1.

ΛΕΜΟΝΟΔΑΣΟΣ, 1978, ΕΡΤ

 

Βασισμένο στο ομώνυμο εμβληματικό βιβλίο του Κοσμά Πολίτη (ψευδώνυμο του Πάρη Ταβελούδη, 1888-1974), ενός από τους εκπροσώπους της γενιάς του '30, που με τη νουβέλα του αυτή εισήγαγε στην ελληνική λογοτεχνία τον κοσμοπολιτισμό. Ως τηλεοπτική σειρά αποτέλεσε προσωπικό στοίχημα της σπουδαίας σκηνοθέτιδας του κινηματογράφου, Τώνιας Μαρκετάκη.


Το βιβλίο, που εκδόθηκε το 1930 και διαδραματίζεται τη δεκαετία που προηγήθηκε, το χαρακτηρίζουν οι εσωτερικές σκέψεις εν είδει ημερολογίου του πλούσιου και διανοούμενου Παύλου Αποστόλου. Η ζωή του ανέμελου μπον-βιβέρ περνάει ανέφελα στα σαλόνια των Αθηνών και εκείνο το οποίο πρωτίστως τον απασχολεί είναι η ερωτική του ζωή. Σε μια εποχή γενικότερης ένδειας και κοινωνικών προβλημάτων, ο Παύλος διατηρεί «γκαρσονιέρα» για τις ερωτικές του περιπέτειες και μόνιμος στόχος του δεν είναι άλλος από το να κατακτήσει μία παρθένα. Όταν σε μια εκδρομή στους Δελφούς γνωρίζει τη Βίργκω Δροσινού, μια ωραία γόνο εύπορης οικογένειας του Πόρου, την ερωτεύεται παράφορα κι εκείνη ανταποκρίνεται. Για τη Βίργκω ο Παύλος έχει όλα τα εχέγγυα του ιδανικού συζύγου και για τον Παύλο η Βίργκω ενσαρκώνει την τέλεια γυναίκα που ονειρεύεται να κατακτήσει, να γίνει ο πρώτος της άντρας, αλλά χωρίς να δεσμευτεί με γάμο μαζί της, κάτι που αποτελεί τον δικό της στόχο. Η ιστορία τους, καθώς οι βλέψεις του Παύλου προσκρούουν στην ηθική της εποχής, οδηγείται σε αδιέξοδο και αναπόφευκτα σε τραγική κατάληξη.


Η Μαρκετάκη δέχτηκε να αναμετρηθεί με την τηλεόραση, γνωρίζοντας ότι οι συνθήκες δεν θα ήταν αυτές που ήθελε. Έχει πει ότι κάθε επεισόδιο ήταν σαν να γύριζε μισή ταινία σε τέσσερις μέρες, αλλά κατάφερε, αν μη τι άλλο, να επιβάλει την αισθητική της, με σύμμαχό της τον σεναριογράφο Κωστή Λειβαδέα. Κατάφερε κυρίως να εικονογραφήσει τις εσωτερικές σκέψεις του ήρωα, να χαρίσει γοητεία στη νωχέλεια των προσώπων, κινηματογραφικά ταμπλό βιβάν με υπόγειες εντάσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Σε ασπρόμαυρο φιλμ, σε διεύθυνση φωτογραφίας του Γιώργου Πανουσόπουλου, σε φυσικούς χώρους, με δύο νέους και πολύ όμορφους ηθοποιούς, τον Γιάννη Ζαβραδινό και την Ελεωνόρα Σταθοπούλου.


Η σειρά έκανε πρεμιέρα στις 28 Οκτωβρίου 1978, αναμεταδιδόταν κάθε Σάββατο και ολοκληρώθηκε σε 9 σαραντάλεπτα επεισόδια. Η κριτική εκθείασε τη σειρά, θεωρώντας ότι η Τώνια Μαρκετάκη δημιούργησε ένα αριστούργημα για τα δεδομένα της ελληνικής τηλεόρασης της δεκαετίας του '70, αλλά τα «λαϊκά» έντυπα τη χαρακτήρισαν «εξαιρετικά αργή». Μάλλον το κοινό συμφωνούσε μαζί τους, αφού η τηλεθέαση παρέμεινε χαμηλή, τόσο όταν προβλήθηκε όσο και τις έξι φορές που επαναλήφθηκε από το κρατικό κανάλι.

 

Εδώ μπορείτε να δείτε αποσπάσματα από τη σειρά και συντελεστές να μιλούν για τη δημιουργία της.


2.

Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ, 1979, ΕΡΤ

 

Το μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην «Καθημερινή» μεταξύ 1931 και 1932 και η κυκλοφορία του απαγορεύτηκε για 8 χρόνια από τη μεταξική λογοκρισία, αποτέλεσε μία ακόμα απόπειρα να γυριστεί σίριαλ με κινηματογραφική αντίληψη. Το εγχείρημα ανέλαβε ο σκηνοθέτης του νέου ελληνικού κινηματογράφου Κώστας Αριστόπουλος, γυρίζοντάς το σε φιλμ. Η ιστορία, που εξελίσσεται τη δεκαετία του '20, παρακολουθεί τον Λεωνή Δρίβα, ο οποίος επιστρέφει στο σπίτι του στη Λέσβο μετά την κόλαση της Μικρασιατικής Καταστροφής. Συναντάει τη χήρα του συντρόφου του –ήρωας που πέθανε στο μέτωπο του πολέμου, από επιπλοκές που του δημιούργησε ένας τραυματισμός– Στρατή Βρανά, για να της παραδώσει προσωπικά αντικείμενα του άντρα της. Η Σαπφώ Βρανά είναι δασκάλα στο νησί. Η ομορφιά και η αντισυμβατική της στάση σε μια σειρά θεμάτων –θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί έναν τύπο «φεμινίστριας» της εποχής– αποτελούν «σκάνδαλο» για τα ήθη της τοπικής κοινωνίας. Παντρεμένη με συνοικέσιο και μητέρα ενός παραμορφωμένου παιδιού, νιώθει απομονωμένη και εξοστρακισμένη. Υποδέχεται τον Λεωνή με την προκατάληψη ότι είναι ένας ακόμα τυπικός μιλιταριστής. Ο Δρίβας όμως είναι ένας ευαίσθητος και καλλιεργημένος άντρας. Η πρώτη τους, αρνητικής διάθεσης, συνάντηση σταδιακά μετατρέπεται σε μεγάλο έρωτα με συναισθηματικές και ηθικές αναστολές, τις οποίες καταφέρνουν να παρακάμψουν κι έτσι όλα καταλήγουν σε χάπι-εντ.


Ο Αριστόπουλος γύρισε το σίριαλ σαν κινηματογραφική ταινία στη Λέσβο, με λυρικό τόνο και όμορφες ατμόσφαιρες, έχοντας ως φόντο υπέροχα αρχοντικά, τη φύση και τη θάλασσα. Οι πρωταγωνιστές, Γιάννης Φέρτης, Κάτια Δανδουλάκη, Ειρήνη Ιγγλέση, Τάνια Τσανακλίδου, Τιτίκα Βλαχοπούλου και Νικήτας Τσακίρογλου, ταυτίστηκαν με τους ήρωες και αγαπήθηκαν από το τηλεοπτικό κοινό, ανάγοντάς τη σειρά σε επιτυχία. Η αναμετάδοσή της ξεκίνησε την Τρίτη 3 Απριλίου του 1979 και ολοκληρώθηκε έπειτα από 14 πενηντάλεπτα επεισόδια, την Τρίτη 24 Ιουλίου. Το 1981 αναμεταδόθηκε με αγγλικούς υπότιτλους από το αυστραλιανό Channel 0-28/SBS, ενώ η ΕΡΤ την έχει επαναλάβει τουλάχιστον τρεις φορές.

 

3.

Ο ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ, 1979, ΕΡΤ

 

Ο «Συμβολαιογράφος» είναι μια νουβέλα γραμμένη στα μέσα του 19ου αιώνα από τον ρομαντικό ποιητή της Α' Αθηναϊκής Σχολής, Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή (1809-1892) και εξελίσσεται στην Κεφαλονιά του 1820. Σήμερα θα χαρακτηρίζαμε το έργο αστυνομικό θρίλερ, καθώς η πλοκή του βασίζεται στην αρχετυπική ιδέα σύγκρουσης μεταξύ καλού και κακού: η εξόντωση ενός αθώου που κατηγορείται για ένα φόνο που δεν διέπραξε. Σε προχωρημένη ηλικία, ο Κόντε Νανέτος χρήζει γενικό κληρονόμο της περιουσίας του τον γραμματικό του Παύλο Ροδίνη, αποκληρώνοντας τον ανιψιό του, τον οποίο δεν εκτιμά καθόλου. Ο τελευταίος, εν τη απουσία του γραμματικού, δολοφονεί τον θείο του, αποσπώντας την υπογραφή του σε μια πλαστή διαθήκη. Ο Ροδίνης κατηγορείται για τον φόνο κι αρχίζει μια περιπέτεια στην οποία εμπλέκονται ο συμβολαιογράφος Τάπας, ένας ραδιούργος, μισητός άνθρωπος που υποδαύλισε το σκηνικό κι εξύφανε την πλεκτάνη ωθώντας τον ανιψιό στο έγκλημα, η κόρη του, που είναι ερωτευμένη με τον αλαζόνα ανιψιό, ένας εισαγγελέας που ζηλεύει τη νεαρότερη από αυτόν γυναίκα του και ένα δεκαοχτάχρονο κορίτσι που είναι ερωτευμένο με τον κατηγορούμενο και απολύτως βέβαιο για την αθωότητά του. Ο αθώος άντρας καταδικάζεται σε θάνατο δι' απαγχονισμού, αλλά η ιστορία έχει αίσιο τέλος για εκείνον.


