Η πρώτη φορά που πήγα στην Άνδρο ήταν για να επισκεφτώ τον Θοδωρή Μπαφαλούκο, τον σκηνοθέτη (και εικαστικό, φωτογράφο, σκηνογράφο, είχε ένα σωρό ιδιότητες), ο οποίος έγραψε ιστορία με την πιο σπουδαία ταινία που έχει γίνει ποτέ για την Τζαμάικα, το Rockers. Ο Θοδωρής Μπαφαλούκος έμενε στα Αποίκια, δίπλα ακριβώς στο εμφιαλωτήριο του νερού Σάριζα, και δύο μέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο, μια μέρα που ο αέρας σε έπαιρνε και σε σήκωνε, μας άνοιξε το σπίτι του και μας διηγήθηκε όλη του τη ζωή, σε μία από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες ζωής που έχω ακούσει ποτέ.

 

Είχαμε μείνει μια βραδιά στο Γαύριο, σε ένα δωμάτιο μπροστά στο λιμάνι όπου όλη τη νύχτα λυσσομανούσαν οι άνεμοι, κάναμε μια γρήγορη βόλτα στη χώρα και μετά πήγαμε για τη συνέντευξη στα Αποίκια, οπότε οι εντυπώσεις μου από την Άνδρο ήταν πολύ φτωχές, αν εξαιρέσεις το εντυπωσιακό φωτογραφικό υλικό που μας είχαν δείξει ο Θοδωρής με τη γυναίκα του από τις μέρες τους στη Νέα Υόρκη και την Τζαμάικα.

 

Η παραλία που είναι η πιο ξακουστή λόγω του τοπίου και της αμμουδιάς της, αλλά κυρίως για το όνομά της και τον μύθο που κουβαλάει, είναι της Γριάς το Πήδημα. Παρόλο που είναι πολύ δημοφιλής, λόγω και του χαρακτηριστικού πελώριου βράχου που υψώνεται λίγα μέτρα από την άμμο, η παραλία θεωρείται αρκετά δυσεύρετη και δυσπρόσιτη.

 

Τη δεύτερη φορά στην Άνδρο ξαναπήγα για τον Θοδωρή Μπαφαλούκο, αυτήν τη φορά μαζί με ένα τηλεοπτικό συνεργείο που έφτιαχνε μια σειρά ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ3. Παρόλο που η αρρώστια τον είχε καταβάλλει, μας αφιέρωσε δύο ολόκληρες μέρες, στήθηκε μπροστά στην κάμερα και μίλησε ξανά για όσα είχε κάνει στην Νέα Υόρκη και όσα έκανε τότε με τη θεατρική ομάδα στην Άνδρο, αλλά η εκπομπή δεν προβλήθηκε ποτέ (ή, αν προβλήθηκε, το αγνοώ). Ήταν χειμώνας, η Άνδρος ήταν πανέμορφη και είχα περάσει καταπληκτικά, γιατί μας πήγε σε ρεματιές με νερά, μέσα σε ένα δάσος από πλατάνια (όπου τάιζε μία αγέλη γάτες), και μας έδειξε μια εικόνα πολύ διαφορετική από αυτή που είχα σχηματίσει για το νησί. Μας πήγε και για φαγητό σε μία απίθανη ταβέρνα (δεν θυμάμαι το όνομά της) που είχε τους πιο ωραίους λαχανοντολμάδες που έχω φάει ποτέ, και φεύγοντας μας έστειλε σε ένα ζαχαροπλαστείο στη Χώρα με νουγκατίνες, μιλφέιγ και πουτίγκα, αλλά και το πιο παλιό ανδριώτικο γλυκό, το καλσούνι (η Άνδρος δεν έχει μόνο αμυγδαλωτά, μπαμπιλόνι και λεμονανθούς).

 

Άποψη της έκθεσης «Ντίκος Βυζάντιος: Ανεικονισμός + Παραστατικότητα» που διοργανώνει το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στη νέα πτέρυγα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, στη Χώρα της Άνδρου, έως τις 22 Σεπτεμβρίου.
Άποψη της έκθεσης «Ντίκος Βυζάντιος: Ανεικονισμός + Παραστατικότητα» που διοργανώνει το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στη νέα πτέρυγα του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, στη Χώρα της Άνδρου, έως τις 22 Σεπτεμβρίου.

