Ένας «ξένος» ξέρει τα ελληνικά χωριά καλύτερα από εμάς

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
0

Πώς η μουσική σημαδεύει όσα συμβαίνουν μεταξύ ζωής και θανάτου; Μπορεί μια μουσική τελετουργία να είναι αρχαία και σύγχρονη, νοσταλγική και ταυτόχρονα απολύτως επίκαιρη; Στην Ελλάδα και στα νότια Βαλκάνια, η δημιουργία της μουσικής συχνά συνδέεται με τα έθιμα και τις παραδόσεις του κύκλου της ζωής – γεγονότα εξαιρετικής σημασίας για κάθε κοινότητα. Ο Αμερικανός συλλέκτης και ερευνητής Κρίστοφερ Κινγκ, συγγραφέας του βιβλίου «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» και διοργανωτής του τριήμερου ετήσιου φεστιβάλ «Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;» στην Κόνιτσα, απ’ όπου και το όνομα του ντοκιμαντέρ έξι επεισοδίων που σκηνοθέτησε ο Φοίβος Κοντογιάννης («Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά») για την COSMOTE TV, διασχίζει το ελληνικό τοπίο απ’ άκρη σ’ άκρη, βυθισμένος στη σκιά των βουνών που στέκονται ως αιώνιοι φύλακες αμέτρητων και διαφορετικών πολιτισμικών αφηγήσεων.

Οι συγκλονιστικές στιγμές που καταγράφονται σε κάθε επεισόδιο –με έντονο το στοιχείο της μυθοπλασίας– αποκαλύπτουν τους τρόπους με τους οποίους ο ήχος, η κίνηση και η παράδοση αντηχούν μέσα από γενιές ανθρώπων σε ένα μαγικό μείγμα εικόνων, μουσικής και φιλοσοφίας, που προσκαλούν τους θεατές να εκτιμήσουν τα βάθη του λαϊκού πολιτισμού, όπως αυτά φαίνονται μέσα από τα μάτια ενός ξένου, ενισχύοντας τελικά μια καλύτερη κατανόηση των καθολικών ανθρώπινων εμπειριών. Υπεύθυνη για την έρευνα και την αρχισυνταξία της σειράς είναι η Κατερίνα Καφεντζή (Kafka), η οποία έχει γράψει και το σενάριο.

«Αυτό που κάναμε ήταν να βάλουμε παλιό κρασί σε νέα ασκιά, ώστε όλος ο κόσμος να δει το μεγαλείο και τη δύναμη αυτής της δημοτικής μουσικής κληρονομιάς της Ελλάδας».

«Ήταν αρχές Ιουλίου του 2024, όταν ξεκινήσαμε παρέα με τον Κρις να δουλεύουμε την κεντρική ιδέα όπως την είχε στο μυαλό του», λέει η Kafka. «Η όλη ιστορία ξεδιπλώθηκε μέσα από το πώς και το γιατί η ανθεκτικότητα της ελληνικής παράδοσης μεταμορφώνεται σε προσαρμοστικότητα. Είμαστε μια μικρή χώρα με τεράστια περιφερειακή ποικιλομορφία στα τραγούδια, τις λέξεις, τα στολίδια, τις τελετές και τα “σκοτάδια” της. Σκοπός της σειράς αυτής, των έξι συνολικά επεισοδίων, ήταν ο απόηχος της παράδοσης σε παρόντα χρόνο και όχι ο καταναγκασμός της αυθεντικότητας ή της αυθεντίας στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Δεν είναι τόσο η επιλογή της λέξης “βουνά” το κριτήριο στον τίτλο της σειράς όσο ο χαρακτήρας των ανθρώπων που κατοικούν όλη τους τη ζωή κάτω από βαριές σκιές, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Λαϊκές αυτοβιογραφίες ενός κόσμου που σε βάζει ν’ αναρωτηθείς με όσα λέει ή επιλέγει να μην ομολογήσει μπροστά στην κάμερα, για την έννοια της μοιρασιάς, της μοίρας και του μεριδίου, στα ψηλότερα σημεία της Ελλάδας. Για μένα η έρευνα δεν σταματάει ποτέ, ακόμα κι αν κάτι έχει ολοκληρωθεί. Δεν έχει υπάρξει στιγμή από την ώρα που παρέδωσα πνεύμα, μαζί και τις πολλές χιλιάδες λέξεις του σεναρίου, που να μην έχω επιστρέψει σε σημειώσεις, διαβάσματα, τραγούδια και στιγμιότυπα της σειράς. Περισσότερο, όμως, και από τα δεκάδες βιβλία, μονογραφίες και ηχογραφήσεις που είχα απλωμένα μπροστά μου κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ανάμνηση που με συνοδεύει μέχρι σήμερα είναι μία: αυτή –η όποια– κερδισμένη μοιρασιά και η διά ζώσης επαφή με όλους τους ανθρώπους που μου μίλησαν. Το θέμα της εμπιστοσύνης είναι ιερό. Και έπρεπε να σεβαστώ αποστάσεις, βλέμματα και συνήθειες, μήνες προτού στηθεί επάνω τους η σκηνή με τα φώτα και τις κάμερες.

