Με την επέλαση των ψηφιακών εφέ δεν υπάρχει θέμα, ιδέα ή οποιασδήποτε μορφής έργο που να θεωρείται αδύνατο ή αδιανόητο να μεταφερθεί στο σινεμά ‒ παλιότερα ο περιορισμός άφηνε στην ησυχία τους μερικά unfilmable μυθιστορήματα ή και θεατρικά. À propos, το Cats θα μπορούσε να είχε γυριστεί χρόνια πριν, πάνω στη συγκυρία και τον θόρυβο που προκάλεσε ως κάτι αλλιώτικο. Άλωσε τις μεγάλες σκηνές από το 1981, με μια επιτυχία που διήρκεσε πολύ, και ξάφνιασε πολλούς με δεδομένα την «άπλοκη» αφήγηση και τους περιστασιακούς χαρακτήρες.

 

Το μιούζικαλ του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, που βασίζεται στο ιδιοσυγκρασιακό Old possum's book of practical cats του Τ.Σ. Έλιοτ, ουσιαστικά φτιάχνει ατμόσφαιρα και βασικά συντίθεται από το σύνολο των αδέσποτων στοιχείων του και από τα τραγούδια με τα οποία βομβαρδίζουν το κοινό. Με αιχμή του δόρατος το hit «Memory», το Cats εισάγει πρόσωπα ασταμάτητα ‒ τόσο συχνά, που δεν ξέρεις πότε πραγματικά ξεκινά. Η απάντηση είναι, ποτέ.

 

Η μετάπλαση ενός καθαρά θεατρικού μιούζικαλ σε κινηματογραφικό θέαμα με κάποια υπόσταση προϋποθέτει την προσαρμογή εκείνη που θα του χαρίσει αέρα μεγάλης οθόνης, φρεσκάδα στην ανέλιξη και μια γενναία δόση απεξάρτησης από τη σκηνική του λειτουργία, ακριβώς όπως οφείλει να γίνει και μια μυθιστορηματική διασκευή, για να μην κλείνει το μάτι αποκλειστικά στους φαν.

 

Στο επίκεντρο της υποτυπώδους πλοκής πρωταγωνιστεί η γηραιά Δευτερόνομη (Τζούντι Ντεντς), η σοφή προϊσταμένη που όλοι κοιτάζουν μελωμένοι από σεβασμό και αγάπη, η οποία καλείται, από μόνη της, να χρίσει μια γάτα εκλεκτή και να τη στείλει στον παράδεισο, δίνοντάς της ένα ποιοτικό πλεονέκτημα σε μια γειτονιά χαοτική και μίζερη, την οποία λυμαίνεται ο άπληστος ταχυδακτυλουργός Μακάβιτι (Ίντρις Έλμπα). Στο μεταξύ, παρελαύνει νιαουρίζοντας και κουνά ουρές και αυτιά τραγουδώντας μια κολεξιόν αιλουροειδών χωρίς σκοπό, σαν κεραμιδόγατες κυμαινόμενων διαθέσεων και ασαφών προθέσεων, η καθεμιά με ένα καπιτάλε «νούμερο» στη φαρέτρα της, φέρνοντας έτσι στο προσκήνιο τα σκοτεινά σοκάκια στην καρδιά του Λονδίνου, δίπλα στα μεγάλα θέατρα και τα τουριστικά στέκια.

 

Η μετάπλαση ενός καθαρά θεατρικού μιούζικαλ σε κινηματογραφικό θέαμα με κάποια υπόσταση προϋποθέτει την προσαρμογή εκείνη που θα του χαρίσει αέρα μεγάλης οθόνης, φρεσκάδα στην ανέλιξη και μια γενναία δόση απεξάρτησης από τη σκηνική του λειτουργία, ακριβώς όπως οφείλει να γίνει και μια μυθιστορηματική διασκευή, για να μην κλείνει το μάτι αποκλειστικά στους φαν. Ο Τομ Χούπερ προφανώς σκέφτηκε πως θα υποκαταστήσει τη διάσταση και τον ανοιχτότερο ορίζοντα που προσέδωσε στο Miserables (και έκανε μεγάλη επιτυχία) με την παιγνιώδη προσθήκη «έξυπνων» εφέ, έτσι ώστε να διατηρήσει τα πρόσωπα πολύ γνωστών ηθοποιών, φορώντας τους παράξενα τριχώματα, ξεχωριστά και, φυσικά, ψηφιακά. Όποτε επιχειρεί να εμβολιάσει τον υπαρξιακό προβληματισμό (να ζει η γάτα ή να μη ζει;) με σχηματική δράση, ταλαντεύεται ανάμεσα στην αφέλεια και στη γελοιότητα.

 

Οι ελάχιστες στιγμές σασπένς ή απειλής δεν θα ξάφνιαζαν ούτε και τα πιο άβγαλτα παιδιά. Όσο για τις κωμικές, προκαλούν απορία: πώς είναι δυνατόν ο αθεράπευτα λαίμαργος Μπάστοφερ Τζόουνς (Τζέιμς Κόρντεν) να αντιδρά με τη γνωστή αντρική δυσφορία όταν δέχεται χτύπημα στα αχαμνά, όταν καμία γάτα στην ταινία δεν διαθέτει γεννητικά όργανα, ούτε σαν υποψία; Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Οι ελάχιστες ευτυχείς στιγμές του ατυχέστατα υπολογισμένου και τρομακτικά άστοχου μιούζικαλ είναι αποκλειστικά τραγουδιστικές.