 

Λίγες μέρες πριν συμπληρωθούν τρία χρόνια από τότε που πέθανε ο Θοδωρής, πήγα για τρίτη φορά στην Άνδρο, χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα. Για να δω τα μέρη που μας είχε προτείνει να επισκεφτούμε, να κάνω μπάνιο στους καταρράκτες της Πυθάρας και στης Γριάς το Πήδημα και να κατέβω στο προϊστορικό σπήλαιο, στο χωριό Αλαδινού. Η Άνδρος έχει ένα σωρό πράγματα να δεις και σίγουρα δεν τα προλαβαίνεις σε ένα Σαββατοκύριακο, αλλά σε ένα διήμερο μπορείς να κάνεις αρκετά, γιατί όλα είναι σε σχετικά κοντινές αποστάσεις.

 

Μπορείς να δεις τέχνη, αρχικά. Εκτός από το Αρχαιολογικό Μουσείο (δωρεά του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή) που περιέχει ευρήματα από ανασκαφές του νησιού από τη νεολιθική εποχή έως τους Βυζαντινούς χρόνους, υπάρχει και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (κι αυτό δωρεά του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή) που στεγάζει μία συλλογή γλυπτών του Ανδριώτη γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου. Το 1986 χτίστηκε και νέα πτέρυγα, ακριβώς απέναντι, πολύ μεγαλύτερη, σε τρία επίπεδα συνολικής επιφάνειας 1.000 τ.μ., όπου αυτές τις μέρες –και μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου– έχεις την ευκαιρία να δεις μια αναδρομική έκθεση στο έργο του ζωγράφου Ντίκου Βυζάντιου. Στην Ελλάδα είναι μάλλον παραγνωρισμένος, αλλά είναι ένας καλλιτέχνης που διέπρεψε στους εικαστικούς κύκλους του Παρισιού για μισό αιώνα, και του έχουν αποδοθεί δύο ύψιστοι τιμητικοί γαλλικοί τίτλοι: του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και του Ιππότη των Τεχνών και των Γραμμάτων.

 

Η έκθεση που είναι ιδιαίτερα καλοστημένη, ξεκινάει από τα παιδικά σκίτσα του ζωγράφου (που μπήκε στην ΑΣΚΤ στα 16 του χρόνια, ως ιδιαίτερο ταλέντο) και καλύπτει χρονολογικά όλη του την καλλιτεχνική πορεία, περιέχοντας όλα τα εικαστικά ρεύματα, τις τεχνοτροπίες και τις μεθόδους που υιοθέτησε στις δημιουργίες του. Ακόμα και αν δεν μπορείς να εκτιμήσεις τα έργα του, η έκθεση έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι κι αλλιώς, η έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης είναι από μόνη της λόγος για να ταξιδέψεις μέχρι την Άνδρο κάθε καλοκαίρι.

 

Ο Ερμής της Άνδρου. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Ο Ερμής της Άνδρου. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Ο κορμός της Άρτεμης. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Ο κορμός της Άρτεμης. Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο φιλοξενείται η συλλογή του γεωμετρικού οικισμού της Ζαγοράς, αλλά το πιο εντυπωσιακό έκθεμα είναι σίγουρα ο Ερμής της Άνδρου, ελληνιστικό αντίγραφο του ομώνυμου αγάλματος του Πραξιτέλη που βρέθηκε το 1833 στην Παλαιόπολη. Σημαντικά εκθέματα είναι επίσης οι ακέφαλοι Κούροι, ο κορμός της Άρτεμης, και οι επιγραφές της προβυζαντινής και βυζαντινής εποχής. Έχει και ένα αντίγραφο της χάρτας του Ρήγα Φεραίου, αλλά ήταν για συντήρηση και δεν το είδαμε.

 

Στη Χώρα, εκτός από τα αρχοντικά σπίτια και τη βόλτα στα στενά σοκάκια που θυμίζουν αρκετά ιταλική πόλη, αξίζει να πας μέχρι το κάτω άκρο, στην πλατεία της Ρίβας, όπου υπάρχει το άγαλμα του Αφανή Ναύτη, προς τιμή όλων των ναυτικών που έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα. Είναι έργο του Μιχαήλ Τόμπρου, κι αυτό δωρεά της οικογένειας Γουλανδρή. Το σημείο είναι από τα πιο δημοφιλή του νησιού για φωτογραφίες (και το κλασικό Instagram spot), και αν κατέβεις τα σκαλιά μέχρι την θάλασσα και περπατήσεις λίγο προς τα δεξιά, μπορείς να βάλεις στο πλάνο και τον φάρο, ο οποίος κρύβεται από το πέτρινο γεφυράκι και τα ερείπια του κάστρου. Εκεί κοντά σώζεται και το μοναδικό Εμπειρικαίικο στη Ρίβα, το αρχοντικό του Ν. Λ. Εμπειρίκου, ιδιοκτησίας του νεαρού Μ. Λ. Στυλιανίδη, που είναι το πρώτο σπίτι που κτίστηκε εκτός των τειχών της παλιάς πόλης το 1817.