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

Μέχρι και το 2016 ήξερα ένα τραγούδι που ο τίτλος του “Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;” ήταν δάνειο από τα “άστοχα ερωτήματα” του Ομήρου, αυτή την κλασική αφηγηματική τεχνική της επικής ποίησης στην “Ιλιάδα” και την “Οδύσσεια”. Λίγους μήνες μετά έπεσα πάνω στον ίδιο τίτλο, με την αγγλική του όμως μετάφραση, που κοσμούσε το εξώφυλλο ενός δίσκου σε επιμέλεια και παραγωγή του Κρις. Είναι στοχευμένη δραστηριότητα το σκοτάδι και δεν ξέρω κανέναν με προδιάθεση στο φως που να έγραψε ιστορία. Ερευνητικά μιλώντας, είναι εύκολο να καταπιαστείς με το σκοτάδι, είμαστε όλοι ικανοί για τα πάντα και προσκομίζουμε πειστικές εξηγήσεις για τις πράξεις μας. Σε προσωπικό επίπεδο, ξορκίζω τα Μαύρα Βουνά πιστεύοντας πως το κελάηδημα των πουλιών ήταν αυτό που ενέπνευσε τα τραγούδια μας και το σφύριγμα του ανέμου στις καλαμιές έδωσε ήχο στα πρώτα μουσικά όργανα.

Η στιγμή της έρευνας που με συγκίνησε περισσότερο ήταν η γνωριμία μου με την κ. Ολυμπία Δουμάνη, την αρχιαναστενάρισσα της Μαυρολεύκης στη Δράμα. Μια αυστηρή, εξαιρετικά διορατική γυναίκα με μεγάλη καρδιά. Μια γυναίκα που δεν είχε την παραμικρή εμπειρία μπροστά στον φακό και τον έφερε στα μέτρα της. Τον “κατάπιε”, με τρόπο που δεν έχω ξαναδεί σε δημόσιο χρόνο και χώρο.

Την τελευταία ημέρα των γυρισμάτων, που έτυχε να είναι στην Ήπειρο, αποφάσισα να μην επιστρέψω στην Αθήνα, αλλά να καθίσω μερικές μέρες στο μαστοροχώρι όπου γεννήθηκε ο παππούς μου ο Λάζαρος. Πέρασα πολλές ώρες με τον θείο μου, και άλλες τόσες περπατώντας μόνη μου. Μια μέρα, καθώς στεκόμουν σιωπηλή και παρατηρούσα, έπιανα, μύριζα, κουδούνιζα διάφορα οικογενειακά κειμήλια, θυμήθηκα πως όταν ήμουν μικρή, ο Λάζαρος μού είχε δείξει πώς να κρατάω τη σιωπή μου για να μπορώ ν’ ακούω όσα βλέπω. Για τη μοναξιά σε ορεινά τοπία δεν μου μίλησε ποτέ. Ίσως επειδή τα βουνά αλλά και οι θάλασσες φοράνε τα χρώματα των λέξεων που αφήνουμε να μας στοιχειώνουν».

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM
Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

«Πώς ισορροπήσατε μεταξύ εθνογραφικής ακρίβειας και μυθοπλαστικής προσέγγισης; Πώς ορίζετε την παράδοση μέσα από αυτήν τη σειρά; Ως σταθερότητα ή ως διαρκή μεταμόρφωση;».