Η διανομή απαρτιζόταν από πρωταγωνιστές του θεάτρου, ακόμα και σε μικρότερους ρόλους. Τον Κόντε, που παίζει μόνο στην αρχή, ενσάρκωνε ο Ανδρέας Φιλιππίδης, την οικονόμο του Κόντε, η Δέσπω Διαμαντίδου, τον έμπιστο του Κόντε και πατέρα της ερωτευμένης νέας, ο Σταύρος Ξενίδης. Τον κεντρικό ρόλο του τίτλου τον ερμήνευσε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο οποίος δημιούργησε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας του κι έναν από τους καλύτερους της ελληνικής τηλεόρασης. Ο Γιάννης Φέρτης ερμήνευσε τον ρόλο του Ροδίνη, του νέου που με σεμνότητα κι εντιμότητα υπερασπίζεται την αθωότητά του, η Μιμή Ντενίση, σε έναν από τους πρώτους ρόλους της καριέρας της, ήταν η αθώα Αγγελική που αγαπάει τον Ροδίνη και καθ' όλη τη διάρκεια του σίριαλ πλαντάζει στο κλάμα, ο Γιώργος Δάνης ήταν ο ανακριτής και η Μίρκα Παπακωνσταντίνου η άπιστη γυναίκα του. Ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ, ένας από τους πιο εντυπωσιακούς ζεν-πρεμιέ της εποχής, ο άσωτος ανιψιός, ενώ μεγάλη αποκάλυψη αποτέλεσε ο Στάθης Ψάλτης ως γραφιάς, ρόλο που ερμήνευσε συνταρακτικά και χάρη στον οποίο έκτοτε θεωρείται μεγάλο και παραστρατημένο υποκριτικό ταλέντο.


Η διασκευή του έργου έγινε από τον Γιώργο Μιχαηλίδη, ο οποίος υπέγραφε και τη σκηνοθεσία, που χαρακτηρίστηκε περισσότερο θεατρική και λιγότερο κινηματογραφική. Η μουσική σύνθεση ήταν του Γιάννη Ζουγανέλη και η φωτογραφία του Βασίλη Βασιλειάδη. Η σειρά έκανε πρεμιέρα στις 5 Οκτωβρίου 1979 και ολοκληρώθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1980 έπειτα από 20 πενηντάλεπτα επεισόδια, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Έκτοτε επαναλήφθηκε άλλες 6 φορές.

 

4.

ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ, ΕΡΤ, 1980

 

Αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη επιτυχία της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης πριν από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία τον Οκτώβρη του 1981, οπότε και άλλαξε η αντίληψη για την τηλεόραση. Αποτέλεσε, επίσης, μεγάλη επιτυχία, η οποία ολοκληρώθηκε σε δύο κύκλους. Ο πρώτος ξεκίνησε στις 30 Απριλίου του 1980 και ολοκληρώθηκε στις 23 Ιουλίου 1980, με την προβολή του 13ου επεισοδίου, ενώ ο δεύτερος άρχισε στις 7 Ιανουαρίου του 1981 και ολοκληρώθηκε την 1η Απριλίου του ίδιου έτους, με το 26ο επεισόδιο.


Βασισμένο στο ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου (1901-1982) Αστροφεγγιά (1946), τη διασκευή την είχε κάνει ο Βαγγέλης Γκούφας, ενώ τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο Διαγόρας Χρονόπουλος. Διαδραματίζεται στα ταραγμένα χρόνια αμέσως μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την ανακωχή του 1918 μέχρι τη Μικρασιατική Εκστρατεία, που αποτελεί και το πολιτικό φόντο της ρομαντικής ιστορίας που εκτυλίσσεται ανάμεσα στα μέλη μιας νεανικής παρέας της εποχής. Ο Άγγελος Γιανούζης, παιδί πολύ φτωχής οικογένειας, συναναστρέφεται συμμαθητές του που είναι παιδιά «καλών» οικογενειών, με κυρίαρχη μορφή τον Νίκο Στέργη, του οποίου ο πατέρας είναι ιδιοκτήτης εργοστασίου. Ο Νίκος ενδιαφέρεται ερωτικά για την όμορφη Δάφνη, η οποία και ανταποκρίνεται, ενώ ο Άγγελος είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της αλλά παραείναι σεμνός για να τη διεκδικήσει – άλλωστε θεωρείται ο «σοφός» της παρέας. Συμμετέχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία, αρρωσταίνει από φυματίωση και πεθαίνει χωρίς ποτέ ο έρωτάς του για τη Δάφνη να ολοκληρωθεί.


Στη σειρά έκαναν την εμφάνισή τους μια σειρά άγνωστοι ηθοποιοί, τους οποίους η μεγάλη επιτυχία της έχρισε πρωταγωνιστές. Εκτός από τη Νόρα Βαλσάμη στο ρόλο της Δάφνης, που ήταν γνωστή, οι κεντρικοί ρόλοι ερμηνεύτηκαν από ηθοποιούς που ήταν ελάχιστα αναγνωρίσιμοι από το θέατρο ή και σε κάποιες περιπτώσεις καθόλου. Ο Γιώργος Κιμούλης έπαιζε το πλουσιόπαιδο Στέργη, ο Αντώνης Καφετζόπουλος τον Άγγελο, ενώ στην παρέα τους συμμετείχαν ο Γιώργος Πετρόχειλος, η Αριέττα Μουτούση, η Μίνα Αδαμάκη, ο Μάνος Λεζές και ο Γρηγόρης Βαλτινός. Σύντομο πέρασμα ως αδελφή του Κιμούλη έκανε η Μιμή Ντενίση, αλλά όχι μόνο. Θα έλεγε κανείς ότι πέρασε ολόκληρο το ελληνικό θέατρο: Ράνια Οικονομίδου, Δάνης Κατρανίδης, Γιάννης Μποσταντζόγλου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Ελένη Κούρκουλα, Μιχάλης Μητρούσης, Αλίκη Αλεξανδράκη, Κώστας Τσιάνος, Όλγα Τουρνάκη και άλλοι πολλοί. Τους γονείς του Άγγελου υποδύονταν η Νέλη Αγγελίδου και ο Σταύρος Ξενίδης, ενώ αφηγητής ήταν ο Γιώργος Μοσχίδης. Ξεχώρισε με την ερμηνεία του και ακόμα τον θυμούνται από τη σύντομη συμμετοχή του ο Άρης Ρέτσος.


