Είναι λίγο δύσκολο να απαριθμήσει κανείς όλες τις λίστες στις οποίες φιγουράρει η «Οντισιόν» της Katie Kitamura από την έκδοσή της και μετά: «Best book of the year», «Most anticipated» σε έντυπα όπως τα «New Yorker», «Washington Post», «Los Angeles Times», «Time» «The Guardian», «El Pais». Φυσικά, ανάμεσά τους ξεχωρίζει η βραχεία λίστα του βραβείου Booker για το 2025.
Εξίσου δύσκολο είναι να μιλήσεις γι’ αυτό το βιβλίο και να μεταφέρεις αυτούσιο και πλήρες το πνεύμα και την ατμόσφαιρα που δημιουργεί η συγγραφέας, αρθρώνοντας δύο ανταγωνιστικές πλοκές που αποσταθεροποιούν όχι μόνο τη ζωή των ηρώων αλλά και των αναγνωστών, τηρουμένων των αναλογιών πάντα.
Δύο άνθρωποι συναντιούνται το μεσημέρι σε ένα εστιατόριο του Μανχάταν. Αυτή είναι μια καταξιωμένη ηθοποιός που κάνει πρόβες για μια επερχόμενη πρεμιέρα. Αυτός είναι ελκυστικός νέος – αρκετά νέος για να είναι γιος της. Ποια είναι η σχέση που θα μπορούσε να συνδέει αυτούς τους δυο ανθρώπους; Τι είναι ο ένας για τον άλλον;
Συνεχίζοντας τον τρόπο προηγούμενων βιβλίων της, η συγγραφέας βάζει στο επίκεντρο μια ηρωίδα, που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της, όπως των υπόλοιπων ηρώων, μόνο τις σκέψεις της, πάντα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση· όλα τα τεκταινόμενα μέσα από τη δική της σκοπιά. Κι ενώ πρόκειται για μια φωνή, όσο περνούν οι σελίδες τη βλέπουμε να διακλαδίζεται σε μια συνεχή αναρώτηση και αμφισβήτηση όσων βιώνει και καταγράφει: «Όλο και πιο συχνά με ξάφνιαζε το άτομο στον καθρέφτη, το πιο ανησυχητικό δεν ήταν οι ρυτίδες στο στόμα μου ή τα βαθουλωμένα μάτια μου αλλά η στιγμιαία αδυναμία να με αναγνωρίσω, η φευγαλέα στιγμή που κοιταζόμουν στον καθρέφτη και δεν ήξερα ποια ήμουν».
Η πλοκή χωρίζεται σε δύο κεφάλαια, δύο ξεχωριστές πραγματικότητες που αν μη τι άλλο μας κάνουν να ακολουθούμε, θέλοντας και μη, την αποσταθεροποιητική διαδικασία στην οποία έχει μπει πρώτη η ηρωίδα. Την παρακολουθούμε να αλλάζει ρόλους η ίδια και να παρακολουθεί όσους θεωρεί δικούς της ανθρώπους να αλλάζουν κι εκείνοι, ακολουθώντας ένα σενάριο που γράφεται βήμα βήμα και σταδιακά οδηγεί στην αποξένωση, κάνοντας την αλήθεια πιο σχετική από ποτέ. «Σηκώθηκα ανήσυχη, προσπάθησα να ανασυνθέσω την αλληλουχία των γεγονότων, που τώρα άρχιζαν να παραμορφώνονται στη μνήμη μου, δεν ήμουν πια σίγουρη τι είχε συμβεί στ’ αλήθεια».
Το σπίτι της μετατρέπεται σε μια σκηνή και όσοι μένουν σε αυτό εμφανίζουν διαφορετικές πλευρές τους, συνεχώς μετατοπίζονται, ώσπου στο τέλος γίνονται αγνώριστοι. Παρά τη διατήρηση μιας φαινομενικής ρουτίνας –πρωινό αγορασμένο από κοντινό φούρνο, ένα ποτό λίγο πριν από τον ύπνο, προσεκτικά τακτοποιημένα δωμάτια–, οι ρωγμές είναι προφανείς και σταδιακά βαθαίνουν. Κάποια στιγμή, στέκεται σφιγμένη και ακίνητη στην άκρη του διαδρόμου, που ξαφνικά της φαίνεται πιο μακρύς απ’ ό,τι συνήθως, σχεδόν δεν αναγνωρίζει όσα μέχρι πρότινος ήταν η ασφάλειά της.
Μέσα σε 184 σελίδες, η Kιταμούρα παραδίδει ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα που καταφέρνει να μας δημιουργήσει αμφιβολίες για όσα πιστεύαμε ως τώρα για το έρωτα, την τέχνη, τον ίδιο μας τον εαυτό, προκαλώντας μια ανησυχία που ως το τέλος του βιβλίου κλιμακώνεται: βαδίζουμε σε κινούμενη άμμο, οι βεβαιότητες διαλύονται, μπορεί ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού μας να βρούμε μπροστά μας ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουμε πια, ή εκείνοι δεν αναγνωρίζουν εμάς. Οργανώνει με τέτοιο τρόπο το υλικό της που δεν αφήνει πολλά περιθώρια: η ήρεμη και συνήθως γοητευτική επιφάνεια κρύβει μια καταπιεσμένη πραγματικότητα, ένα διαπροσωπικό θρίλερ που με μια αφορμή θα μοιράσει από την αρχή τους ρόλους, διαγράφοντας τις έννοιες της κοινότητας και του οικείου.
KATIE KITAMURA
Μτφρ.: Βάσια Τζανακάρη
Σελ. 184
Εκδόσεις Διόπτρα


- Facebook
- Twitter
- E-mail
0