Στα 40 του χρόνια, ο Χάρβεϊ Μιλκ γνώρισε τον Σκοτ Σμιθ και τον ερωτεύθηκε. Του εξομολογήθηκε πως πρέπει να κάνει κάτι σημαντικό στη ζωή του και μαζί μετακόμισαν στο Σαν Φρανσίσκο. Άνοιξαν ένα φωτογραφείο, συσπειρώθηκαν και ο Μιλκ έγινε σταδιακά ο «δήμαρχος της οδού Κάστρο», ένας πολιτευτής της γειτονιάς, μαχητής των δρόμων, μέντορας των ομοφυλόφιλων της περιοχής και φάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια πόλη όπου η καθημερινότητα της μειονότητας δεν συνέπιπτε με το διαφημισμένο, ηλιόλουστο gay lifestyle (αστυνομική βία, κοινωνικός ρατσισμός κ.λπ). Μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες, ο Μιλκ κατάφερε να εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος μαζί με το φιλελεύθερο δήμαρχο Μοσκόνε. Την ίδια περίοδο, συνάδελφός του υπήρξε ο Νταν Γουάιτ, ένας κοινωνικά καταπιεσμένος, ψυχολογικά ανισόρροπος νεαρός οικογενειάρχης, που εκτοπίστηκε μετά από λίγο καιρό από το αξίωμά του και, σε μια απρόσμενη εξέλιξη, σκότωσε τον Μοσκόνε και τον Μιλκ μέσα στο δημαρχείο.

Οι πληροφορίες αυτές δεν είναι μυστικό - μάλιστα τις κατέγραψε στο βραβευμένο του ντοκιμαντέρ ο Ρομπ Επστάιν το 1984. Γι' αυτό και ο Βαν Σαντ δεν κυνηγάει το σοκ. Ξεκινάει με μια ηχογραφημένη διαθήκη του Μιλκ που ακούγεται, όπως δηλώνει ο ίδιος, «μόνο στην περίπτωση που δολοφονηθεί». Μαγνητοσκοπημένες μαρτυρίες της εποχής, όπως η ανακοίνωση του θανάτου του από την Νταϊάν Φάινσταϊν και οι ομοφοβικές δηλώσεις της τραγουδίστριας Ανίτα Μπράιαντ μπλέκουν με τη μυθοπλασία και σε μερικές περιπτώσεις διασταυρώνονται με διαδηλώσεις και με τη συγκινητική πομπή που ακολούθησε τη δολοφονία, ένας κοινωνικός επιτάφιος που δεν ξέρεις αν είναι στημένος σήμερα ή απόσπασμα από τα επίκαιρα της εποχής. Η δύναμη του Βαν Σαντ να αναμειγνύει την ποίηση του δρόμου με τον κινηματογραφικό διάλογο σαν να ξεφυλλίζει ένα λεύκωμα με ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν δίνει στην ταινία Milk αμεσότητα και διαστάσεις.

Ο Χάρβεϊ Μιλκ δεν ήταν τέλειος, ούτε άγιος. Εγκατέλειψε τη Νέα Υόρκη και τη δουλειά του ασφαλιστή, αλλά δεν παράτησε την επιχειρηματική του δεινότητα και τη μάχη της επιβίωσης σε μια μεγάλη πόλη. Όταν αγάπησε τον Σκοτ και τον θεώρησε οιωνό σε παραπέρα βήματα, άφησε μακριά τα μαλλιά του και ασπάστηκε την μποέμ εικόνα του ακομπλεξάριστου καταστηματάρχη. Ξεκίνησε τη μικροπολιτική και τοποθέτησε τον Σκοτ ως μάνατζερ της καμπάνιας που τότε ήταν στα σπάργανα. Είχε μια μεθοδικότητα στις κινήσεις του και συστηματοποίησε μια χύμα κοινότητα, βλέποντας πως οι ψήφοι δεν ήταν καπρίτσιο αλλά ζωτικό θέμα επιβίωσης. Αποδείχτηκε πως είχε δίκιο, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Ηττήθηκε πολλάκις, είχε ωστόσο την τύχη να αποκτήσει πιστούς οπαδούς και συνεργάτες λόγω της ευγένειας και του χιούμορ του.

Ο Σον Πεν, στην πιο πειστική και εξωστρεφή ερμηνεία του, είναι απτός και άμεσος, γοητευτικός και τσαχπίνης, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε ψυχαναλυτικά background για να αιτιολογήσει τις προσωπικές πράξεις και την κοινωνική δράση του Μιλκ. Τον βοηθάει ο τρόπος του Βαν Σαντ, σε μια ταινία όπου συγκλίνουν αρμονικά η αφαιρετική προσέγγιση του Elephant και η κανονική αφήγηση του Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ. Το μεγάλο του προσόν, με τη ρευστή χρήση της κάμερας από τον Χάρις Σαβίδις, είναι πως μπορεί να δένει τις σκηνές του χωρίς να φαίνεται πως κόβει, πως «μοντάρει» παραδοσιακά, δίνοντας μια αίσθηση συνέχειας στο χρόνο και στο χώρο. Η πόλη και οι άνθρωποι γίνονται ένα και η στρατολογημένη ενότητα που διακήρυξε ο Μιλκ αποκτά κινηματογραφικό νόημα. Κάπως έτσι η μετάβαση από το Proposition 6 για το ρατσισμό στη μέση εκπαίδευση που πολέμησε και κέρδισε ο Μιλκ πριν από 30 χρόνια δένει φυσικά με το Proposition 8 για τους γάμους μεταξύ ομοφυλοφίλων που περιμένει μετέωρος μια λύση σήμερα από έναν εξίσου χαρισματικό και παθιασμένο ηγέτη με συσπειρωτικό ταλέντο. Στη μέση βρίσκεται ο Τζος Μπρόλιν σε μια επίσης σπουδαία ερμηνεία (δεν πολυνοιάστηκα για τους φίλους του Μιλκ, τους βρήκα χρηστικούς και μερικές φορές υπερβολικούς), ενός πολιτικού με απωθημένη ζήλια και διαταραγμένη αίσθηση των ιδανικών.