«Καταρχάς, κάθε επιστήμη με κέντρο της τον άνθρωπο βρίσκεται μονίμως σε εξέλιξη είτε πρόκειται για την Ιστορία, που έχω σπουδάσει, είτε για τη Λαογραφία», συνεχίζει η Κafka. «Κατά δεύτερον, μοιάζουμε με επαγγελματίες σχοινοβάτες, δεν υπάρχει τίποτα στατικό σε όσα παρατηρούμε και καταγράφουμε. Μόνο στρώματα επί στρωμάτων, που ευχόμαστε να φέρουμε στην επιφάνεια για να μετρήσουμε τα βήματα όσων προηγήθηκαν επάνω στα δικά μας. Το ενδιαφέρον με την “ασυδοσία” της μυθοπλασίας, όπως ενδεχομένως θα τη χαρακτήριζε ένας ακαδημαϊκός, είναι πως δεν εξαντλεί τον εαυτό της, ούτε εξαντλείται στη μηχανική επανάληψη επιστημονικών θεωριών και μεθόδων. Με άλλα λόγια, πέρα και πάνω από κάθε εθνογραφική ακρίβεια παρατηρητών και παρατηρούμενων, η μυθοπλαστική προσέγγιση μπορεί να σηκώσει χιούμορ, τρυφερότητα και αυτοσαρκασμό. Η αλήθεια είναι πως πλην μιας περίπτωσης, δεν θελήσαμε να μπούμε σε αυστηρά ακαδημαϊκά χωράφια, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρξαν άπειρες ώρες και σημειώσεις επάνω σε ελληνικά και ξενόγλωσσα μελετήματα για τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Το ζητούμενο όμως ήταν να κρατηθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην κρίση και τη μνήμη του θεατή».

«Το πρώτο ερώτημα που έθεσα ήταν, χωρίς καμία ειρωνεία, “γιατί τα βουνά είναι μαύρα;”», λέει ο Κρίστοφερ Κινγκ. «Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα, το οποίο είναι ταυτόχρονα υποκειμενικό και προσωπικό για μένα, αλλά και βαθιά αντικειμενικό, με ιστορική και πολιτισμική σημασία για την Ελλάδα και τα ευρύτερα Βαλκάνια. Τι σημαίνει να αναφερόμαστε εδώ στα βουνά ως “μαύρα” ή “σκοτεινά”; Είναι η ιστορία τους; Είναι κάτι πολιτισμικό, μια έμφαση στα πιο σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης ιστορίας μας; Για να διερευνήσω αυτά τα ερωτήματα, έπρεπε να εξετάσω τροπικότητες ή βαθύτερες συνδέσεις ανάμεσα στη δημοτική μουσική και τον πολιτισμό που τη δημιουργεί. Γι’ αυτό στράφηκα στον μεγάλο ανθρωπολόγο και φιλόσοφο Γκρέγκορι Μπέιτσον, ο οποίος έγραψε εκτενώς για τη διασυνδεσιμότητα των πολιτισμικών χαρακτηριστικών και για το πώς ο μόνος τρόπος να κατανοήσει κανείς ένα φαινόμενο είναι να προσπαθήσει να κατανοήσει όλα τα φαινόμενα που συνδέονται με αυτό. Πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση του πολιτισμού, που βρίσκεται πραγματικά στον πυρήνα της ερευνητικής διαδικασίας αυτής της ντοκιμαντερίστικης σειράς. Ονομάζεται “επιστημολογικός ολισμός”.

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

Αρχικά εντόπισα τα βασικά θέματα που τροφοδοτούν ή διαμορφώνουν τις εκφράσεις της δημοτικής μουσικής. Υπάρχει ο χορός, οι φορεσιές, τα τελετουργικά, οι λέξεις, η ηχητική παραγωγή και η ιστορία. Χρησιμοποιώντας αυτές τις έξι τροπικότητες, συνεργάστηκα στενά με την εξαιρετική ερευνήτρια Κατερίνα Καφεντζή, ώστε να βρούμε ενδιαφέροντα παραδείγματα μουσικής έκφρασης από περιοχές και κοινότητες σε όλη την Ελλάδα. Το βασικό κριτήριο ήταν οι περιοχές/κοινότητες αυτές να διαθέτουν μια ισχυρή αφήγηση, ικανή να εκφράσει την τροπικότητα που εξερευνούσαμε κάθε φορά.

Η σειρά αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, επέκταση ή εξέλιξη του αρχικού σκοπού που είχε το βιβλίο μου “Ηπειρώτικο Μοιρολόι”: να κατανοήσει ένα βαθύ πολιτισμικό φαινόμενο της μουσικής. Απλώς τώρα με ενδιαφέρει έντονα η διασυνδεσιμότητα όλης της δημοτικής μουσικής στα νότια Βαλκάνια και το πώς μπορούμε να φτάσουμε σε μια βαθύτερη, πιο σύνθετη και ενδιαφέρουσα κατανόηση του πολιτισμού. H έκθεσή μου μπροστά στην κάμερα ήταν μια πολύ οργανική εξέλιξη στην πνευματική μου πορεία, που ξεκίνησε με το “Ηπειρώτικο Μοιρολόι”, όπου καταγράφεται σε βάθος η μετάβασή μου από απλό συλλέκτη σε εθνογράφο. Μπροστά στην κάμερα είμαι ένας άνθρωπος βαθιά γοητευμένος από τη σχέση μουσικής και πολιτισμού. Αυτό που κινεί πλέον την περιέργειά μου είναι κάτι πολύ κοντά στην Εθνογραφία ή την Ανθρωπολογία και το γιατί είμαστε τόσο προσηλωμένοι στους μουσικούς ήχους και στη γλώσσα.

