογραφίζει απλώς τη Βηρυτό. Φωτογραφίζει αυτό που επιμένει να αναπνέει μέσα της.
με στοιχεία από Dazed Mena