Ο αναλυτής συμβόλων και φορμαρισμένος θρησκειολόγος Ρόμπερτ Λάνγκτον καλείται από το Βατικανό για να βοηθήσει την Αγία Έδρα στην επίλυση ενός μεγάλου πονοκεφάλου: πρέπει να ανακαλύψει τι σχέση έχει το ξεχασμένο σύμβολο της μυστικής αδελφότητας των Illuminati με την απαγωγή των 4 εκλεκτών καρδιναλίων για τη διαδοχή του άρτι εκλιπόντος Πάπα. Κι ενώ το κονκλάβιο συνεδριάζει κεκλεισμένων των βαρύτιμων θυρών, ένας καρδινάλιος θα εκτελείται ανά μια ώρα σε καθορισμένο σημείο της Ρώμης, και παράλληλα κινδυνεύει να ανατιναχθεί το Βατικανό από ένα πανίσχυρο φιαλίδιο που περιέχει εκρηκτική αντι-ύλη. 

Πραγματικά, έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζω την ώρα μετά τα τρία τέταρτα της ταινίας, κάτι που δεν συνέβη φυσικά με τον περίγελο Κώδικα. Οι δημιουργοί έκαναν το μέγα λάθος να πουλήσουν την προηγούμενη ταινία μέσω του καλλιτεχνικού κυκλώματος, με μια αξέχαστα αρνητική προβολή στο Φεστιβάλ Καννών. Ποτέ ξανά! Το Illuminati Οι Πεφωτισμένοι πλασάρεται ως περιπέτεια με θρησκευτικό υπόβαθρο και αποφεύγει οποιαδήποτε μεταφυσική εμπλοκή. Όπως είπε και ο Τομ Χάνκς: «Δεν καταλαβαίνω προς τι η φασαρία. Το έργο είναι αστυνομικό και ο χαρακτήρας μου καλείται να δώσει λύση σε ένα μυστήριο και να σώσει την κατάσταση». Η Καθολική Εκκλησία έχει μποϊκοτάρει την παραγωγή, επειδή αισθάνεται συλλήβδην πως ο Μπράουν πολεμά την πίστη με βολές εναντίον του δόγματος. Φαντάζομαι πως οι δογματικοί θα έχουν πρόβλημα, αλλά θα είναι οι μόνοι. Βλέποντας την ταινία, ως και «φιλοκαθολική» θα τη χαρακτήριζα. Στο τέλος, απομονώνεται τόσο έντονα ο ένοχος (είναι γνωστός, αφού το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε πριν από περίπου μια δεκαετία, αλλά ας μη χαλάσω το μικρό μυστικό), που η θρησκεία στέκει στο ύψος των περιστάσεων και η απειλή εξουδετερώνεται μετά από συντονισμένες και ριψοκίνδυνες προσπάθειες των «κοσμικών».

Η μάχη που θέτει η ταινία είναι ανάμεσα στην πίστη και την επιστήμη. Η λαϊκή ψιλοβελονιά του Μπράουν είναι ότι παίρνει μικρές αλήθειες, όπως ότι διάσημοι θεωρητικοί και επιστήμονες κυνηγήθηκαν για τις απόψεις τους, και τις μετατρέπει σε μεγαλοπρεπές, παραμυθένιο μωσαϊκό. Με εκκλησιαστικά μνημεία και το ίδιο το Βατικανό made in the Los Angeles studios ως φόντο, αναβιώνει μια ομάδα μυστική, χαμένη και θαμμένη στο χρόνο, αιχμή του λογοτεχνικού δόρατος που γεννάει μια συνωμοσία μέσα στους ιστορικούς ψιθύρους. Υπήρξαν ή όχι οι Πεφωτισμένοι;

Στο τριπάκι μάς βάζει η ασταμάτητη σκηνοθεσία του Ρον Χάουαρντ, ενός σκηνοθέτη που, όπως είχαμε γράψει και στην περίπτωση του Φροστ/Νίξον, είναι τόσο καλός όσο το υλικό του. Κι εδώ είναι τόσο αποτελεσματικός όσο και η ασθμαίνουσα παράθεση γεγονότων και πληροφοριών του συγγραφέα. Αναγκαστικά, το πρώτο μέρος είναι μια εκλαϊκευμένη επεξήγηση των συμβόλων και της τοπογραφίας, με την οπτική ενός Αμερικανού ειδικού, του Λάνγκτον, και μιας Ιταλίδας επιστήμονος, από τα εργαστήρια του ελβετικού Cern. Οι δυο τους συμπίπτουν σε μια αγωνιώδη έρευνα. Πρέπει να διασχίσουν μια δύσκολη πόλη και να ξεπεράσουν τα εμπόδια των εχθρών. Το σενάριο είναι εξωφρενικό, όπως καταλαβαίνει όποιος έχει διαβάσει το μυθιστόρημα. Οι πληροφορίες είναι καταιγιστικές, αλλά όπως και στο βιβλίο, διακόπτονται από εξαιρετικά γεγονότα, ακραίες καταστάσεις και χαρακτήρες βγαλμένους από τη βίαιη τομή του ρεαλισμού και της φαντασίας - οι δολοπλοκίες ανήκουν οριακά στη σφαίρα ενός μεικτού είδους επιστημονικής φαντασίας και ιστορικής αλήθειας, που ο Νταν Μπράουν έχει εκλαϊκεύσει με επιτήδειους χειρισμούς.

Η βασική διαμάχη διεξάγεται ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη, με τον Λάνγκτον διαιτητή: ποιος είναι ο κερδισμένος; Ούτε η επιστήμη, ούτε η θρησκεία, ούτε ο Χάουαρντ, ούτε ο Χανκς, αλλά ο Μπράουν, που ανανεώνει το ραντεβού με τους πρόθυμους πελάτες του για το επόμενο πόνημά του, το Χαμένο Σύμβολο, το Σεπτέμβριο στα βιβλιοπωλεία.