Το πιο ενδιαφέρον πράγμα γύρω από το Bully δεν είναι αν πρόκειται για το μεγάλο comeback του Ye. Ούτε αν θυμίζει, έστω αποσπασματικά, τον παλιό παραγωγικό του εαυτό, τις μέρες που μπορούσε να αλλάζει τη γλώσσα του χιπ χοπ μόνο με ένα sample, ένα beat ή έναν νέο τρόπο να λυγίζει τη φωνή του. Το πραγματικό του βάρος βρίσκεται αλλού: στο ότι είναι ίσως ένας από τους πρώτους μεγάλους mainstream δίσκους που δεν ακούγονται μόνο με αισθητικά κριτήρια, αλλά και με καχυποψία. Οχι απλώς «είναι καλός;», αλλά «είναι πράγματι αυτός;».
Ο ίδιος ο Ye είχε προετοιμάσει το έδαφος. Είχε μιλήσει ανοιχτά στο παρελθόν για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης στη μουσική, είχε δείξει πώς μια άλλη φωνή μπορεί να φορέσει τη δική του, και λίγες μέρες πριν από την κυκλοφορία του δίσκου έσπευσε να διαβεβαιώσει το κοινό του με ένα ξερό μήνυμα: «BULLY ON THE WAY NO AI». Το ότι χρειάστηκε να το πει είναι ήδη αποκαλυπτικό. Σαν να ήξερε ότι το πρώτο πράγμα που θα έκανε ο ακροατής δεν θα ήταν να αφεθεί στα τραγούδια, αλλά να ελέγξει το αποτύπωμα της φωνής.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμη του κειμένου του Kelefa Sanneh στο New Yorker. Δεν τον ενδιαφέρει κυρίως να αποδείξει αν το Bully είναι ή δεν είναι «μολυσμένο» από A.I. Τον ενδιαφέρει ότι η ίδια η ακρόαση έχει αλλάξει. Οτι ο σημερινός ακροατής μπαίνει πια στο άλμπουμ σαν ελεγκτής αυθεντικότητας. Ακούει μια γραμμή και δεν σκέφτεται μόνο μελωδία, ερμηνεία, ιδέα. Σκέφτεται επεξεργασία, προσομοίωση, υποκατάσταση. Σκέφτεται μήπως πίσω από το συναίσθημα υπάρχει αλγόριθμος. Και αυτό από μόνο του είναι μια ιστορική μετατόπιση.
Στον Ye, βέβαια, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο πυκνό. Γιατί ο Ye δεν υπήρξε ποτέ σταθερός δημιουργός, με μία αναγνωρίσιμη και αδιατάρακτη περσόνα. Η δισκογραφία του είναι γεμάτη μεταμορφώσεις, δημόσιες εκρήξεις, αλλεπάλληλες εκδοχές του ίδιου τραγουδιού, leaks, διορθώσεις, ακυρώσεις, επιστροφές, εαυτούς που διαδέχονται ο ένας τον άλλον πριν προλάβουν να στερεωθούν. Το «ποιος είναι ο αληθινός Ye» ήταν πάντα πρόβλημα. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν ήρθε να το δημιουργήσει. Ηρθε να του δώσει μια καινούργια, σχεδόν μεταφυσική διάσταση.
Γι’ αυτό και το Bully δεν ακούγεται σαν μια απλή νέα κυκλοφορία. Ακούγεται σαν ένας δίσκος παγιδευμένος ανάμεσα σε εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Ο Sanneh εντοπίζει μέσα του θραύσματα από παλαιότερες ζωές του Ye: την παλιά του αγάπη για τα samples, κάτι από τη μεγαλοπρέπεια της εποχής του My Beautiful Dark Twisted Fantasy, κάτι από τη μακρά σκιά του 808s & Heartbreak και της τεχνολογικά παραμορφωμένης μελαγχολίας που έγινε σχεδόν η μητρική γλώσσα της σύγχρονης ραπ και ποπ. Αλλά τίποτα εδώ δεν δίνει την αίσθηση πλήρους επιστροφής. Αντιθέτως, πολλά τραγούδια μοιάζουν με προσχέδια, με σκόρπια κομμάτια, με στιγμές όπου ο Ye ακούγεται διστακτικός, αβέβαιος, σχεδόν αποσυντονισμένος από τον ίδιο του τον μύθο.