Η σειρά γυρίστηκε έγχρωμη, αναμεταδόθηκε από αυστραλιανό κανάλι με αγγλικούς υπότιτλους και έχουν πραγματοποιηθεί άλλες εννέα επαναλήψεις από την ΕΡΤ.

 

5.

ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (1985, ΕΡΤ)


Η εμβληματική τριλογία του Στρατή Τσίρκα, που η έκδοσή της το 1960 προκάλεσε τη ρήξη και αποπομπή του από το ΚΚΕ, αποτελούσε για χρόνια επιθυμία κάθε σκηνοθέτη της μεταπολεμικής γενιάς. Ήταν όμως προσωπική επιθυμία της χήρας Τσίρκα να το μεταφέρει στην τηλεόραση ο εγκαταστημένος στη Γαλλία Ροβήρος Μανθούλης. Ο πολύ καλός σκηνοθέτης έστησε μία διεθνή παραγωγή με Έλληνες και ξένους ηθοποιούς, με σκηνές γυρισμένες στην Ιερουσαλήμ και το Σινά, ανέθεσε τα σκηνικά και τα κοστούμια στην Ντένη Βαχλιώτη, τη μουσική στον Ζορζ Μουστακί και τη φωτογραφία στον Νίκο Σμαραγδή. Με τη συμμετοχή της κρατικής τηλεόρασης της Γαλλίας στην παραγωγή, είχε όλες τις προϋποθέσεις να κάνει μεγάλη επιτυχία.


Διασκεύασε το πρώτο βιβλίο, τη Λέσχη, η ιστορία του οποίου διαδραματίζεται τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε μια πανσιόν στην Ιερουσαλήμ, την οποία διευθύνει η φράου Άννα και όπου διαμένει μια Βαβέλ ανθρώπων κάθε προέλευσης, ιδιότητας, πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά και ύποπτων καθηκόντων, οι περισσότεροι εκ των οποίων κρύβουν μυστικά. Όπως ο κεντρικός ήρωας Μάνος Συμωνίδης –που φέρει το ψευδώνυμο Καλογιάννης–, αξιωματικός του ελληνικού στρατού αλλά αριστερών πεποιθήσεων. Στην πανσιόν διαμένει και η Έμμυ, γυναίκα Αυστριακού υπουργού της τελευταίας ελεύθερης κυβέρνησης της Αυστρίας, με την οποία ζει ένα ερωτικό ειδύλλιο. Ωστόσο, οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες» δεν είναι ρομάντζο αλλά ένα βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, όπου ξεδιπλώνονται τα αίτια του Εμφυλίου που ακολούθησε στην Ελλάδα το τέλος της ναζιστικής κατοχής. Στο φόντο όσων συμβαίνουν μέσα στη μικρή πανσιόν μαίνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των Ελλήνων, μεταξύ των εκπροσώπων του ΕΑΜ και εκείνων του Εθνικού Στρατού. Ένας φόνος περιπλέκει τα πράγματα, ενώ ο έρωτας ανάμεσα στην Έμμυ και τον Μάνο δεν ολοκληρώνεται ποτέ.


Ο Μανθούλης και οι συνεργάτες του πέτυχαν μία εξαιρετική κινηματογραφική ατμόσφαιρα εποχής, οι κεντρικοί χαρακτήρες ερμηνευτήκαν θαυμάσια από τους Γιώργο Χωραφά, Τζουλιάνα Σαμαρίν, Μαρίνα Βλαντί, Ελεονόρε Χιρτ και Χρήστο Τσάγκα, αλλά η σειρά δεν κατάφερε να περάσει στο ευρύ κοινό. Ίσως επηρέασε και το γεγονός ότι πολλοί διάλογοι ήταν στα γαλλικά και στα αγγλικά με υπότιτλους. Η πρεμιέρα της έγινε στις 11 Ιανουαρίου του 1985 και ολοκληρώθηκε σε 14 σαρανταπεντάλεπτα επεισόδια. Παρ' όλα αυτά, έγινε μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία, όπου αναμεταδόθηκε έκτοτε περί τις πενήντα φορές, τη στιγμή που η ΕΡΤ την επανέλαβε μετά βίας δύο φορές. Έτσι, δεν ολοκληρώθηκε η τριλογία με τη μεταφορά και των άλλων δύο βιβλίων και η σειρά έμεινε μόνο στο πρώτο.

 

6.