Ο στόχος του αυτοεθνογραφικού ντοκιμαντέρ σε συνδυασμό με μια “μυθοπλαστική” αφήγηση ήταν να εξαλειφθεί η γραμμή ανάμεσα στο έξω-μέσα, να μην είμαι απλός παρατηρητής αλλά ενεργά εμπλεκόμενος στην πολιτισμική πρακτική. Και αυτό είναι σχετικά φυσικό, γιατί οι Έλληνες από τη φύση τους είναι ανοιχτόκαρδοι. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια των έξι επεισοδίων, γίνομαι μέρος της αφήγησης, μέρος του κοινωνικοπολιτισμικού δικτύου που υπήρχε πριν από μένα. Έχω “ραφτεί” μέσα στον ιστό της κινηματογραφικής αφήγησης.

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

Το επίπεδο της ενασχόλησής μου –και συνεπώς η κατανόησή μου για τον θρήνο– έχει εξελιχθεί βαθιά την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα ζώντας τόσο κοντά στη νότια Αλβανία, στο Πωγώνι και μέσα στην Κόνιτσα. Σίγουρα και η απώλεια της αγαπημένης μου μητέρας εμβάθυνε τη συναισθηματική μου σύνδεση με τα μοιρολόγια. Επειδή η μητέρα μου πέθανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της σειράς, υπήρξαν πολλές στιγμές που χρειάστηκε να διακόψω τα γυρίσματα, ήταν πολύ έντονα τα συναισθήματα που ένιωθα ακούγοντας μοιρολόγια.

Υπήρξαν πολλές φορές στα γυρίσματα που συγκινήθηκα μέχρι δακρύων, αλλά εκείνη που ξεχωρίζει περισσότερο είναι στο επεισόδιο “Τελετές”, όταν ετοιμάζαμε τις εικόνες στο χωριό Μαυρολεύκη για τα αναστενάρια. Υπήρχε καπνός λιβανιού στον αέρα, το υπνωτικό παίξιμο της λύρας, η κίνηση του χορού μπρος-πίσω, το τραγούδι και οι ψαλμωδίες, και ξαφνικά ένιωσα ότι ήμουν μέρος της μεγαλύτερης ομάδας, ότι ήμουν μέρος των πάντων και ότι η καρδιά μου χτυπούσε στον ίδιο ρυθμό και με τον ίδιο τρόπο όπως όλων γύρω μου. Ήταν ένα συγκλονιστικό αίσθημα “ανήκειν” που δεν είχα νιώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Κάθε τόπος που επισκεφθήκαμε και κάθε ομάδα που κινηματογραφήσαμε διαμόρφωσε το όραμά μου, τόσο το άμεσο όσο και το μακροπρόθεσμο. Συχνά αισθάνομαι περισσότερο “σαν στο σπίτι μου” στην Ήπειρο, στο Πωγώνι ή στην Κόνιτσα. Εκείνο που με εξέπληξε, κατά κάποιον τρόπο, ήταν το πόσο άνετα και οικεία με έκαναν να νιώσω οι μουσικοί και οι ντόπιοι στο Αγρίνιο και στο Μεσολόγγι, όταν βρεθήκαμε εκεί για το πανηγύρι.

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

Ήξερα ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να αποτυπώσουμε στην κάμερα την πνευματική δύναμη των μουσικών οργάνων. Όμως αυτό ακριβώς επιχειρήσαμε στο πρώτο επεισόδιο, “Αέρας”, όταν προσπάθησα να δείξω πώς οι μουσικοί έχουν σχέση όχι μόνο με τα όργανά τους αλλά και με τον αέρα που τους περιβάλλει. Ότι, με έναν πολύ πραγματικό τρόπο, οι μουσικοί “παίζουν” με τον αέρα και ο αέρας “παίζει” με αυτούς και το όργανο λειτουργεί ως διαμεσολαβητική δύναμη. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στα πνευστά: στο κλαρίνο, στην τζαμάρα και στον ζουρνά. Στο πρώτο επεισόδιο παρουσιάζουμε αυτήν την “αόρατη” δυναμική ανάμεσα στους μουσικούς, τα όργανά τους, τον αέρα γύρω τους και τους ανθρώπους των χωριών που συμμετέχουν στη μουσική. Και μπορεί κανείς να δει καθαρά την ταυτότητα και τη μνήμη να αναδύονται μέσα από αυτήν τη δυναμική.