Ισως εκεί να βρίσκεται και η αληθινή ειρωνεία του δίσκου. Ο Ye έχει υπάρξει ένας από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες της σύγχρονης ποπ ακριβώς επειδή κατέλαβε νωρίς το πεδίο της τεχνολογικά μεταμορφωμένης φωνής. Ηταν από εκείνους που βοήθησαν να γίνει η επεξεργασία όχι απλώς αποδεκτή, αλλά συγκινησιακά κεντρική. Η Auto-Tune εποχή δεν ήταν γι’ αυτόν ένα κόλπο. Ηταν εξομολόγηση, θρήνος, νέα άρθρωση του ανδρικού ραπ εαυτού. Σήμερα, όμως, η συζήτηση δεν αφορά μια φωνή που λυγίζει μέσα από τεχνολογία. Αφορά μια φωνή που μπορεί να μην είναι πια καν φωνή, αλλά ψηφιακή εντύπωση φωνής. Και κάπου εκεί η παλιά αισθητική πρωτοπορία μετατρέπεται σε υπαρξιακό πρόβλημα.
Το Bully κουβαλά και κάτι ακόμη: το φορτίο ενός δημόσιου προσώπου που έχει περάσει τα τελευταία χρόνια μέσα από ένα μείγμα αυτοκαταστροφής, αντισημιτικών εκτροπών, δηλώσεων που έμοιαζαν φτιαγμένες για να καίνε κάθε γέφυρα, και έπειτα μιας αιφνίδιας δημόσιας απολογίας, την οποία ούτε οι ακροατές ούτε οι παρατηρητές ξέρουν ακριβώς πώς να αξιολογήσουν. Το άλμπουμ κυκλοφορεί λοιπόν και ως μετα-σκάνδαλο κείμενο: όχι ακριβώς συμφιλιωτικό, όχι ακριβώς αθώο, αλλά σίγουρα πιο υποτονικό από τον καταστροφικό θόρυβο που το προηγήθηκε. Σαν να δοκιμάζει έναν τόνο λιγότερο φλογισμένο, χωρίς να μπορεί να απαλλαγεί από το βάρος του ίδιου του προσώπου που τον παράγει.
Γι’ αυτό το Bully πιθανότατα δεν θα μείνει ως αριστούργημα. Μπορεί όμως να μείνει ως σημάδι εποχής. Ως ο δίσκος που έδειξε ότι η μουσική έχει μπει σε μια νέα φάση, όπου η τεχνική και η ηθική, η φωνή και η προσομοίωσή της, η περσόνα και η αυθεντικότητά της, δεν ξεχωρίζουν πια εύκολα. Και αν αυτό ακούγεται δραματικό, είναι επειδή όντως είναι. Για δεκαετίες η ποπ πουλούσε φαντασιώσεις. Τώρα πρέπει να υπερασπιστεί και την ίδια την απόδειξη της παρουσίας της.
Η μεγάλη μετατόπιση, τελικά, δεν είναι μουσικολογική αλλά ψυχική. Δεν αφορά μόνο το πώς φτιάχνεται ένα τραγούδι, αλλά το πώς εμπιστευόμαστε αυτό που ακούμε. Ο ακροατής της A.I. εποχής δεν είναι πια μόνο θαυμαστής ή κριτής. Είναι και ανακριτής. Αναζητά ίχνη ανθρώπου μέσα στο ψηφιακό περίβλημα. Θέλει να βεβαιωθεί ότι πίσω από τη φωνή υπάρχει ακόμη σώμα, βούληση, ρήγμα, ανάσα. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή του Bully: όχι ένας μεγάλος δίσκος, αλλά ένας δίσκος που μας υποχρεώνει να ακούσουμε τη νέα αβεβαιότητα της ποπ από μέσα.