Η ΑΓΑΠΗ ΑΡΓΗΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (1997, ΕΤ1)


Μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της κρατικής τηλεόρασης είχε την υπογραφή του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη, που τα χρόνια που ακολούθησαν δημιούργησε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ιδιωτικής τηλεόρασης. Βασισμένη σε μπεστ σέλερ της δημοσιογράφου και συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου (1922-1998), η «Αγάπη άργησε μια μέρα» (1994) ήταν μία υπερπαραγωγή που εντυπωσίασε και αγαπήθηκε από το ευρύ κοινό, καθώς έθιγε την κοινωνική υποκρισία και το παιχνίδι της υποταγής με θύματα νέους ανθρώπους, στους οποίους η στενομυαλιά της παραδοσιακής δομής απαγόρευε να ζήσουν ελεύθερα τον έρωτά τους.


Η ιστορία ξεκινάει το 1944, όταν στο σπίτι του Μιχαήλ Φτενούδου, ενός αυταρχικού πάτερ φαμίλια στην Κρήτη που έχει οκτώ παιδιά, εκ των οποίων τα πέντε είναι κορίτσια, κρύβουν στο υπόγειο έναν Ιταλό, τον Τονίνο, για να μην τον πιάσουν οι Γερμανοί. Ο Τονίνο αφήνει έγκυο την ωραία δεκαπεντάχρονη Ερατώ και η στοργική μάνα Εριφύλη αποφασίζει να προφασιστεί την έγκυο η ίδια, παρόλο που ο άντρας της αργοπεθαίνει, για να αποφευχθεί το σκάνδαλο και φυγαδεύει τον Ιταλό. Το παιδί γεννιέται μαζί με το θάνατο του Φτενούδου, παίρνει το όνομα Αμαλία και μεγαλώνει ως κόρη της γιαγιάς της. Τα αγόρια φεύγουν και τη θέση του πάτερ φαμίλια παίρνει η μεγαλύτερη και αυταρχική κόρη, Ασπασία. Στο σπίτι μένουν η Αικατερίνη, που γίνεται δασκάλα, η Εργίνη, που ασχολείται με τα χωράφια, η Πηνελόπη, που είναι εμφανισιακά αποκρουστική και κανένας δεν της δείχνει συμπόνια παρά μόνο η Ερατώ, η οποία όμως φεύγει σε μοναστήρι. Λίγο αργότερα παντρεύεται τον δικηγόρο της μονής, ο οποίος, όταν καταλαβαίνει ότι έχει υπάρξει ερωμένη άλλου, την εγκαταλείπει. Η Ερατώ, θεωρώντας ηθική αυτουργό όλων των δεινών της την Ασπασία, αποφασίζει να τη δολοφονήσει, αλλά την προλαβαίνει ο θάνατος εκείνης από καρδιακή προσβολή. Εντέλει αυτοκτονεί μία μέρα πριν από την επιστροφή του Τονίνο, που επιστρέφει για να την παντρευτεί.


Το σενάριο της τηλεοπτικής μεταφοράς υπέγραφε ο σκηνοθέτης μαζί με τους Μάριο Ποντίκα και Νίκο Απειρανθίτη. Η φωτογραφία ήταν του Νίκου Σμαραγδή, σε βίντεο, η μουσική του Βασίλη Δημητρίου. Συμμετείχαν οι ηθοποιοί Βασίλης Διαμαντόπουλος, Καρυφυλλιά Καραμπέτη, Τάνια Τρύπη, Πέγκυ Τριακαλιώτη, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Μαρίνα Ψάλτη, Βαλέρια Χριστοδουλίδου, Μηνάς Χατζησάββας, Νικόλα Φαρόν, ενώ αφηγητής ήταν ο Γιώργος Μοσχίδης. Γυρίστηκε ως εξωτερική παραγωγή της ΕΤ στην Παλλήνη, την Αρκαδία, τη Βοιωτία, την Εύβοια και το Γαλαξίδι. Ολοκληρώθηκε σε 18 σαρανταπεντάλεπτα επεισόδια που άρχισαν να μεταδίδονται τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 1997. Στα τηλεοπτικά βραβεία «Πρόσωπα» απέσπασε 11 βραβεία.

 

7.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ (1990, ΑΝΤ1)


Ο ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός ANT1 άρχισε να εκπέμπει στις 31 Δεκεμβρίου 1989, υπό τις ιδεολογικές και αισθητικές αντιλήψεις περί τηλεόρασης του Νίκου Μαστοράκη. Ανάμεσα στα τηλεπαιχνίδια και τις σαπουνόπερες, η πρώτη σειρά που ξεχώρισε για την καλλιτεχνική της αξία ήταν ο «Κίτρινος Φάκελος», βασισμένη στο μυθιστόρημα του 1956 από τον Μ. Καραγάτση (1908-1960), η οποία άρχισε να προβάλλεται την 1η Οκτωβρίου 1990.