 

Το άγαλμα του Αφανή Ναύτη, προς τιμή όλων των ναυτικών που έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Το άγαλμα του Αφανή Ναύτη, προς τιμή όλων των ναυτικών που έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα. Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Το σπήλαιο «Φόρος» βρίσκεται στο χωριό Αλαδινού και απέχει 4 χιλιόμετρα από τη Χώρα. Είναι από τα πρώτα σπήλαια που ανακαλύφθηκαν στην Ελλάδα και έχει ποικιλόμορφους και πολύχρωμους σταλακτίτες και σταλαγμίτες, ελικτίτες, γκουρ και λιθωματικές λεκάνες νερού και μαργαριτάρια σπηλαίων που είναι σχηματισμοί εκατομμυρίων χρόνων. Αποτελείται από οχτώ θαλάμους και έχει έκταση περίπου 500 τ.μ.

 

Είναι αρκετά μεγάλο σπήλαιο, που εξερευνήθηκε για πρώτη φορά το 1937 από το ζεύγος Ιωάννη και Άννας Πετροχείλου, αλλά ήταν γνωστό για χιλιάδες χρόνια στους κατοίκους του νησιού. Μέχρι πρόσφατα δεν ήταν επισκέψιμο, αλλά κάνοντας την ξενάγηση προσέχεις σκαλισμένα ονόματα με ημερομηνίες από τις αρχές του 20ού αιώνα και αρκετά από τη δεκαετία του '40 – ίσως κάποιοι να είχαν καταφύγει εκεί για να σωθούν από τους Γερμανούς. Έχει υποστεί και πολλούς βανδαλισμούς, πολλά κομμάτια σταλακτιτών και σταλαγμιτών είναι σπασμένα και λείπουν, ειδικά τα μικρά κομμάτια. Σε κάποια σημεία μπορείς να δεις κι ένα σπάνιο φαινόμενο, μικρούς σταλακτίτες που κρέμονται σαν μακαρόνια, ενώ πάνω στους βράχους έρπουν δολιχόποδα, μικρά αραχνοειδή με λεπτά, μακριά πόδια.

 

Το σπήλαιο «Φόρος» στο χωριό Αλαδινού. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Το σπήλαιο «Φόρος» στο χωριό Αλαδινού. Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Λίγο πριν ξεκινήσει η ανηφορική πεζοπορία προς το σπήλαιο, περνάς το παλιό γεφύρι του Αλαδινού, κατασκευασμένο το 1680 μ.Χ. από τον Ηπειρώτη αρχιμάστορα Κίτσο Ζώη, που είναι κι αυτό αξιοθέατο. Από κάτω του περνάει ο «μεγάλος ποταμός» με πάπιες, νεροχελώνες και χέλια. Από το γεφύρι μέχρι το σπήλαιο είναι περίπου 350 μέτρα, μία διαδρομή πολύ όμορφη, ανάμεσα σε δρυς, αγριοαχλαδιές και συκιές, αρκεί να μην την κάνεις με καύσωνα. Το σπήλαιο ονομάζεται «φόρος» από μία δεισιδαιμονία των κατοίκων, που πίστευαν ότι τα ζώα που έπεφταν και χάνονταν για πάντα (ήταν αδύνατο να μπεις από τόσο στενό άνοιγμα και να κατέβεις 120 μέτρα για να τα σώσεις) ήταν ένας φόρος που πλήρωναν για να εξευμενίσουν τα κακά πνεύματα.

