Ο Σαμ Μέντες δεν σπαταλάει πολύ χρόνο στην κρίσιμη εισαγωγή της ταινίας του. Ο Φρανκ και η Έιπριλ γνωρίζονται και ερωτεύονται γιατί είναι νέοι και ορμητικοί και γουστάρουν ο ένας τον άλλο, πάει και τελείωσε. Αυτός είναι φιλόδοξος και εκείνη καλλιτεχνική φύση. Πολύ γρήγορα εγκλωβίζονται σε ένα γάμο που δεν τους ταιριάζει, σε ένα προάστιο που αντιπαθούν, ανάμεσα σε ανθρώπους που θεωρούν κατώτερους. Προσβάλλουν ο ένας τον άλλο και τα δυο παιδιά τους δεν είναι αρκετά για την ευτυχία. Με στυλιζάρισμα και γεμάτη καλλιτεχνική διεύθυνση, ο Μέντες αδειάζει το λόγο ύπαρξης και το μέλλον του ζευγαριού με χειρουργική ακρίβεια. Χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες, το ζευγάρι των γειτόνων, τη μεσίτρια (καταπληκτική η Κάθι Μπέιτς), τον αδιάφορο σύζυγό της και κυρίως τον προειδοποιητικό, σχιζοφρενή γιο τους ως μέρος της αφηγηματικής διακόσμησης στο χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Η ιστορία δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει και πολύ και το διάλειμμα στην παρακμή των Γουίλερ, όταν αποφασίζουν πως θα τα παρατήσουν όλα και θα ζήσουν το μποέμικο όνειρό τους στο Παρίσι, δεν δίνει ζωντάνια σε αυτή την όμορφη αλλά μουσειακή καταγραφή μιας άκυρης συμβίωσης.

Μέρος του φωτογενούς προβλήματος είναι η αμηχανία του Ντι Κάπριο στον πρώτο συζυγικό-πατρικό του ρόλο - μπορεί να μεγάλωσε αλλά όχι αρκετά για να επωμιστεί τις ευθύνες στο οριακά παιδικό του φέρσιμο. Από την άλλη, η Κέιτ Γουίνσλετ είναι χάρμα, χωρίς να χρειαστεί να κάνει πολλά. Έχει δυο σκηνές, η μία στο τηλέφωνο και η άλλη στο σαλόνι, όπου αποβάλλει τελετουργικά και ανατριχιαστικά, πένθιμα και αργά, για να σημάνει από μόνη της το «the end of the affair» (να μια ιστορία ερωτικής τραγωδίας που κινηματογραφήθηκε με αδρές γραμμές).

Η σύμπτωση της διπλής της παρουσίας στις αίθουσες, με το Δρόμο της Επανάστασης και τα πολύ πιο αξιοσημείωτα Σφραγισμένα Χείλη, φέρνει τους υποψήφιους θεατές των δυο αυτών ταινιών σε μια ευλογημένη μαρτυρία μιας ηθοποιού που αριστεύει σε έργα εποχής, χωρίς να παγιδεύει την εκφραστικότητά της σε επανάληψη. Ενώ στην πρώτη ταινία ασχολείται με το (σκλαβωμένο) συναίσθημα της Έιπριλ, στη δεύτερη υπηρετεί τη συνείδηση της Χάνα Σμιτς, μιας αναλφάβητης γυναίκας που έκανε το καθήκον της ως απρόσκοπτη δεσμοφύλακας στο Άουσβιτς, δεν παραδέχτηκε από ντροπή τη μαθησιακή της ανημπόρια και πήρε στις πλάτες της τη σιωπηλή ντροπή ενός έθνους σε μια δίκη που την έστειλε στη φυλακή μέχρι τα γεράματά της. Μεταξύ του προσωπικού και του συλλογικού, βρήκε το χρόνο και τη δύναμη να εμπνεύσει τον έρωτα σε ένα 15χρονο, που τον εγκατέλειψε και την εγκατέλειψε διαδοχικά, για να την ανταμείψει στο τέλος με το δώρο της ανάγνωσης και της γραφής σε μια πολύπλοκη ιστορία με πολλά μυστικά σημεία. Και παρά τα προβλήματα και των δυο ταινιών (λιγότερα στο αφηγηματικότερο και πιο ενδιαφέρον έργο του Στίβεν Ντάλντρι), η Γουίνσλετ αποκαλύπτει σαν φωτεινό μυστικό τη θεία οδύνη των δυο χαρακτήρων που υποδύεται. Αποχυμωμένη και αξιοπρεπής, βαριά και συχνά δυσάρεστη, δεν επιδιώκει τη συμπάθεια και την κολακεία. Φωτίζει και πάλλεται, υπομένοντας μάταια το Παρίσι και καρτερικά το τέλος αντίστοιχα. Η μεγάλη ηδονή του θεατή είναι τα ξέφωτα στη ζωή της Έιπριλ και της Χάνα, οι στιγμές όπου η Γουίνσλετ μας δίνει την πρόσκαιρη χαρά της ανατροπής.