Για δεκαετίες, οι πρόεδροι των ΗΠΑ απέφευγαν ακόμη και την υπόνοια ότι θα μπορούσαν να αποκομίσουν προσωπικό όφελος από το αξίωμά τους.
Ο Χάρι Τρούμαν αρνήθηκε να αξιοποιήσει το όνομά του εμπορικά ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την προεδρία και μάλιστα αντιμετώπισε οικονομική προβλήματα στο τέλος της ζωής του. Ο Ρίτσαρντ Νίξον φοβόταν ότι συγγενείς του θα επωφελούνταν από τη σχέση τους, σε σημείο που έφτασε παρακολουθεί τις επικοινωνίες του αδελφού του. Ο τελευταίος επιχειρηματίας που είχε εκλεγεί πρόεδρος πριν τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, ρευστοποίησε τις προσωπικές του επενδύσεις πριν αναλάβει καθήκοντα.
Σήμερα, όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση.
Ο όμιλος Trump Organization επεκτείνεται διεθνώς με ταχείς ρυθμούς, σε μια περίοδο που ο ίδιος βρίσκεται στην εξουσία, με συμφωνίες σε τομείς που συνδέονται άμεσα με κρατικές αποφάσεις, από το εμπόριο έως τη στρατιωτική συνεργασία.
Υπό τη διαχείριση των γιων του, Έρικ Τραμπ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο όμιλος έχει επεκταθεί και στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, με δραστηριότητες που απέφεραν σημαντικά έσοδα αλλά προκάλεσαν ερωτήματα για πιθανή ευνοϊκή μεταχείριση επενδυτών.
Παράλληλα, οι δύο έχουν επενδύσει σε εταιρείες που επιδιώκουν συνεργασία με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Πρόσφατα απέκτησαν μερίδια σε εταιρεία κατασκευής οπλισμένων drones, η οποία διεκδικεί συμβάσεις με το Πεντάγωνο και με χώρες του Κόλπου που βασίζονται στην αμερικανική στρατιωτική στήριξη.
Όμιλος Τραμπ: Έντονη δραστηριότητα στο εξωτερικό
Κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, ο όμιλος δεν προχώρησε σε καμία συμφωνία εκτός των ΗΠΑ. Στη δεύτερη, μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο, έχει ήδη συνάψει οκτώ συμφωνίες στο εξωτερικό, οι οποίες, σύμφωνα με την εταιρεία, δεν παραβιάζουν τον εσωτερικό κανόνα αποφυγής άμεσων συνεργασιών με κυβερνήσεις. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις οι διαχωριστικές γραμμές είναι δυσδιάκριτες, ιδιαίτερα σε χώρες με ισχυρή κρατική παρέμβαση στην οικονομία.
Στο Κατάρ, έργο του ομίλου Τραμπ για γήπεδο γκολφ και πολυτελείς κατοικίες υλοποιείται με τη συμμετοχή εταιρείας που συνδέεται με το κράτος. Αντίστοιχα, στο Βιετνάμ, θερέτρο που φέρει το όνομα Τραμπ προχωρά με την έγκριση της κυβέρνησης, ενώ στη Σαουδική Αραβία σχεδιαζόμενο συγκρότημα αναπτύσσεται από εταιρεία με στενούς δεσμούς με τη βασιλική οικογένεια.
Δεν είναι σαφές κατά πόσο οι επιχειρηματικές αυτές κινήσεις επηρέασαν αποφάσεις της αμερικανικής πολιτικής. Ωστόσο, οι χώρες αυτές εξασφάλισαν οφέλη όπως πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία, χαλάρωση δασμών ή συμφωνίες για εξοπλισμούς.
Από την πλευρά του, ο όμιλος Τραμπ εισέπραξε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε αμοιβές. Ερωτηθείσα σχετικά, η εταιρεία υποστήριξε ότι δεν έχει συνάψει συμφωνίες με κυβερνήσεις, επισημαίνοντας ότι οι συνεργασίες αφορούν ιδιωτικές εταιρείες. Στην περίπτωση του Κατάρ, ανέφερε ότι πρόκειται για «συνεργασία» και όχι «εταιρική σχέση» που θα παραβίαζε τους εσωτερικούς της κανόνες.