Ένα μυθιστόρημα στην παράδοση της μεγάλης αφηγηματικής σχολής η οποία πραγματεύεται σκοτεινές ιστορίες έρωτα, πάθους, πολιτικής και συμφερόντων στην Αθήνα μιας άλλης εποχής. Κεντρικός ήρωας είναι ο γοητευτικός νεαρός δικηγόρος Μάνος Τασάκος, ιδιοφυής, ανθρώπινος και τρομερά ρεαλιστής, ο οποίος αυτοκτονεί, αφήνοντας ένα λακωνικό σημείωμα που δεν φωτίζει τα αίτια του απονενοημένου διαβήματός του. Δέκα χρόνια αργότερα, η τότε ερωμένη του Μαρία Ρούσση, μια γυναίκα που θεωρείται ελευθεριάζουσα ερωτικά, παραδίδει στον λογοτέχνη Μιχάλη Καραγάτση έναν κίτρινο φάκελο όπου ο Τασάκος έχει αφήσει σημειώσεις ενός ανολοκλήρωτου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος. Ο Καραγάτσης ανασυνθέτει το έργο, το οποίο αφηγείται ένα ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Μάνου, της Μαρίας και του συζύγου της, νομπελίστα συγγραφέα Κωστή Ρούσση. Εντέλει η αυτοκτονία του ήρωα ήταν η μοιραία κατάληξη ενός τραυματισμού του μετά από αντιζηλία με την ερωμένη του, τον οποίο επέλεξε για να οδηγηθεί σε ένα άδοξο τέλος.


O ίδιος ο Kαραγάτσης θεωρούσε ότι η πλοκή, οι λεπτομέρειες και γεγονότα του το καθιστούσαν το πιο άρτιο μυθιστόρημά του. Το σενάριο της σειράς υπέγραφε ο έμπειρος Βαγγέλης Γκούφας, τη σκηνοθεσία ο Κώστας Κουτσομύτης, τη μουσική ο Βασίλης Δημητρίου, τα σκηνικά-κοστούμια η Ρένα Γεωργιάδου, ενώ τους κεντρικούς ρόλους ερμήνευαν οι Γιώργος Κιμούλης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Ηλίας Λογοθέτης, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Πέτρος Φυσούν, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Δημήτρης Τάρλοου, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Ζωζώ Ζάρπα, Νίκος Μπουσδούκος και Ντίνος Λύρας.


Να σημειωθεί ότι ο «Κίτρινος Φάκελος» είχε γυριστεί παλιότερα από την ΕΡΤ, αλλά με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 δεν μεταδόθηκε ποτέ, γιατί θεωρήθηκε, μαζί με άλλα δύο σίριαλ («Οι φρουροί της Αχαΐας» και «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους») που επίσης ήταν έτοιμα στα κουτιά, ότι δεν εξέφραζαν την «Αλλαγή», πράγμα σκανδαλώδες, αφού κόστισαν μεγάλα ποσά στην κρατική τηλεόραση και θεματικά κάθε άλλο παρά «δεξιά» θα τα χαρακτήριζε κανείς.


Η σειρά του ANT1 ολοκληρώθηκε σε δύο κύκλους των 39 σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων, σημείωσε μεγάλη τηλεθέαση και, πέρα από τις πολλές επαναλήψεις από το κανάλι, αναμεταδόθηκε και από το αυστραλιανό Network 0-28/SBS με αγγλικούς υπότιτλους.

 

8.

ΒΑΜΜΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ (1992, ΑΝΤ1)


Η επόμενη μεγάλη επιτυχία του Κώστα Κουτσομύτη για τον ANT1, που ωστόσο ξεπέρασε κάθε προσδοκία, δεν ήταν άλλη από την τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου του Κώστα Μουρσελά Βαμμένα κόκκινα μαλλιά, ένα μυθιστόρημα που παρακολουθεί τις ζωές δύο αντρών με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, οι οποίοι, παρ' όλα αυτά, μοιράζονται τα πάντα. Ο Λούης, τυχοδιώκτης , ανεύθυνος κι ανέμελος, ο Μανωλόπουλος, σεμνός και υποτακτικός, μέχρι που αποφασίζει να πάρει τη ζωή του στα χέρια του. Μια γυναίκα, η Μάρθα, ριψοκίνδυνη, αρνείται να ακολουθήσει τις κοινωνικές νόρμες και βαδίζει τους δρόμους που εκείνη επιλέγει. Το μωσαϊκό μιας ολόκληρης εποχής, από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι τα πιο πρόσφατα.


Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έχει γράψει για το βιβλίο αυτό: «Ο κατεξευτελισμός της γυναίκας μέσα από την αφήγηση του Μουρσελά [...], δεν είναι η στάση του συγγραφέα, είναι η στάση μιας σεξουαλικά πεινασμένης, λυσσασμένης αρσενικής γενιάς, πορνοδίαιτης και βωμολόχας, μιας γενιάς που έλιωσε τα πόδια της στις "μπουρδελότσαρκες" και που μόνο τη μάνα-γυναίκα σεβόταν».


Η σειρά έκανε σταρ πρώτου μεγέθους την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και τον Γιώργο Νινιό, ενώ ανέδειξε και όλους τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές: Κώστας Αρζόγλου, Βέρα Κρούσκα, Ηλίας Λογοθέτης, Πέρης Μιχαηλίδης, Θωμάς Κινδύνης, Αντώνης Αντωνίου κ.ά. Συμμετείχαν επίσης ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος και ο Γιώργος Μοσχίδης, ενώ έκανε μία από τις πρώτες της εμφανίσεις η Σμαράγδα Καρύδη.


Ήταν ίσως η πρώτη σειρά ιδιαίτερα υψηλού budget, χάρη στη μεγάλη επιτυχία της οποίας τα κανάλια άρχισαν να επενδύουν στην ποιότητα του προϊόντος τους ρίχνοντας κεφάλαια στην παραγωγή του.