 

Μετά την πορεία μέσα στη ζέστη, οι καταρράκτες της ρεματιάς της Πυθάρας είναι παράδεισος. Βρίσκονται στα Αποίκια, σε απόσταση δέκα λεπτών με τα πόδια από τον δρόμο, και είναι ένας εκπληκτικός βιότοπος, με ερμητικά νερά που τρέχουν και σχηματίζουν καταρράκτες και μικρές λίμνες, όπου αφθονεί η υδρόβια ζωή (και μπορείς να κολυμπήσεις, παρόλο που οι «γούρνες» είναι μάλλον μικρές). Δεν λένε τυχαία οι ντόπιοι το μέρος «Νεραϊδότοπο». Είναι ένα μικρό οικοσύστημα για πολλά πουλιά και αμφίβια, με σπάνια είδη φυτών και αγριολούλουδων που φυτρώνουν σε όλο το μήκος της ρεματιάς. Οι πηγές είναι στο όρος Πέταλο, στην περιοχή Ευρουσιές, και οι εκβολές είναι στην παραλία Γιάλια – μία αρκετά μεγάλη διαδρομή που, αν αντέχεις, μπορείς να την ακολουθήσεις περπατώντας. Πολύ κοντά είναι και οι πηγές του νερού Σάριζα.

 

Παραλία της Γριάς το Πήδημα. Φωτο: M. Hulot / LiFO
Παραλία της Γριάς το Πήδημα. Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Η παραλία που είναι η πιο ξακουστή λόγω του τοπίου και της αμμουδιάς της, αλλά κυρίως για το όνομά της και τον μύθο που κουβαλάει, είναι της Γριάς το Πήδημα. Βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά το νησιού, πολύ κοντά στο Κόρθι. Παρόλο που είναι πολύ δημοφιλής, λόγω και του χαρακτηριστικού πελώριου βράχου που υψώνεται λίγα μέτρα από την άμμο, η παραλία θεωρείται αρκετά δυσεύρετη και δυσπρόσιτη. Ο πιο εύκολος τρόπος για να φτάσεις μέχρι εκεί χωρίς ταλαιπωρία είναι να ζητήσεις από κάποιον ντόπιο στο Κόρθι να σε κατευθύνει (μετά έχει ταμπέλες), γιατί η διαδρομή είναι πολύ ιδιόμορφη, μέσα από τα στενά σοκάκια του Όρμου του Κορθίου.

 

Λόγω μορφολογίας της περιοχής η παραλία δεν φαίνεται, οπότε είναι πιθανό να την προσπεράσεις, ειδικά αν δεν έχει στο σημείο άλλα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Τέλος πάντων, υπάρχει ένα ξωκλήσι στην κορυφή του λόφου που είναι το σημάδι ότι έχεις φτάσει. Παρκάρεις εκεί κοντά και προχωράς με τα πόδια, κατεβαίνοντας την πλαγιά του βουνού. Ακολουθείς το μονοπάτι και σε 5 λεπτά βρίσκεσαι σε μία παραλία με πεντακάθαρα ρηχά νερά που έχει πάντα κόσμο κι αρκετές οικογένειες με παιδιά. Η καλύτερη ώρα για να κάνεις μπάνιο ήσυχα, είναι νωρίς το πρωί, πριν τις 9, και μετά τις 8 το βράδυ.

 

Ένας θρύλος λέει ότι πήρε το όνομά της από την ίδια γριά που έχει βαφτίσει και το Κάστρο της Φανερωμένης (ή Γριάς το Κάστρο), στο χωριό Κοχύλου. Το κάστρο στο Κοχύλου αποτελούσε την ισχυρότερη μεσαιωνική πολιτεία της Άνδρου. Χτίστηκε πάνω σε ένα εντυπωσιακό οροπέδιο βόρεια από την παραλία Της Γριάς το πήδημα και έχει υψόμετρο 600 μέτρα. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κατακτητές αδυνατούσαν να το κυριεύσουν και έτσι κατέφυγαν σε δόλια μέσα. Έστειλαν στο κάστρο μια γριά με την έγκυο κόρη της για να ζητήσουν βοήθεια. Τη νύχτα, η γριά άνοιξε μία από τις πύλες του έτσι κατάφεραν οι Τούρκοι να μπουν και να σφάξουν τους κατοίκους που είχαν καταφύγει στο κάστρο για προστασία. Η γριά το μετάνιωσε, και από την τεράστια ντροπή της για το κακό που προξένησε, σκαρφάλωσε σε ένα ψηλό βράχο και αυτοκτόνησε πηδώντας στη θάλασσα. Στο σημείο που έπεσε πέτρωσε.

