Τα φαινόμενα απατούν στην περίπτωση της νέας ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου Η Σκόνη του Χρόνου. Ο Έλληνας σκηνοθέτης πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής τα πρόσωπα, επιχειρεί να αγγίξει το συναίσθημά τους, επενδύει με περισσότερη μουσική τις σκηνές του (όχι μόνο από την πάντα αποτελεσματική κι ευαίσθητη Ελένη Καραΐνδρου αλλά και με την προσθήκη κλασικών συνθετών), έχει σχεδόν διπλάσια πλάνα και εντονότερο μοντάζ σε σχέση με τις παλιότερες ταινίες του, και, αλίμονο, ταξιδεύει μπρος και πίσω στο χρόνο για να αφηγηθεί παράλληλες ιστορίες του σήμερα ή για να συνδέσει το παρόν με το παρελθόν.

Η ιστορία του Α, του σκηνοθέτη που γυρίζει μια ταινία με επίκεντρο τη ζωή του και το περιπετειώδες ρομάντσο των γονιών του, είναι ένα déjà vu, καθώς ο Αγγελόπουλος έχει ξανακάνει ταινία παραλλάσσοντας τον εαυτό του στο ρόλο του δημιουργού-παρατηρητή. Η στάση του Αγγελόπουλου απέναντι στην Αμερική είναι εντελώς σχηματική και ελλιπής, δείγμα της αμηχανίας του μπροστά σε ένα γεωπολιτικό τμήμα της παγκόσμιας κουλτούρας που δεν γνωρίζει ή δεν τον ενδιαφέρει πραγματικά (ο Γουίλεμ Νταφόου θα μπορούσε να κατάγεται από οπουδήποτε αλλού, αλλά όχι από τις ΗΠΑ). Η επίσκεψη της Ιστορίας τον έχει απασχολήσει ξανά και ξανά, και τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τον κόσμο τα τελευταία 50 χρόνια είναι το βασικό θέμα στο συνολικό έργο του, και μάλιστα έχουν αποδοθεί με καλύτερο τρόπο. Το ταξίδι στον χρόνο είναι χαοτικό, και τα φλασμπάκ δεν λειτουργούν καθόλου αποκαλυπτικά. Και φτάνουμε στο κεντρικό πρόσωπο της ταινίας, στην πολύφερνη Ελένη, τη γυναίκα, που λόγω ονόματος και θέσης, εκπροσωπεί τη μητέρα, την εγγονή, τους ελληνικούς μύθους, την εξορία, το μοιραίο έρωτα, την εκατέρωθεν διεκδίκηση. Στο ρόλο αυτό η Ιρέν Ζακόμπ δεν είναι παρά ένα κισλοφσκικό φάντασμα, μια άναυδη κοπέλα στριμωγμένη σε δυο ηλικίες, μακριά από το βάρος της μήτρας που καλείται να προσωποποιήσει. Η έκφρασή της προδίδει το λάθος πόνο, το άχθος μιας ηθοποιού που δεν διαθέτει το ειδικό βάρος για να κατανοήσει τις πολλαπλές αναφορές της ηρωίδας - τουλάχιστον, ο Νταφόου, λόγω πείρας, αντιμετωπίζει το ιστορικό βάθος πεδίου ευθυτενής.

Θα φέρω μόνο δυο παραδείγματα της σκηνοθετικής αστοχίας ως προς το πλησίασμα του Αγγελόπουλου στα πρόσωπα. Η μικρή Ελένη, η εγγονή που το σκάει, έχει κολλημένο τον Τσε στον τοίχο του δωματίου της και ακούει Ντίλαν και Doors. Η αμφισβήτηση αυτή ίσχυε πριν από 40, άντε 30 χρόνια. Κανείς έφηβος δεν είναι τόσο ασυντόνιστος με την εποχή του, ειδικά αυτός που έχει Αμερικανό πατέρα και τον ακυρώνει φεύγοντας από το σπίτι χωρίς ειδοποίηση. Σε μια άλλη στιγμή, ο Νταφόου βρίσκει την πρώην σύζυγό του για να την ενημερώσει για την κόρη τους. Μετά από μια σύντομη λογομαχία, πρωτοφανώς «καθημερινή» για τα δεδομένα του Αγγελόπουλου, η μητέρα φεύγει συγχυσμένη, ο Νταφόου μονολογεί (καλά ως εδώ) και ξαφνικά προσγειώνεται σε μια αίθουσα με βανδαλισμένες τηλεοπτικές συσκευές και ένα ζωγραφισμένο άγγελο στο πάτωμα, με το τρίτο του φτερό ξεκολλημένο. Απόδειξη ότι ο Αγγελόπουλος δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη συνήθεια που έφτιαξε την καριέρα και τη μεγάλη του φήμη ως δημιουργού συμβολικών, περιεκτικών εικόνων, σε βάρος της όποιας απτής αφήγησης.

Οι λίγες αρετές της Σκόνης του Χρόνου παραμένουν οι χορογραφημένες λήψεις, που παρά το μεγαλύτερο, όχι όμως και νευρώδες μοντάζ, θυμίζουν περασμένα μεγαλεία και αναμασάνε τις ιδέες του παρελθόντος. Παρά τη ρήση στο ξεκίνημα της ταινίας, πως τίποτε δεν τελειώνει, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ρίχνει το μια ματιά coda στον επικήδειο της Ιστορίας, των ιδανικών και των ιδεολογιών, με εριμμένες προτομές του Στάλιν, με τη βομβαρδισμένη εκκλησία στην Kurfusterdam του Βερολίνου, και άλλα παρόμοια. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι χωρίς αμφισβήτηση μια μεγάλη προσωπικότητα, ωστόσο η εικαστική του σημειολογία και ο θεματικός του προβληματισμός έχουν ξεπεραστεί, εξαντληθεί και κορεσθεί ακόμη κι από τον ίδιο. Από την Αιωνιότητα κι έπειτα παρακολουθούμε τις ταινίες του σαν να ακούμε υπνωτισμένοι τη λουπαρισμένη ανθολογία ενός καλλιτέχνη που δεν έχει βγάλει νέο υλικό, σαν ένα πεποιημένο ποιητή. Η τριλογία, όπως ανακοινώθηκε στο Βερολίνο, θα ολοκληρωθεί με το φιλμ Αύριο.