Εκτός της σκηνοθεσίας του Κώστα Κουτσομύτη, το σενάριο ήταν για μία ακόμη φορά του Βαγγέλη Γκούφα, η μουσική του Βασίλη Δημητρίου, με το περίφημο τραγούδι που έγινε σουξέ από τον Γιώργο Νταλάρα, η φωτογραφία των Νίκου Γαρδέλη και Βαγγέλη Κατριτζιδάκη και τα σκηνικά του Τάσου Ζωγράφου.


Άρχισε να μεταδίδεται στις 18 Σεπτεμβρίου του 1992 και ολοκληρώθηκε σε έναν κύκλο 37 πενηντάλεπτων επεισοδίων. Και αυτή η σειρά παίχτηκε στην Αυστραλία, και μάλιστα δύο φορές.

 

9.

Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ (1998, MEGA)

 

Μία από τις ακριβότερες παραγωγές της ιδιωτικής τηλεόρασης, η οποία πέρασε από πάμπολλες περιπέτειες μέχρι να αρχίσει να γυρίζεται, με σεναριογράφους και σκηνοθέτες να αλλάζουν κάθε λίγο και λιγάκι ωσότου η παραγωγός Φρόσω Ράλλη καταλήξει στη μορφή της σειράς. Βασισμένο σε ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία του ακαδημαϊκού Τάσου Αθανασιάδη (1913-2006), ένα ακόμη μυθιστόρημα-ποταμός, που σκιαγραφεί την αστική τάξη με τα υπαρξιακά, ηθικά και ερωτικά της αδιέξοδα. Η πλοκή τοποθετείται στη Σύρο το καλοκαίρι του 1966. Κεντρικό θέμα ο έρωτας της εκπάγλου καλλονής Γλαύκης και του Λουκά, σπουδαγμένου στο Παρίσι αλλά απομονωμένου στο Άγιο Όρος για ένα διάστημα, ο οποίος επανέρχεται στην κοσμική ζωή έχοντας αμφιβολίες και ενοχές για την απόφασή του αυτή, οι οποίες εκφράζονται μέσα από σκέψεις για τη σχέση καλού και κακού, θείου και ανθρώπινου, του έρωτα για το θείο και του έρωτα για τη γυναίκα, τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Γύρω από αυτούς τους δυο η ζωή κυλάει για μια ολόκληρη κοινωνία ανθρώπων, για ένα μωσαϊκό ανθρώπων με διαφορετικά όνειρα, φιλοδοξίες, αρχές και πάθη. Με φόντο τη γοητευτική Σύρο και τα θρυλικά '60s.


Επιστρατεύτηκαν 35 ηθοποιοί νεότερης και παλιότερης γενιάς, όπως ο ζεν πρεμιέ των ταινιών της Φίνος Φιλμ Αλέκος Αλεξανδράκης και ο βετεράνος κωμικός Νίκος Ρίζος, αλλά και ο Μίμης Κουγιουμτζής, που δεν είχε ξαναπαίξει στην τηλεόραση, όπως και η Ρένη Πιττακή. Δίπλα τους, η Μυρτώ Αλικάκη, ο Δημήτρης Λιγνάδης, η Ελισσάβετ Ναζλίδου, ο Σοφοκλής Πέππας, η Τατιάνα Παπαμόσχου, ο Αλέκος Συσσοβίτης, ο Εύης Γαβριηλίδης, η Αλεξάνδρα Παντελάκη, ο Αίας Μανθόπουλος και η πρώην Βραζιλιάνα στυλίστρια Λάουρα ντε Νίγκρις. Οι κεντρικοί ρόλοι της Γλαύκης και του Λουκά ερμηνεύτηκαν από τη Μαρία Ναυπλιώτου στο επαγγελματικό της ντεμπούτο, που αμέσως έγινε αγαπητή από το κοινό, και από τον Άρη Λεμπεσόπουλο, που μέχρι τότε ήταν γνωστός μόνο στους θεατρόφιλους.
Η προσαρμογή του σεναρίου έγινε από την Ντόρα Φασσέα, τη σκηνοθεσία υπέγραφε η Πηγή Δημητρακοπούλου και το κόστος της παραγωγής, που είχε αναλάβει το Studio ATA, αναρριχήθηκε στο αστρονομικό ποσό των 19 εκατ. δραχμών για καθένα από τα 26 σαρανταπεντάλεπτα επεισόδια. Η σειρά ξεκίνησε να προβάλλεται την Τρίτη 6 Οκτωβρίου 1998 και ολοκληρώθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1999. Την ημέρα του φινάλε αποχαιρετήσαμε και τον προσφιλή Νίκο Ρίζο. Το MEGA έχει επαναλάβει τη σειρά τρεις φορές.

 

10.