 

Σύμφωνα με τους ντόπιους, αν δεις τον πανύψηλο χαρακτηριστικό βράχο στην παραλία από κάποια συγκεκριμένη γωνία, θυμίζει το προφίλ μίας ηλικιωμένης που φορά το χαρακτηριστικό της μαντίλι. Υπάρχει και μία άλλη εκδοχή του θρύλου που λέει ότι οι Τούρκοι κυνηγούσαν μια γριά και αυτή απελπισμένη ανέβηκε πάνω στον βράχο και προτίμησε να αυτοκτονήσει από το να πέσει στα χέρια των κατακτητών.

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO

 

Ακόμα πιο δημοφιλής είναι η Χρυσή Άμμος, μία παραλία που είναι πολύ εύκολο να προσεγγίσεις, επειδή βρίσκεται μόλις δύο χιλιόμετρα από το Γαύριο, πάνω στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί από το λιμάνι μέχρι τη Χώρα. Το μεγάλο της πλεονέκτημα, εκτός από την ψιλή άμμο, είναι ότι δεν επηρεάζεται σχεδόν καθόλου από τα αυγουστιάτικα μελτέμια, έτσι συγκεντρώνει πάρα πολύ κόσμο, κυρίως νεαρής ηλικίας. Έχει καντίνα, οργανωμένη πλαζ, διάφορα water sports, αλλά και σχολή καταδύσεων.
Στη Χρυσή Άμμο βρίσκεται και μία από τις πιο γνωστές και παλιές ταβέρνες της Άνδρου, ο Γιαννούλης, με παραδοσιακή κουζίνα, φουρτάλια, κολοκυθοπούλα, αλλά και πολλά μαγειρευτά με υλικά εποχής, αρκετά από τα οποία είναι προϊόντα παραγωγής του ιδιοκτήτη, όπως τα χοιρινά, τα λουκάνικα, το λάδι, τα κηπευτικά.

 

Η λούζα είναι ένα αλλαντικό που βρίσκεις σε όλες τις Κυκλάδες, χοιρινό κρέας που μαρινάρεται σε γλυκό κόκκινο κρασί, αρωματίζεται με μπαχαρικά και καπνίζεται. Τα λουκάνικα της Άνδρου είναι πικάντικα, καπνιστά και έχουν έντονο άρωμα γλυκάνισου. Διατηρούνται μέσα σε λίπος χοιρινό. Τα λουκάνικα αυτά βάζουν και στην φουρτάλια, ομελέτα με πατάτες και γλίνα, που είναι σπεσιαλιτέ του νησιού και βρίσκεις παντού σε διάφορες παραλλαγές, όπως και τα ξεχωριστά τυριά (μαλαχτό, αρμεξιά, πικάντικη κοπανιστή και βολάκι).

 

Ένα από τα πιο ξεχωριστά ταβερνάκια του νησιού, με πράσινη αυλή και πολύ ωραία ατμόσφαιρα είναι στο ορεινό χωριό Πιτροφός, «του Ζοζέφ», με εξαιρετικά καλομαγειρεμένα τοπικά πιάτα, τυρόπιτα, φουρτάλια, ένα πιάτο «κόλαση» με ψημένο ψωμί, σάλτσα ντομάτας και τηγανητά αυγά, κατσικάκι στο φούρνο, κολοκυθοκεφτέδες με βολάκι, μία απίθανη χωριάτικη με μεγάλη ποικιλία υλικών απ' τον κήπο, λαδένια, γεμιστά, σκορδομακάρονα, όλα φτιαγμένα με αγάπη από την Κατερίνα Ρεμούνδου, η οποία σε καλωσορίζει η ίδια και σε βοηθάει να επιλέξεις τι θα φας.

 

Φουρτάλια. Φωτο: Ευριπίδης Αποστολίδης
Φουρτάλια. Φωτο: Ευριπίδης Αποστολίδης

 

Αυτό που αξίζει να δοκιμάσεις, εκτός από τα αμυγδαλωτά, τα παστέλια και τα γλυκά του κουταλιού, είναι τα «ευρωπαϊκά» γλυκά του Λυγίζου, old school αστικά γλυκά που έμαθε να φτιάχνει δίπλα στον Δημήτρη Γαλανό, τον άνθρωπο που έφερε στο νησί τη γαλλική ζαχαροπλαστική, η οποία στηρίζεται στο παντεσπάνι, τις κρέμες, τις μαρέγκες και τη σοκολάτα. Ο Γαλανός δημιούργησε τη δική του σχολή στο νησί, και από τις αρχές του 1900 στο ζαχαροπλαστείο του άρχισε να κατασκευάζει γλυκά με κρέμες και παντεσπάνια, διαφορετικά από τα γλυκά κουταλιού που ήξεραν μέχρι τότε οι νησιώτες.