Συμφωνίες με τα ΗΑΕ και ο ρόλος των κρυπτονομισμάτων
Ερωτήματα για ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων προκάλεσε και συμφωνία που αποκαλύφθηκε από τη Wall Street Journal. Λίγο πριν από την ορκωμοσία Τραμπ, η οικογένεια πούλησε σχεδόν το μισό της συμμετοχής στην εταιρεία κρυπτονομισμάτων World Liberty Financial σε εταιρεία συνδεόμενη με την κυβέρνηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, έναντι 500 εκατομμυρίων δολαρίων.
Παράλληλα, κρατικό επενδυτικό ταμείο των ΗΑΕ επένδυσε 2 δισεκατομμύρια δολάρια στην πλατφόρμα Binance, χρησιμοποιώντας ψηφιακό νόμισμα που είχε εκδώσει η ίδια η World Liberty. Η δομή της συναλλαγής επέτρεψε στην εταιρεία Τραμπ να τοποθετήσει τα κεφάλαια σε ασφαλή επενδυτικά προϊόντα και να αποκομίσει σημαντικά έσοδα από τόκους.
Λίγο αργότερα, η αμερικανική κυβέρνηση ήρε περιορισμούς της προηγούμενης διοίκησης και επέτρεψε στα ΗΑΕ πρόσβαση προηγμένη τεχνολογία μικροεπεξεργαστών.
Την ίδια περίοδο, ο ιδρυτής της Binance, Τσανγκπένγκ Ζάο, έλαβε χάρη από τον Τραμπ, παρότι είχε δηλώσει ένοχος για παραλείψεις που επέτρεψαν τη χρήση της πλατφόρμας για παράνομες δραστηριότητες. Δικηγόρος του Ζάο απέρριψε οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Binance και της απόφασης για απονομή χάρης.
Ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι οι αμερικανικές αρχές είχαν αντιμετωπίσει άδικα τον Ζάο, κάνοντας λόγο για «πόλεμο κατά των κρυπτονομισμάτων» από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Η World Liberty, από την πλευρά της, αρνήθηκε ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία με τα ΗΑΕ δεν σχετίζεται με την πολιτική των ΗΠΑ στον τομέα της τεχνολογίας.
Έσοδα δισεκατομμυρίων από τα κρυπτονομίσματα
Η δραστηριότητα της World Liberty Financial έχει δημιουργήσει μια ακόμη σημαντική πηγή εσόδων για την οικογένεια Τραμπ. Μέσω της πώλησης «tokens διακυβέρνησης», που δίνουν στους κατόχους ορισμένα δικαιώματα ψήφου χωρίς να αποτελούν μετοχικό κεφάλαιο, η εταιρεία συγκέντρωσε περίπου 2 δισ. δολάρια το προηγούμενο έτος.
Από τα έσοδα αυτά, εκατοντάδες εκατομμύρια κατευθύνθηκαν στην οικογένεια Τραμπ, τόσο μέσω της συμμετοχής της στην εταιρεία όσο και μέσω ξεχωριστής συμφωνίας που της εξασφαλίζει ποσοστό από τις πωλήσεις.
Μεταξύ των μεγαλύτερων επενδυτών ήταν ο δισεκατομμυριούχος των κρυπτονομισμάτων Τζάστιν Σαν, ο οποίος ως ξένος υπήκοος δεν θα μπορούσε, βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας, να χρηματοδοτήσει πολιτικές καμπάνιες στις ΗΠΑ. Μεταξύ εκλογής και ορκωμοσίας Τραμπ, επένδυσε περίπου 75 εκατ. δολάρια στα tokens. Σε βάρος του Σαν εκκρεμούσε αγωγή για παραπλάνηση επενδυτών, η οποία «πάγωσε» πριν τελικά διευθετηθεί τον περασμένο μήνα με την καταβολή προστίμου 10 εκατ. δολαρίων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη απήχηση γνώρισαν και τα λεγόμενα «meme coins» με το πρόσωπο του Τραμπ, που κυκλοφόρησαν λίγες ημέρες πριν από την ορκωμοσία του. Μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες, οι πωλήσεις τους απέφεραν περίπου 320 εκατ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ανάλυσης blockchain Chainalysis, με το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων να καταλήγει σε εταιρείες που συνδέονται με τον Τραμπ.