Είναι ένα διαρκές, επίμονο ερώτημα για μένα: είναι το σκοτάδι εκεί ή το δημιουργώ εγώ; Σίγουρα με γοητεύει περισσότερο το σκοτάδι απ’ ό,τι το φως. Δεν ξέρω πόσο ιδιοσυγκρασιακό ή μοναδικό είναι αυτό. Στο τέλος, όμως, δεν έχει σημασία. Λέω καλύτερες ιστορίες που περιλαμβάνουν μεγαλύτερη αναλογία σκοταδιού σε σχέση με το φως. Από ερευνητική άποψη, είναι εύκολο για μένα να ανασύρω και να περιγράψω τις σκοτεινότερες στιγμές της ιστορίας, αφού σε αυτές εστιάζουν και οι ιστορικοί. Για μένα, τα “μαύρα βουνά” υποδηλώνουν σοβαρότητα, βάρος και βαρύτητα, κάτι του οποίου η δύναμη πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Νομίζω ότι είναι ανόητο και απερίσκεπτο να προβλέπει κανείς την πολιτισμική σημασία μιας “νέας προσέγγισης”. Αυτό που κάναμε –όλοι μας– η White Room, η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το Cosmote History Channel και όλοι οι συμμετέχοντες, ήταν να βάλουμε παλιό κρασί σε νέα ασκιά, ώστε όλος ο κόσμος να δει το μεγαλείο και τη δύναμη αυτής της δημοτικής μουσικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Αυτό ήταν ένα τεράστιο επίτευγμα. Κατά κάποιον τρόπο, είναι μια πράξη “ευαγγελισμού” αυτής της μουσικής προς τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, είμαι εξαιρετικά βέβαιος ότι θα υπάρξει ένα φρέσκο, ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα πολιτισμικά αγαθά της Ελλάδας, τόσο εντός όσο και εκτός χώρας. Επειδή δεν πρόκειται για ένα “παραδοσιακό” ντοκιμαντέρ, επιτρέπει επίσης στη μουσική και στις πολιτισμικές εκφράσεις να “εκδημοκρατιστούν”, να γίνουν προσβάσιμες σε όλους, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, μορφωτικού επιπέδου ή εθνογλωσσικής/θρησκευτικής ταυτότητας. Αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό – και ίσως το κορυφαίο επίτευγμα αυτού που κάναμε: τον εκδημοκρατισμό της δημοτικής μουσικής.

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM
Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

Από τη μία πλευρά, η απώλεια οποιουδήποτε αρχαίου και βαθιά βιωμένου πολιτισμικού αγαθού είναι μια θλιβερή κατάσταση. Όμως είναι ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας και του ζωντανού πολιτισμού να διατηρήσουν και να προωθήσουν αυτές τις μουσικές παραδόσεις. Και, στις περισσότερες περιπτώσεις, όπου κι αν πήγε το συνεργείο του ντοκιμαντέρ, είδαμε ζωντανές μουσικές παραδόσεις, όχι κάτι νεκρό, ετοιμοθάνατο ή μουσειακό. Έτσι, μπορώ να πω με χαρά ότι στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας αυτές οι παραδόσεις έχουν προσαρμοστεί στο σύγχρονο περιβάλλον τους και παραμένουν επίκαιρες για τους ανθρώπους του 21ου αιώνα».

«Τα σώματα των χορευτών παρουσιάζονται ως φορείς ιστορικής γνώσης. Πώς μεταδίδεται αυτή η γνώση από γενιά σε γενιά;»