 

Μεγάλο ρόλο στη διάδοση των «ευρωπαϊκών γλυκών» έπαιξε η δυνατότητα του νησιού να έχει τακτική επικοινωνία με πλοίο που συνέδεε την Άνδρο με την Κωνσταντινούπολη. Έτσι οι επιρροές στο φαγητό και γλυκό ήταν ποικίλες. Όπως αναφέρει και ένα απόσπασμα δοκιμίου με θέμα την ζαχαροπλαστική στην Άνδρο από το περιοδικό ΔΕΚΑΤΑ/«εν Άνδρω», «τα κυριακάτικα πρωινά, μετά την εκκλησία, οι οικογένειες συνήθιζαν να επισκέπτονται τα ζαχαροπλαστεία και να απολαμβάνουν μία μιλφέιγ ζεστή-ζεστή, καθώς έτσι διέταζε το γαλλικό degustation! Σύμφωνα με τον Δ. Γαλανό, ένα μιλφέιγ τότε έπρεπε να τρώγεται ζεστό γιατί έτσι διάτασσε η τέχνη της γαλλικής ζαχαροπλαστικής».

 

«Είχα τύχη, παρ' ότι ήταν Τρίτη και 13 Οκτωβρίου 1970 όταν ξεκίνησα την καριέρα μου στο ζαχαροπλαστείο του Δημήτριου Γαλανού» λέει ο Γιώργος Λυγίζος στο ίδιο άρθρο. «Η τύχη ήταν πως το ζαχαροπλαστείο αυτό ήταν συνδεδεμένο με την ιστορία της ζαχαροπλαστικής στην Άνδρο. Ο Δημήτριος Γαλανός ήταν χαρισματικός, έξυπνος και δίκαιος άνθρωπος. Τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου του, όπως η νουγκατίνα, η σοκολατίνα, η αμυγδάλου, το μιλφέιγ, η πραλίνα με την οποία δημιουργούσαν σοκολατάκια και το παγωτό κασάτες χαρακτηρίζονταν για την ιδιαίτερη τεχνική τους, την οποία έφερε από την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, καθώς και την πολύ καλή ποιότητα των υλικών τους. Βέβαια και τα υπόλοιπα γλυκά όπως τα αμυγδαλωτά, τα καλσούνια και τα παστίτσια παράγονταν με υλικά πολύ καλής ποιότητας. Χαρακτηριστικό δε, αποτελεί το γεγονός ότι όλα τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου ήταν πάντοτε φρέσκα, αφού τακτική του ήταν η πώλησή τους την ημέρα της παραγωγής τους και την επόμενη μέρα όσα έμεναν απούλητα, αποσύρονταν».


Φεύγοντας από το νησί είναι πολλοί οι επισκέπτες που παίρνουν μαζί τους παστέλια, καλσούνια (θυμαρίσιο μέλι, ψίχα ψωμιού, καρύδια, αμύγδαλα και κουκουνάρι, τυλιγμένα σε χειροποίητο φύλλο και βουτηγμένο σε ντόπιο ανθόνερο και ζάχαρη άχνη), αμυγδαλωτά (γλυκά αμύγδαλα, ζάχαρη, πικραμύγδαλα, αυγά, ψημένα και βουτηγμένα σε ντόπιο ανθόνερο και ζάχαρη άχνη), παστίτσια, πουτίγκα, αλλά και πάστες (νουγκατίνα, σοκολατίνα, αμυγδάλου, μαρέγκα, γλάσο, τρούφα). Αυτό που είναι πολύ ξεχωριστό, όμως, στο μαγαζί, είναι το μιλφέιγ, που πρέπει να πας νωρίς το πρωί για να προλάβεις. Σε ένα καφέ στον Όρμο Κορθίου φάγαμε και ένα απίθανο μιλφέιγ με κρέμα λεμονιού που έφτιαχναν την στιγμή που το παράγγελνες.

 

Φωτο: M. Hulot / LiFO
Φωτο: M. Hulot / LiFO