Σε αντίθεση με παραδοσιακές μορφές πολιτικής επιρροής, οι αγοραστές τέτοιων ψηφιακών νομισμάτων μπορούν να παραμένουν ανώνυμοι. Εξαίρεση αποτέλεσε και πάλι ο Σαν, ο οποίος δημοσιοποίησε ότι επένδυσε περίπου 200 εκατ. δολάρια και συμμετείχε σε εκδήλωση με τον Τραμπ για τους μεγαλύτερους αγοραστές.
Μια ακόμη εταιρεία της οικογένειας στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, η American Bitcoin, εισήχθη στο χρηματιστήριο τον Σεπτέμβριο, αποτιμώντας τη συμμετοχή των Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ σε περίπου 1 δισ. δολάρια. Μήνες νωρίτερα, ο ίδιος ο πρόεδρος είχε ανακοινώσει τη δημιουργία εθνικού αποθέματος bitcoin, κίνηση που συνέβαλε στην άνοδο της τιμής του.
Ωστόσο, η μεταβλητότητα της αγοράς παραμένει έντονη. Η αξία του bitcoin και άλλων ψηφιακών νομισμάτων έχει υποχωρήσει σημαντικά, συμπαρασύροντας και τη μετοχή της American Bitcoin, καθώς και την αξία των «meme coins», που έχουν χάσει έως και το 90% της αξίας τους από τα υψηλά τους.
Παρά την πτώση, ο Τραμπ ανακοίνωσε πρόσφατα νέα εκδήλωση για κορυφαίους κατόχους των συγκεκριμένων νομισμάτων, ενισχύοντας προσωρινά το ενδιαφέρον πριν οι τιμές υποχωρήσουν εκ νέου. «Οι όποιοι περιορισμοί υπήρχαν στην πρώτη θητεία φαίνεται να έχουν εξαφανιστεί πλήρως», σχολίασε στο Associated Pressο ιστορικός Τίμοθι Ναφτάλι, θέτοντας ερωτήματα για το πώς μπορεί να διαμορφωθεί η στάση μελλοντικών προέδρων απέναντι σε αντίστοιχες πρακτικές.
Αντιδράσεις και πολιτικό πλαίσιο
Ο Λευκός Οίκος, απαντώντας σε ερωτήματα για το θέμα, υποστήριξε ότι ο Τραμπ ενεργεί «με ηθικά ορθό τρόπο» και ότι κάθε αντίθετος ισχυρισμός είναι είτε «λανθασμένος είτε κακόβουλος». Τόνισε επίσης ότι τα περιουσιακά του στοιχεία βρίσκονται σε καταπίστευμα το οποίο διαχειρίζονται τα παιδιά του και ότι ο ίδιος «δεν έχει καμία εμπλοκή» στις επιχειρηματικές συμφωνίες.
«Δεν υπάρχει καμία σύγκρουση συμφερόντων», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαιν Λέβιτ.
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση, ο όμιλος Τραμπ ανέφερε ότι συμμορφώνεται πλήρως με τη σχετική νομοθεσία περί δεοντολογίας, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι η οικογένεια έχει επωφεληθεί οικονομικά από την πολιτική εξουσία.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει εμφανιστεί να υποβαθμίζει το ζήτημα. Σε συνέντευξή του στους New York Times τον Ιανουάριο, ανέφερε ότι «κανείς δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται» για ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων, προσθέτοντας ότι ως πρόεδρος εξαιρείται από τη σχετική ομοσπονδιακή νομοθεσία που περιορίζει τις οικονομικές δραστηριότητες αξιωματούχων.
