Ο κεντρικός χαρακτήρας στο Πρόστιμο ταλαιπωρείται από δύο πράγματα: το παρελθόν του, το οποίο τον εμποδίζει να βρει δουλειά και να επιστρέφει σπίτι του το βράδυ με τον προαστιακό, όπως οι «κανονικοί» άνθρωποι –χαρακτηριστικό το πλάνο των τίτλων αρχής‒, και από ένα κυρίαρχο πρότυπο αρρενωπότητας και τις καταστροφικές, μισογύνικες αγκυλώσεις του, το οποίο ενσαρκώνει ο σύντροφος της αδερφής του.

 

Στην πορεία ο ανώριμος και ευεπηρέαστος από το περιβάλλον του ήρωας θα κληθεί να αποφασίσει τι άνθρωπος θέλει να είναι, σε μια ταινία που ισορροπεί επιτυχημένα ανάμεσα στον ρεαλισμό, χάρη σε ένα σενάριο που γνωρίζει καλά τη διάλεκτο των ανθρωπότυπων που εκπροσωπούνται εντός του, και στο σινεμά είδους. Το είδος απαιτεί (και) «φάτσες» και εδώ η διανομή των ρόλων έχει πετύχει διάνα, από τον πρωταγωνιστή μέχρι τον τελευταίο κομπάρσο. Διόλου μικρό κατόρθωμα, όταν αυτή η αρετή ολοένα και σπανίζει στο σύγχρονο σινεμά.

 

Επίσης, παρά τα όσα έχουν γραφτεί, το Πρόστιμο μοιράζεται με τις ταινίες του Οικονομίδη μόνο το ερμηνευτικό επιτελείο, ακολουθεί τον δικό του δρόμο ως σινεμά, ο οποίος συμπίπτει με το ιδίωμα του Κύπριου σκηνοθέτη μόνο σποραδικά, κυρίως σε κάποια (αυτοσχεδιαστικά;) στιγμιότυπα των βετεράνων του σύμπαντός του.