Από τις 24 Μαρτίου έως τις 26 Ιουλίου, το Grand Palais φιλοξενεί την έκθεση Matisse, 1941-1954, σε συνεργασία με το Centre Pompidou, φέρνοντας στο προσκήνιο τα τελευταία και πιο ριζικά χρόνια του καλλιτέχνη.
Περισσότερα από 300 έργα παρακολουθούν τη διαδρομή από τους πίνακες και τα σχέδια έως τα cut-outs που άλλαξαν οριστικά τη γλώσσα της μοντέρνας τέχνης.
Υπάρχουν καλλιτέχνες που μεγαλώνοντας απλώς επιβεβαιώνουν τον μύθο τους. Και υπάρχουν λίγοι που τον ανατινάζουν. Ο ύστερος Matisse ανήκει καθαρά στη δεύτερη κατηγορία. Μετά την επέμβαση του 1941, και ενώ το σώμα του είχε ήδη αρχίσει να τον περιορίζει, μπήκε σε μια περίοδο ακραίας καθαρότητας και ελευθερίας, που οδήγησε στα πιο αναγνωρίσιμα και πιο τολμηρά έργα του.
Η έκθεση στο Grand Palais ακολουθεί ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Από τα πυκνά εσωτερικά και τα σχέδια των χρόνων της Νίκαιας, περνά στα βιβλία, στα υφάσματα, στα βιτρό και φυσικά στις γκουάς découpées, τα κομμένα χαρτιά με τα οποία ο Matisse βρήκε μια καινούργια, κυρίαρχη οπτική γλώσσα. Το Centre Pompidou μιλά για μια «επείγουσα ανάγκη επανεφεύρεσης», και αυτή είναι ακριβώς η ενέργεια που διατρέχει όλη τη διαδρομή της έκθεσης.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό της βάρος. Δεν παρουσιάζει έναν Matisse ήσυχο, ώριμο και τακτοποιημένο, αλλά έναν καλλιτέχνη που, πλησιάζοντας τα 80, δούλευε ακόμη με την ένταση κάποιου που ανακαλύπτει την τέχνη από την αρχή. Το Jazz, οι σειρές σχεδίων, τα cut-outs και το έργο για το παρεκκλήσι της Vence δεν εμφανίζονται ως παράρτημα μιας μεγάλης καριέρας, αλλά ως η πιο εκρηκτική της κατάληξη.
Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες αντιδράσεις μιλούν ήδη για ένα από τα μεγάλα εκθεσιακά γεγονότα της παρισινής άνοιξης. Ο Guardian έγραψε για μια έκθεση γεμάτη «hit after glorious hit», και η εντύπωση βγαίνει αβίαστα. Ο Matisse των τελευταίων χρόνων δεν εμφανίζεται εδώ σαν ένας ήσυχος επίλογος, αλλά ως καλλιτέχνης που άνοιγε ακόμη καινούργιες πόρτες.