Η στάση της κοινής γνώμης παραμένει ασαφής, αν και καταγράφονται ενδείξεις μεταβολής ακόμη και μεταξύ ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικανών. Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center τον Ιανουάριο, το 42% των Ρεπουμπλικανών δήλωσε ότι εμπιστεύεται τον Τραμπ ως προς την τήρηση ηθικών κανόνων, ποσοστό μειωμένο από 55% έναν χρόνο νωρίτερα.
Μεταβολές στην οικονομική εικόνα
Η προσωπική περιουσία του Τραμπ εκτιμάται πλέον σε περίπου 6,3 δισ. δολάρια, αυξημένη κατά 60% σε σχέση με την περίοδο πριν από την επιστροφή του στην εξουσία, σύμφωνα με το Forbes.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν προηγουμένως επιχειρηματικές δραστηριότητες του ομίλου. Το Trump International Hotel στην Ουάσιγκτον δεν κατέγραψε ποτέ κέρδη πριν πωληθεί, ενώ ξενοδοχειακές αλυσίδες που απευθύνονταν στη μεσαία τάξη έκλεισαν λόγω χαμηλής ζήτησης. Παράλληλα, σε ορισμένα κτίρια κατοικιών αφαιρέθηκε το όνομα Τραμπ, καθώς δεν λειτουργούσε πλέον ως εμπορικό πλεονέκτημα.
Στη δεύτερη θητεία του, δεν υπάρχουν νέα οικιστικά έργα στις ΗΠΑ που να φέρουν το όνομά του. Αντίθετα, η αξία του brand φαίνεται να ενισχύεται στην Ουάσιγκτον, όπου η πρόσβαση σε πολιτική επιρροή αποτελεί βασικό ζητούμενο.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ εγκαινίασε ιδιωτική λέσχη στην περιοχή Georgetown, με κόστος εγγραφής που φτάνει έως και τα 500.000 δολάρια για ιδρυτικά μέλη. Σε αντίθεση με άλλα κλειστά κλαμπ αντίστοιχου κόστους, η συγκεκριμένη λέσχη δεν προσφέρει πολυτελείς εγκαταστάσεις, αλλά κάτι διαφορετικό: εγγύτητα στην πολιτική εξουσία.
Η λέσχη φέρει την ονομασία «Executive Branch (εκτελεστικό τμήμα)».
Εμπορικές δραστηριότητες και νέα deals
Σε αντίθεση με προηγούμενους προέδρους, ο ίδιος ο Τραμπ συνεχίζει να προωθεί προϊόντα που φέρουν το όνομά του, όπως Βίβλους με τίτλο «God Bless the USA», αθλητικά παπούτσια και ηλεκτρικές κιθάρες, μεταξύ πολλών άλλων.
Παράλληλα, η επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογένειας συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό. Στις αρχές του έτους, ο όμιλος ανακοίνωσε νέα συνεργασία στη Σαουδική Αραβία, αυτή τη φορά με εταιρεία που συνδέεται πιο άμεσα με το κράτος, μέσω του κρατικού επενδυτικού ταμείου που ελέγχεται από τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Την ίδια ώρα, εταιρείες στις οποίες έχουν επενδύσει οι γιοι του Τραμπ επιδιώκουν ή λαμβάνουν κρατικές συμβάσεις, αποσπώντας σημαντικά ποσά από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται εταιρείες κατασκευής κινητήρων πυραύλων, προμηθευτές μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης και επιχειρήσεις ανάλυσης δεδομένων.
Σε ερώτηση για τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, ο Έρικ Τραμπ δήλωσε ότι είναι «περήφανος που επενδύει σε εταιρείες στις οποίες πιστεύει», ενώ εκπρόσωπος του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ανέφερε ότι δεν έχει καμία επαφή με την κυβέρνηση για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
Ιστορικοί επισημαίνουν ότι η στάση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει και τις πρακτικές μελλοντικών προέδρων.
«Έχει δείξει ότι δεν υπάρχει πολιτικό κόστος στο να βγάζεις χρήματα», ανέφερε ο Τζούλιαν Ζελίζερ. «Ανοίγει έναν δρόμο που μπορεί να ακολουθηθεί».
Με πληροφορίες από Associated Press