ΤΟ ΝΗΣΙ (2010, MEGA)

 

Όχι μόνο αποτέλεσε το πιο φιλόδοξο εγχείρημα από καταβολής ελληνικής τηλεόρασης, τόσο καλλιτεχνικά όσο και από άποψη κόστους, αλλά εντέλει πέτυχε να συγκεντρώσει και τις περισσότερες θετικές κριτικές σε συνδυασμό με μερικές από τις υψηλότερες τηλεθεάσεις δραματικής σειράς που έχουν καταγραφεί ποτέ. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Βικτόρια Χίσλοπ, η ιστορία του οποίου διαδραματίζεται στην Κρήτη λίγο πριν, κατά τη διάρκεια και ως το τέλος της Κατοχής στο χωριό Πλάκα, απέναντι από τη Σπιναλόγκα, το νησί των χανσενικών, διαθέτει ενδιαφέρουσα πλοκή, αξιόλογους χαρακτήρες και μεγάλη συγκίνηση.


Η Χίσλοπ είχε δεχτεί προτάσεις από παραγωγούς του Χόλιγουντ αλλά προτίμησε να παραχωρήσει τα δικαιώματα σε Έλληνες, ώστε να έχει μεγαλύτερο έλεγχο του αποτελέσματος. Έτσι κι έγινε. Η σειρά κατά ένα μεγάλο μέρος γυρίστηκε στην Κρήτη, ενώ η ανάπλαση της εποχής, τα σκηνικά, τα κοστούμια, οι εκατοντάδες κομπάρσοι –επιστρατεύτηκαν ντόπιοι Κρητικοί– και οι πάρα πολλοί πρωταγωνιστές ανέβασαν το συνολικό κόστος στα 4 εκατ. ευρώ, ανάγοντάς τη αδιαμφισβήτητα στο πιο ακριβό ελληνικό σίριαλ όλων των εποχών.


Η σειρά, η οποία διαφέρει κατά ένα μέρος από το μυθιστόρημα, καθώς η σεναριογράφος Μιρέλλα Παπαοικονόμου με την άδεια της Χίσλοπ πρόσθεσε χαρακτήρες για να επιμηκύνει τον τηλεοπτικό χρόνο και να κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την πλοκή για το τηλεοπτικό κοινό, ξεκινάει με την επίσκεψη στην Πλάκα της Αλέξις Φίλντινγκ, μιας Ελληνοβρετανίδας έφηβης που γνωρίζει ελάχιστα για το παρελθόν της οικογένειάς της, καθώς η μητέρα της αρνιόταν πάντα να της μιλήσει γι' αυτό. Έτσι, ανακαλύπτει καταρχάς ότι το χωριό βρίσκεται απέναντι από ένα έρημο νησί, τη Σπιναλόγκα, την παλιά αποικία των λεπρών της Ελλάδας. Συναντά μια παλιά φίλη της μητέρας της που είναι διατεθειμένη να της διηγηθεί όλη την τραγική ιστορία που της απέκρυψαν. Για τη χανσενική γιαγιά της Ελένη, τη διαλυμένη από τον πόλεμο οικογένεια, τις τραγωδίες και τα πάθη. Η σειρά κάνει βουτιά στο παρελθόν και εικονογραφεί ολόκληρη την εποχή και τη ζωή στη Σπιναλόγκα με εκπληκτικά κινηματογραφικά πλάνα και ιδανικές ερμηνείες των Στέλιου Μάινα, Κατερίνας Λέχου, Φιλαρέτης Κομνηνού, Γιούλικας Σκαφιδά, Ευγενίας Δημητροπούλου, Αιμίλιου Χειλάκη, Αλέξανδρου Λογοθέτη, Τάσου Νούσια, Μαρίας Πρωτόπαπα, Ορφέα Αυγουστίδη, Νίκου Ορφανού, Κατερίνας Μισριχόνη, Θόδωρου Κατσαφάδου, σύνολο 83 ηθοποιών. Επίσης, των παιδιών Αναστασίας Τσιλιμπίου, Ρενέ και Ιφιγένειας Τζόλα, Αντύπα Νταμοτσίδη και κυρίως του εντεκάχρονου Μάνου Τσαγκαράκη που άφησε άναυδους τους πάντες με τη συγκλονιστική του ερμηνεία από το πρώτο κιόλας επεισόδιο.


Τα γυρίσματα κράτησαν ένα χρόνο, τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Κρητικός Θόδωρος Παπαδουλάκης και τη φωτογραφία ο Βαγγέλης Κατριτζιδάκης. Η μουσική ήταν του Μίνωα Μάτσα και τα τραγούδια ερμήνευσαν ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Ανδριάνα Μπάμπαλη, η Ελεωνόρα Ζουγανέλη και ο Γιάννης Χαρούλης.


Η επίσημη πρεμιέρα του πρώτου επεισοδίου του «Νησιού» δεν έγινε στη μικρή οθόνη αλλά στο Μέγαρο Μουσικής στις 7 Οκτωβρίου 2010 παρουσία των συντελεστών και της Βικτόρια Χίσλοπ, η οποία συμμετείχε και η ίδια σε μια σκηνή μαζί με τον Μανώλη Φουντουλάκη, αληθινό επιζήσαντα της ασθένειας και κάτοικο της Σπιναλόγκας. Η προβολή του ξεκίνησε στις 11 Οκτωβρίου 2010 και ολοκληρώθηκε, μετά από 26 σαραντάλεπτα επεισόδια, στις 23 Μαΐου 2011. Επίσης παίχτηκε σε αρκετά ξένα κανάλια, συμπεριλαμβανομένου του τουρκικού ATV.