«Είναι μια καλή ερώτηση, γιατί δείχνει ακριβώς ότι η παράδοση και η αυθεντικότητα είναι διαδικασίες και όχι πράγματα», συνεχίζει ο Κρίστοφερ Κινγκ. «Στο πρόσφατο παρελθόν, στα χωριά, η ιστορική γνώση του χορού μεταδιδόταν από τη μία γενιά στην επόμενη. Όμως, επειδή τα χωριά έχουν ερημώσει και η πλειονότητα των ανθρώπων ζει πλέον σε αστικά κέντρα, ο χορός δεν διδάσκεται πια με τον ίδιο τρόπο. Διδάσκεται σε τάξεις, σε συλλόγους και οργανισμούς ή από ανθρώπους που έχουν εξειδικευτεί στη μάθηση των χορών. Αυτό σημαίνει αυτό ότι ο χορός έγινε λιγότερο παραδοσιακός ή λιγότερο αυθεντικός; Αυτό το ερώτημα διερευνούμε στο επεισόδιο “Βήματα”, όπου πηγαίνουμε στον Λαγκαδά, στην Κόνιτσα, στη Νιγρίτα Σερρών και σε όλη την Κρήτη, για να δούμε πώς μεταδίδεται ο χορός, τόσο ενδογενεακά όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Αυτό που μαθαίνουμε –ή τουλάχιστον αυτό που μαθαίνω εγώ– είναι ότι εξακολουθεί να υπάρχει μια παραδοσιακή, αυθεντική διαδικασία που καθορίζει τον τρόπο που χορεύουμε, αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στην προσαρμογή και στις πιέσεις του περιβάλλοντος».

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

«Πώς αντιμετωπίσατε το ζήτημα της αναπαράστασης και της ενδεχόμενης “εξωτικοποίησης” των ορεινών κοινοτήτων;».

«Επειδή αυτό το έργο είναι μια πράξη ισορροπίας ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία, ανάμεσα σε κάτι σαν “αντικειμενικότητα” και σε βαθιά προσωπική μεροληψία, αντιμετώπισα το ζήτημα της αναπαράστασης και του εξωτισμού άμεσα και ευθέως. Παρουσιάζομαι ως “ξένος” μέσα στη σειρά, ως ένας κάπως εκκεντρικός εθνομουσικολόγος, ένας περιπλανώμενος που γοητεύεται από τη σχέση μουσικής και πολιτισμού. Ό,τι συμβαίνει στην κάμερα εκτυλίσσεται ακριβώς όπως το αντιλαμβάνονται και το αναπαριστούν όσοι με περιβάλλουν. Κατά μία έννοια, είμαι μια μάλλον παθητική δύναμη στη σειρά. Τα πράγματα συμβαίνουν σε μένα· δεν τα προκαλώ εγώ. Δεν προσπαθώ ενεργά να αλλάξω κάτι. Προσπαθώ απλώς να κατανοήσω τα φαινόμενα και να βοηθήσω να “γεννηθεί” αυτή η κατανόηση στον θεατή.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Και πάλι, ακολουθώ τη σκέψη του Γκρέγκορι Μπέιτσον, ο οποίος έκανε κάτι πολύ ενδιαφέρον στο έργο του για την τελετουργική πρακτική Naven και τις φυλές της Νέας Γουινέας που συμμετέχουν σε αυτά τα τελετουργικά. Αντί να υιοθετήσει ένα μόνο πλαίσιο ή μία μόνο οπτική, ο Μπέιτσον υιοθέτησε πολλαπλές οπτικές και χρησιμοποίησε διάφορα θεωρητικά πλαίσια για να προσεγγίσει το ίδιο πολιτισμικό φαινόμενο. Το αποτέλεσμα ήταν μια πλουσιότερη και πιο ενημερωμένη απεικόνιση της κοινότητας και των κοινωνικών πρακτικών. Η προσέγγισή του απέφυγε τον “εξωτισμό” και είμαι βέβαιος ότι και οι απεικονίσεις αυτής της σειράς είναι πολύ γειωμένες. Σε μεγάλο βαθμό, η δική μου στάση είναι στάση θαυμασμού. Ή, για να το πω αλλιώς, εγώ είμαι απλώς ο αφηγητής. Η ιστορία είναι πολύ πιο σημαντική από τον αφηγητή».

«Δύσκολη ερώτηση ν’ απαντηθεί», προσθέτει η Kafka. «Θεωρώ πως ένα σημαντικό μέρος “εξωτικοποίησης” της Ελλάδας ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, όταν τα δημοτικά ή λαϊκά ή παραδοσιακά τραγούδια και κείμενα μεταφράστηκαν σε έργα για πιάνο και λυρική φωνή, με αποδέκτη το φιλόμουσο ακροατήριο των Ευρωπαίων αστών. Πίσω στο σήμερα, διατηρώ μια κρυφή ελπίδα για κάποιες ορεινές περιοχές, και τη συνάντησα, μεταξύ άλλων, στο έκτο και τελευταίο επεισόδιο της σειράς, στα λόγια του πρώην δημάρχου της Κληματιάς, Μιχάλη Κατσάνου. “Ήταν άμεσος ο πόνος, εκείνη τη στιγμή θρηνούσε όπως του έβγαινε. Τώρα βλέπετε, φτάσαμε σε σημείο τον νεκρό να μην τον πάνε στο σπίτι. Είναι στο νοσοκομείο, στην κατάψυξη”, λέει. “Τότε όμως τον ένιωθαν τον νεκρό. Έπρεπε την τελευταία στιγμή να επικοινωνήσουν, να του πούνε να στείλει χαιρετίσματα, να τραγουδήσουν, να κλάψουν, όλη νύχτα... Και έβγαινε αυθόρμητα. Τώρα αυτά έχουν αμβλυνθεί, έχουν ξεμακρύνει πολύ. Ο ανθρώπινος πόνος έγινε πλέον εμπόριο”. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ακούσει πιο γενναία νοσταλγία, ικανή να κρατήσει μακριά (για λίγο καιρό ακόμα) τη μοντέρνα τουριστική μυρμηγκοφωλιά».

Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM
Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά; Facebook Twitter
Σκηνή από τα γυρίσματα της σειράς. Φωτ.: Μιχάλης Αριστομενόπουλος/WHITE ROOM

«Πιστεύετε ότι ένας “ξένος” μπορεί να φτάσει σε ουσιαστική κατανόηση ενός λαϊκού πολιτισμού;».

«Η κύρια ηθική ευθύνη ενός ανθρώπου που ερευνά είναι ο σεβασμός», λέει ο Κρίστοφερ. «Να σέβεσαι ότι κάτι είναι κεντρικό στις αντιλήψεις μιας μικρής τοπικής ομάδας. Ωστόσο, οι ίδιες οι κοινότητες αγκάλιασαν την ιδέα ενός “ξένου” που εξερευνά τη μουσική τους. Και νομίζω ότι αυτό συνέβη επειδή μπορούσαν να αντιληφθούν πόσο ουσιαστική και συναισθηματικά φορτισμένη ήταν για μένα η ενασχόληση με αυτές τις δραστηριότητες. Δεν προσπάθησα να σταθώ απέναντί τους με έναν ψυχρό, επιστημονικό τρόπο. Ήθελα να προσεγγίσω το θέμα ως άνθρωπος, γιατί διαφορετικά δεν είναι αυθεντικό, χάνεται η ουσία».

«Κανείς, φαντάζομαι, δεν θα υποστηρίξει πως ένας ξένος, ένας Αμερικανός εν προκειμένω, μπορεί να σηκώσει επαρκώς τη βιωματική σημασία για μια χώρα που επισκέφτηκε πρώτη φορά σε μεγάλη ηλικία», λέει η Kafka. «Αλλά είναι απολύτως θεμιτό να κουβαλάει στις αποσκευές του την εξομολογητικότητα μιας κάποιας Αλίκης που αποφάσισε να μετοικήσει στη Χώρα των Θαυμάτων. Νομίζω πως οι σχέσεις των ξένων που αποφάσισαν να μείνουν στην Ελλάδα περνάει κάποια στιγμή από σαράντα κύματα, μαζί κι απ’ το γιοφύρι της Άρτας. Και τότε προκύπτει αυτό που είχε γράψει ένας φιλέλληνας, ο Βρετανός συγγραφέας Τζον Φόουλς. “Η Ελλάδα είναι σαν καθρέφτης. Σε κάνει να υποφέρεις. Μετά μαθαίνεις. Να ζεις με αυτό που είσαι”».

Το ντοκιμαντέρ «Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά» του Φοίβου Κοντογιάννη είναι μια συμπαραγωγή της Cosmote TV και του Onassis Culture σε εκτέλεση παραγωγής της White Room που θα προβληθεί το επόμενο διάστημα. Στις 7/3 θα γίνει ειδική προβολή της COSMOTE TV στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Το τρέιλερ του «Γιατί 'ναι μαύρα τα βουνά»

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Christopher King

Oι Αθηναίοι / Christopher King: «Στην Αμερική ακολουθούσα τη συνήθεια, στην Ελλάδα ερωτεύτηκα τη ζωή»

Ο βραβευμένος με Grammy Αμερικανός εθνομουσικολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» μοιράζεται με τη LiFO τους μεγάλους σταθμούς του ταξιδιού του: από ένα μικρό χωριό της Βιρτζίνια μέχρι την Κόνιτσα και από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα.
M. HULOT
«Ηπειρώτικο Μοιρολόι»: μια κριτική ματιά στο βιβλίο του Κρίστοφερ Κινγκ

