Χρειάζεται αυτοπεποίθηση και βαθιά έλλειψη πίστης στην πολιτική για να παραλάβεις μια ιστορία που έχει να κάνει με πόλεμο, κυβερνήσεις και μυστικές υπηρεσίες, νεκρούς και καριέρες, και να την εκφράσεις με συνεχή ειρωνεία και σχεδόν φαρσικούς όρους. Ο Μάικ Νίκολς δεν αντιμετωπίζει διλήμματα προσωπικής αποδοχής ή κατευθυντήριων επιλογών. Ως παλιός κωμικός και σατιρικός σχολιαστής, έτριψε τα χέρια του όταν του χτύπησαν την πόρτα για να σκηνοθετήσει την απίστευτη εμπλοκή του γερουσιαστή Τσάρλι Γουίλσον και της πάμπλουτης, κοσμικής, Τεξανής φίλης του Τζοάν Χέρινγκ στον πόλεμο του Αφγανιστάν. Και ο μόνος τρόπος που ερμήνευσε το σενάριο ήταν ο ανάποδος. Πώς αλλιώς να «ακούσει» μια ιστορία όπου ένας αλκοολικός γυναικάς (με χαρέμι θηλυκών γραμματέων και σποραδικές γνώσεις του αντικειμένου του) και σχετικά έκλυτος εκπρόσωπος της αμερικάνικης γερουσίας χωρίς έργο αλλά με συνεχείς επανεκλογές στην περιφέρειά του, μαζί με τη φανατική αντικομουνίστρια φιλενάδα του, και τη βοήθεια του ελληνικής καταγωγής, δύσπιστου, εκρηκτικού και ζοχάδα Γκαστ Αβράκοτος (!), από τη CIA, πολλαπλασίασαν τον προϋπολογισμό για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και κατάφεραν να προμηθεύσουν με σύγχρονο οπλισμό τους αντάρτες και να πετάξουν έξω τους Ρώσους εισβολείς. Δηλαδή, ο Τσάρλι τα κατάφερε, με τους γοητευτικά ανορθόδοξους χειρισμούς του στη διεθνή διπλωματία και το Κογκρέσο, και τα κρεβατώματα με την κυρία Χέρινγκ, αλλά και το χειρισμό του άξεστου Αβράκοτος για να ενεργοποιηθεί το υπόγειο κομμάτι των επιχειρήσεων. Προς τι όλο αυτό; Συγκυρία ήταν, ένα κλάσμα πολιτικού συναγερμού στη συβαριτική πλευρά ενός κλασικού πολιτικάντη, που διέφερε από τους υπόλοιπους στο ότι παραδεχόταν την αγάπη του για τον υλισμό και την ηδονή και την απολάμβανε χωρίς την ενοχή του υποκριτή ψηφοθήρα που θέλει να τα έχει καλά με το δημόσιο καθρέφτη του.

Ο Τομ Χανκς, που ενσαρκώνει τον Τσάρλι, κάνει κάτι ασυνήθιστο: παίζει έναν πολιτικό με ελαττώματα που δεν είναι εντυπωσιακά, παίρνει μια απόφαση που είναι και η μοναδική που μπορεί να δικαιολογεί την πολιτική του καριέρα, αλλά σταδιακά βουλιάζει στον αλκοολισμό, την ανία και τη μοναξιά, χωρίς να αιτιολογεί τη θλίψη που τον κατατρύχει. Όλα τα υπόλοιπα τακτοποιούνται μια χαρά. Η Χέρινγκ είναι μια χριστιανή με αντικομουνιστικό σχέδιο και τρομερή πρακτικότητα, απαρασάλευτη στο σκοπό της και αδιάφορη για τις αντιπάθειες που προκαλεί στο πέρασμά της. Μαζεύει τα λεφτά και εκμεταλλεύεται τη χάρη που της χρωστάει ο Γουίλσον. Ο Αβράκοτος λειτουργεί ως το κινητό συνεργείο επιχειρήσεων. Το περίεργο τρίο πείθει την αμήχανη αμερικάνικη ηγεσία να κουνηθεί και να πετάξει τους κακούς από την ξένη χώρα και στη συνέχεια να ξαναχτίσει τον τόπο, στα πρότυπα της αποκατάστασης που συνηθίζει η υπερδύναμη μετά τις βομβαρδιστικές παρεμβάσεις.

Για να μη γελιόμαστε, η ταινία παίρνει σαφή θέση. Ο Μάικ Νίκολς, ρωσικής καταγωγής και φανατικός πολέμιος του ολοκληρωτισμού, κάθεται στη σκηνοθετική καρέκλα σαν αντισοβιετικός dilettante: δεν το κάνει θέμα, ωστόσο θεωρεί δεδομένη τη σφαγή των Ρώσων προς τους αμάχους και τη θετική αντίδραση των Αμερικανών. Επειδή η αντίδραση εκείνη ήταν τραγικά αργοπορημένη, ειρωνεύεται τους μηχανισμούς της πολιτικο-στρατιωτικής ολιγωρίας (και το κάνει για να μην αποσπάσει το δραματοποιημένο διαδρομικό κουτσομπολιό από τα πραγματικά γεγονότα). Και επειδή βασίστηκε στην ιδιωτική κινητοποίηση των ανθρώπων αυτών, κάνει και μια ειρωνική πλάκα. Ο Νίκολς προσαρμόζεται πάντα στο υλικό που του προτείνεται και αγαπάει τους ηθοποιούς του, τους εμπιστεύεται και κανακεύει το ταλέντο τους. Βάζει τον Χανκς και τη Ρόμπερτς να ανταλλάσσουν τέλεια συγχρονισμένους κινηματογραφικούς διαλόγους με τη νοοτροπία Τεξανών και την ελαφρότητα των Αμερικανών που πιστεύουν πως θα καταφέρουν τα πιο απίθανα πράγματα αν πραγματικά τα πιστεύουν - και πολλές φορές τα καταφέρνουν, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επιτέλους, μια ταινία από την πρόσφατη σοδειά των ευαισθητοποιημένων παραβολών για τα δεινά του πολέμου made in Hollywood, που δεν χρησιμοποιεί το προσωπικό δράμα για να κρύψει τη mainstream αλλεργία στην ανοιχτή πολιτική πρόκληση. Αντί αυτού του πονηρού τεχνάσματος, εφαρμόζει τη λεπτή κωμωδία για να αναδείξει το παράλογο και να χορέψει το θέμα σε ένα ταψί διεθνών σχέσεων και συγκεχυμένου εγχώριου πρωτόκολλου. Η εξουσία είναι ένα παιχνίδι και δεν είναι αμαρτία να το δούμε και ως τέτοιο, ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες ζωές που χάνονται. Αυτό είναι και το point στα Παιχνίδια Εξουσίας.