Ο Αντόνιο Μούνιοθ Μολίνα μιλά για τη δημοσιογραφία σαν κάποιος που τη γνώρισε από μέσα και τη βλέπει τώρα να απειλείται από δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από την ίδια. Στη μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στην El País, με αφορμή τα 50 χρόνια της εφημερίδας, ο ισπανός συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης της περιγράφει ένα τοπίο στο οποίο η δημοκρατική λογική υποχωρεί, το ρεπορτάζ ακριβαίνει και η γνώμη πληθαίνει ακριβώς επειδή κοστίζει λιγότερο.
Η πιο καθαρή του φράση είναι και η πιο σκληρή: υπάρχει, λέει, πληθωρισμός γνώμης, επειδή είναι πιο φθηνό από το να στείλεις έναν δημοσιογράφο κάπου να δει, να ερευνήσει και να γράψει τι πραγματικά συμβαίνει. Για τον Μούνιοθ Μολίνα, η ουσία της δημοσιογραφίας παραμένει απλή και απαιτητική μαζί: να πηγαίνεις στα μέρη, να κοιτάζεις, να καταγράφεις και να αναλύεις χωρίς να υποκαθιστάς την πραγματικότητα με εύκολη ρητορική.
Αυτό όμως, στη δική του ανάγνωση, δεν είναι ένα μεμονωμένο πρόβλημα του επαγγέλματος. Εντάσσεται σε μια πολύ μεγαλύτερη μετατόπιση, την οποία περιγράφει σχεδόν ως ιστορική απειλή. Μιλά για έναν «τεχνολογικό ολοκληρωτισμό» που, όπως λέει, θέλει να «καταστρέψει τον κόσμο όπως τον γνωρίσαμε» και να επιβάλει έναν άλλο, στον οποίο οι πιο ισχυροί παίκτες θα λειτουργούν έξω από κάθε κοινό κανόνα. Για τον ίδιο, το διαδίκτυο δεν είναι το πρόβλημα από μόνο του. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε, πρώτα ως υπόσχεση ελευθερίας και έπειτα ως μηχανή παραμόρφωσης, εξάρτησης και πολιτικής ισχύος.
Στη συνέντευξη επιμένει ότι για να σταθεί μια δημοκρατική κοινωνία χρειάζεται τουλάχιστον μια στοιχειώδης συμφωνία πάνω στην πραγματικότητα, μια ελάχιστη κοινή βάση πάνω στην οποία μπορεί να ξεχωρίσει κανείς το αληθινό από το ψευδές. Οταν αυτό διαλύεται, δεν διαλύεται μόνο ο δημόσιος διάλογος. Διαλύεται και η ίδια η δυνατότητα λογικής πολιτικής συνύπαρξης.
Ο Μούνιοθ Μολίνα συνδέει αυτή την κρίση με τη δύναμη των μεγάλων τεχνολογικών πλατφορμών και με την κυριαρχία ενός οικονομικού και πολιτικού οικοσυστήματος που, όπως λέει, έχει αγκαλιάσει ανοιχτά τον Τραμπ και βλέπει την Ευρωπαϊκή Ενωση ως βασικό εμπόδιο. Εκεί η συνέντευξη ξεφεύγει από τα όρια μιας απλής πολιτισμικής τοποθέτησης και αποκτά καθαρότερα πολιτικό βάρος. Ο συγγραφέας μιλά με οργή για κυβερνήσεις και δημοκρατικούς θεσμούς που συνεχίζουν να καταθέτουν τον δημόσιο λόγο τους μέσα σε δίκτυα τα οποία θεωρεί δομικά εχθρικά προς τη δημοκρατική ζωή.
Ο ίδιος δεν υιοθετεί τον ρόλο του προφήτη ούτε του ηθικού γκουρού. Αντιθέτως, αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την παλιά γαλλική ιδέα του «διανοούμενου» ως φωτισμένου καθοδηγητή. Προτιμά μια πιο ταπεινή αλλά πιο απαιτητική θέση: εκείνη του πολίτη που γράφει, παρακολουθεί, ανησυχεί και καταθέτει μαρτυρία. Γι’ αυτό και το πρότυπο που επικαλείται είναι ο Γιόζεφ Ροτ, ένας συγγραφέας που έβλεπε τον κίνδυνο να πλησιάζει όσο ακόμη άλλοι ήθελαν να πιστεύουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα.
Από εκεί περνά και στη μεγάλη του αγωνία για το παρόν. Δεν μιλά με νοσταλγία για έναν χαμένο κόσμο αθωότητας, αλλά για έναν κόσμο όπου η τεχνολογία, η συγκέντρωση πλούτου, η περιβαλλοντική καταστροφή και η εξάντληση της δημοκρατικής κουλτούρας κάνουν ολοένα δυσκολότερη την ιδέα ενός αξιοπρεπούς μέλλοντος. Οπως λέει, όσοι έχουν παιδιά και εγγόνια σκέφτονται αναγκαστικά έναν κόσμο στον οποίο οι ίδιοι δεν θα είναι πια εδώ, αλλά εκείνοι θα πρέπει να ζήσουν με τις συνέπειες.
Κι όμως, η συνέντευξη δεν μένει μόνο στη σκοτεινή διάγνωση. Ο Μούνιοθ Μολίνα λέει ότι εξακολουθεί να τον συγκινεί η αντίσταση των απλών ανθρώπων: των γυναικών στο Ιράν, των τοπικών κοινωνιών που αντιστέκονται στον αυταρχισμό, της καθημερινής αξιοπρέπειας όσων δεν έχουν εξουσία αλλά δεν παραιτούνται. Είναι μια στάση που δίνει στη σκέψη του κάτι πιο σύνθετο από απαισιοδοξία. Οχι αισιοδοξία, αλλά επιμονή.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται ο λόγος που τα λόγια του ακούγονται αυτή τη στιγμή πιο βαριά από μια συνηθισμένη πολιτισμική συνέντευξη. Δεν μιλά απλώς για την κρίση των media, ούτε μόνο για την αλλοίωση του επαγγέλματος.
Μιλά για έναν δημόσιο χώρο που γίνεται όλο και πιο φτηνός, πιο θορυβώδης και πιο ευάλωτος στη χειραγώγηση, ακριβώς τη στιγμή που η αλήθεια κοστίζει περισσότερο από ποτέ.
με στοιχεία απο El Pais