Βιβλίο / «Ηπειρώτικο Μοιρολόι»: μια κριτική ματιά στο βιβλίο του Κρίστοφερ Κινγκ

Ακολουθώντας τα ίχνη που άφησαν οι παραδοσιακοί οργανοπαίκτες Κίτσος Χαρισιάδης και Αλέξης Ζούμπας στα βουνά της Ηπείρου, σε ένα βιβλίο που έκανε μεγάλη εντύπωση τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αμερική
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ
Στην Κόνιτσα, σε ένα τριήμερο γλέντι με ρουμανικό fusion, ποντιακά και ηπειρώτικα

Μουσική / Στην Κόνιτσα, σε ένα τριήμερο γλέντι με ρουμανικό fusion, ποντιακά και ηπειρώτικα

Το ακριτικό διαβαλκανικό φεστιβάλ του Christopher King και της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση ξεσήκωσε για άλλη μια χρονιά άτομα κάθε ηλικίας και καταγωγής με παραδοσιακή μουσική απρόσμενη και συναρπαστική.
M. HULOT
Γιατί 'ναι μαύρα τα βουνά - Κόνιτσα

Μουσική / «Γιατί 'ναι μαύρα τα βουνά» στην Κόνιτσα: Ένα ταξίδι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της παραδοσιακής μουσικής

Η μετεξέλιξη της παραδοσιακής μουσικής και ο ρόλος των Ρομά στη μουσική των νότιων Βαλκανίων είναι οι δυο θεματικές που απασχόλησαν το φετινό φεστιβάλ που διοργάνωσε για δεύτερη χρονιά η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση στην Κόνιτσα.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

The Review / Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

Η Βένα Γεωργακοπούλου και η Κατερίνα Οικονομάκου συζητούν για δύο ταινίες με τον Πούτιν στο επίκεντρο: συμφωνούν για την πρώτη, διαφωνούν για τη δεύτερη. Το μόνο βέβαιο; Η Ρωσία παραμένει μια τεράστια φυλακή που θα συνεχίσει να δίνει έμπνευση για περισσότερες ιστορίες.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Οθόνες / Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Στην «Gorgonà» της Εύης Καλογηροπούλου δύο γυναίκες επαναστατούν και αγωνίζονται για την ελευθερία και την ταυτότητά τους, μετατρέποντας εαυτόν σε σύμβολα αντίστασης και μεταμόρφωσης.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Οθόνες / Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Ο Ερρίκος Λίτσης πρωταγωνιστεί στην «Τελευταία κλήση», ένα αστυνομικό θρίλερ βασισμένο στην υπόθεση του Σορίν Ματέι, τη συγκλονιστική ιστορία ομηρίας με τραγική κατάληξη. Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά για την ταινία αλλά και τους καιρούς που ζούμε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πλαστικό και υπογονιμότητα: Το ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix μας καλεί να αποτοξινωθούμε άμεσα

Οθόνες / Αν θες να κάνεις παιδί, κόψε τα πλαστικά

Στο ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix, μια Αμερικανίδα επιδημιολόγος συναντά ζευγάρια που αγωνίζονται να κάνουν παιδί και τους ζητά να περιορίσουν δραστικά την έκθεση τους στα πλαστικά. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά.
THE LIFO TEAM
Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οθόνες / Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οι πρεμιέρες στη μικρή οθόνη φέρνουν μαζί τους μεγάλα ονόματα και ακόμη μεγαλύτερο hype: από την τρίτη σεζόν του «Euphoria​​​​​​​» με τη Ζεντέγια και τον Τζέικομπ Ελόρντι μέχρι το «Margo’s Got Money Troubles​​​​​​​» με τις Νικόλ Κίντμαν και Μισέλ Φάιφερ.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Οθόνες / Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Φέτος, το Χόλιγουντ υπερασπίστηκε το μεγάλο σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον που αγαπά εξίσου τους χαρακτήρες και την πλοκή, τα genres και την κουλτούρα της αίθουσας, τη σάτιρα και το horror χωρίς αγκυλώσεις, τη συγκίνηση και το θέαμα χωρίς ενοχές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Οι Αθηναίοι / Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Έγινε δημοσιογράφος επειδή της το πρότεινε ο πατέρας της. Περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, πέρασε από όλα όπως πέρασε και από το ελληνικό τραγούδι. Δεν πιστεύει στην αυτοαναφορική τηλεόραση ούτε στις «πεσιματικές» συνεντεύξεις. Η Ναταλία Γερμανού αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Pulp Fiction / «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Οθόνες / Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Ένα νέο ντοκιμαντέρ που κάνει πρεμιέρα στο MoMA της Νέας Υόρκης στο τέλος του μήνα αποκαλύπτει τη συναρπαστική, προφητική και πολυδιάστατη φύση των ταινιών μικρού μήκους των Λιμιέρ στα τέλη του 19ου αιώνα.
THE LIFO TEAM