 

Ο Ίαν Μακέλεν βγάζει κάποιο νόημα όταν τραγουδά με παρρησία και μελαγχολία ως βετεράνος θεατρόγατος Γκας και η σέξι Μπομπαλουρίνα της Τέιλορ Σουίφτ, αν και εμφανίζεται αργά στην ας την πούμε «υπόθεση», καρφώνει το τραγούδι της απευθείας στο κέντρο και οι υπόλοιποι την κοιτάζουν, δικαίως, με δέος. Η νεοφερμένη Φραντσέσκα Χέιγουορντ, μπαλαρίνα με γλυκά χαρακτηριστικά και καθαρό πρόσωπο, δεν εκφέρει απολύτως τίποτε αξιομνημόνευτο, εκτός από το βαρετό δίπολο της εκστατικής και τρομαγμένης πρωτάρας, η Γκριζαμπέλα της οσκαρικής Τζένιφερ Χάντσον κλαψουρίζει τόσο σερνάμενα το «Memory», που καταντά κουραστικό και ασύνδετο, και ο Έλμπα χάσκει έρημος και γουρλωμένος μέσα στη μονοδιάστατη κακία του Μακάβιτι.

 

Οι ελάχιστες ευτυχείς στιγμές του ατυχέστατα υπολογισμένου και τρομακτικά άστοχου μιούζικαλ είναι αποκλειστικά τραγουδιστικές.

 

Εκτός από τη δυσεξήγητη παρουσία του καστ (είπαμε, ατμόσφαιρα και τραγούδια), η ανεπάρκεια των εφέ αγγίζει τα όρια του σαμποτάζ. Ήδη από την κυκλοφορία του τρέιλερ η εικόνα που παρουσίαζε το Cats καψάλισε τα σόσιαλ με το wtf, σχεδόν φοβιστικό πείραμα της «γατομόρφωσης». Στην ολοκληρωμένη του μορφή το φιλμ, που κάνει τον αβυσσαλέο (καπελάτο) Γάτο του Μάικ Μάγιερς να φαντάζει σαν χαριτωμένη παραζάλη, πάσχει από δυσαρμονία της κλίμακας ανάμεσα στα σκηνικά και στα ανθρώπινα ζώα και από δυσμορφία που εκπλήσσει για παραγωγή 100 εκατομμυρίων δολαρίων από έμπειρους συντελεστές.

 

Άλλοι ηθοποιοί έχουν ευδιάκριτα ανθρώπινα πέλματα και άλλοι χαρακτηριστικά γατίσιες πατούσες. Τα αυτιά κινούνται ρομποτικά, σαν τα λούτρινα ζωάκια σε παλιά βιτρίνα που επαναλαμβάνουν συγκεκριμένες κινήσεις από animatronics. Και τα χορευτικά μοιάζουν ξεκομμένα από τη σύμβαση. Άλλοι σπινιάρουν ανελέητα και εκτοξεύονται μαγικά προς τα ταβάνια ή τα κρεβάτια κι άλλοι μετρούν τα βήματά τους για να μην πέσουν! Επισήμως, ο Τομ Χούπερ δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει στο 100% την τεχνική δουλειά έγκαιρα και υπέβαλε εκ νέου την τελική, φινιρισμένη εκδοχή μια εβδομάδα μετά την παγκόσμια, χριστουγεννιάτικη πρεμιέρα, αλλά ούτε και η βελτιωμένη βερσιόν καταφέρνει να κρύψει τα ράμματα στη γούνα της.

 

Η ενορχήστρωση θυμίζει την ηχοχρωματική καταστροφή του κινηματογραφικού Chorus Line του Ρίτσαρντ Άτεμπρο που είχε προσαρμοστεί σε μια mid-'80s αίσθηση μεταλλικής γυαλάδας. Εδώ, το λίγο πιο εκμοντερνισμένο R&B κάνει σαρδάμ με το εξαντλημένο πλέον ροκ/schmaltz ύφος του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, με αποτέλεσμα να περνούν οι νότες από τα αυτιά τόσο συναρπαστικά, όσο μια αμαξοστοιχία στη στέπα.

 

Αν ο Χούπερ πειραματιζόταν με κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, δηλαδή μια συνθετική αναπαράσταση στις παρυφές του οπτικού hyperrealism, όπως έκανε ο Φράνσις Φορντ Κόπολα στο One from the heart, η σύμβαση θα αναβαθμιζόταν, αντί να κολλήσει σε μια βαθιά ψευτιά ‒ πού τόλμημα για αρτίστικο fake σε μια παραγωγή που νομοτελειακά θέλει και πρέπει να αρέσει σε όλους, και να σεβαστεί άλλους τόσους. Οι γάτες έχουν επτά ψυχές, και για τους Άγγλους εννιά, αλλά το ακανόνιστο, αποσυνάγωγο, άνευ λόγου και αιτίας Cats καμία...