ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΗΝΕΣ είχε έρθει στο email της στήλης η πληροφορία για την πολύτεκνη οικογένεια που μετακόμισε σε ένα μικρό χωριό μόλις 10 μόνιμων κατοίκων, το Σοποτό, στα 950 μ. υψόμετρο, αναλαμβάνοντας το καφενείο-ταβέρνα του – και ζωντανεύοντάς το.
Μιλώντας αρχικά στο τηλέφωνο με τον Στέλιο Πατέλη, ήρθα σε επαφή με μια εξαμελή οικογένεια αποφασισμένη να ζήσει με τους δικούς της όρους. Το 2022 ήταν έτος-ορόσημο γι’ αυτούς: καταστράφηκε από το χιόνι η αγροτική επιχείρηση που διατηρούσαν στον Μαραθώνα, όπου και έμεναν. Παράλληλα, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας του Στέλιου τούς έκανε να αναθεωρήσουν την πορεία τους. «Ήρθα στην επαρχία με 27 αιματοκρίτη και μετάγγιση αίματος μία φορά τον χρόνο και σήμερα στέκομαι όρθιος, μετά από πάρα πολύ σκληρές σωματικές εργασίες, με τον αιματοκρίτη μου στο 47. Έχω την υγειά μου αλλά και καλή φυσική κατάσταση», μου είπε ευθύς εξαρχής ο Στέλιος.
«Θα ήθελα με κάποιον τρόπο να δείξω σε μερικούς ανθρώπους πως τον τρόπο ζωής που έχουν στα χωριά θα τον ζήλευαν ακόμα και οι πάμπλουτοι άνθρωποι του κόσμου, ώστε να εκλείψουν κάποια σημάδια κακομοιριάς και μιζέριας».
Αποφασισμένοι, λοιπόν, να ζήσουν μια διαφορετική ζωή στην επαρχία, έκαναν τον πρώτο τους σταθμό στο Μοναστηράκι, ένα μικρό ορεινό χωριό στη Γορτυνία. Το ξεκίνημα ήταν δύσκολο, όπως εκμυστηρεύεται ο Στέλιος. «Κάναμε απίστευτα σκληρές δουλειές εγώ και η γυναίκα μου, πάρα πολύ δύσκολες, για να επιβιώσουμε και να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Για παράδειγμα, ξεδασώσαμε πάρα πολλά κτήματα, παρατημένα δεκαετίες μέσα στα άγρια βουνά, ανοίγαμε τάφους, ό,τι τίμια δουλειά υπήρχε, όσο σκληρή και να ήτανε. Από δουλειά στην οικοδομή μέχρι καθαρίστριες γίναμε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε τίμια».
Πριν από έναν χρόνο περίπου είδαν μια αγγελία ενοικίασης του καφενείου-εστιατορίου στο Σοποτό και αποφάσισαν να το τολμήσουν. Στον δεύτερο σταθμό της πορείας τους τα πράγματα ευτυχώς είναι πιο εύκολα. Η τοπική κοινότητα τους αγκάλιασε, ανακουφισμένη που μετά από χρόνια βρέθηκε κάποιος να λειτουργήσει με συνέπεια, χειμώνα-καλοκαίρι, το μοναδικό μαγαζί του χωριού και με αυτό τον τρόπο να το ξαναζωντανέψει, καθώς τα καφενεία είναι οι τελευταίοι πυλώνες κοινωνικοποίησης που έχουν απομείνει στα χωριά. Από το Πάσχα και μετά το χωριό συγκεντρώνει κόσμο, αλλά και τους δύσκολους χειμερινούς μήνες, όταν οι μόνιμοι κάτοικοι πέφτουν κάτω από τους δέκα, το μαγαζί έχει καταφέρει να γίνει στέκι της ευρύτερης περιοχής, οπότε μιλάμε για ένα οικονομικά βιώσιμο εγχείρημα.
Η ιστορία της οικογένειας Πατέλη ενσαρκώνει ό,τι πρεσβεύει αυτή η στήλη. Επιθυμία για μια διαφορετική ζωή μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα και ταυτόχρονα αναζωογόνηση ενός μικρού ορεινού χωριού. Θέλοντας να μελετήσω καλύτερα το εγχείρημα, το οποίο βρίσκεται ακόμα στα αρχικά του στάδια, βρέθηκα μια μέρα να ανηφορίζω τα Αροάνια Όρη με προορισμό το Σοποτό (η επίσημη ονομασία του είναι «Αροανία») και το καφενείο «Η χαρά της ζωής».
Εκεί με περίμενε το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, η Φωτεινή, 20 χρονών. Με μια ηρεμία στον λόγο της, μου διηγήθηκε με τη σειρά της την ιστορία της οικογένειας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο υψηλότατο επίπεδο εκπαίδευσης που έλαβαν εκείνη και τα αδέλφια της στο σχολείο των Τροπαίων. Είναι το σχολείο στο οποίο γράφτηκαν τα παιδιά στον πρώτο σταθμό της οικογένειας μετά την Αθήνα, το Μοναστηράκι της Γορτυνίας.
«Ήμασταν μαθητές του 11 στην Αθήνα και εκεί γίναμε του 19. Δεν είναι ένα απλό σχολείο, εγώ θα το χαρακτήριζα φροντιστήριο. Οι καθηγητές, όταν βλέπουν κάποιο παιδί να δυσκολεύεται σε κάτι, ενδιαφέρονται, ακόμα και εκτός ωραρίου, δίνουν έξτρα υποστηρικτικό υλικό κ.λπ.» μου είπε χαρακτηριστικά. Η Ρεβέκκα, 18 ετών, είναι πια φοιτήτρια στην Αθήνα, αλλά τα δύο μικρότερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, 16 ετών, και η Ουρανία, 14 ετών, συνεχίζουν να πηγαίνουν εκεί, κάνοντας καθημερινά μια απόσταση μιάμισης ώρας περίπου πήγαινε-έλα με ταξί.
Τη ρωτάω αν της λείπουν πράγματα από την Αθήνα και η απάντησή της είναι αρνητική. «Αν χρειάζομαι κάτι, όπως ένα βιβλίο, γιατί τυχαίνει να μου αρέσει πολύ η λογοτεχνία, το παραγγέλνω. Ευτυχώς, στο χωριό έρχονται τα courier. Από πλευράς κοινωνικοποίησης, σχεδόν κάθε μέρα είμαι με κόσμο στο μαγαζί και έχω κρατήσει και τις παρέες μου από τα Τρόπαια, όπου είχα συμμαθητές από διάφορα χωριά της περιοχής, οπότε πηγαίνουμε για βόλτα ο ένας στο χωριό του άλλου». Θα επέστρεφε ποτέ; «Δεν νομίζω. Πήγα λίγο καιρό πριν να βοηθήσω την αδερφή μου να εγκατασταθεί στο Μαρούσι για να ξεκινήσει τις σπουδές της και δεν έβλεπα την ώρα να φύγω. Εδώ τη ζωή τη ζεις περισσότερο».
Κάνοντας μια βόλτα στην πλατεία έξω από το μαγαζί, πέτυχα τον κύριο Πέτρο, συνταξιούχο και «ημι-μόνιμο» κάτοικο του χωριού. Μαζί με τη γυναίκα του που κατάγεται από εκεί, είχε βγει βόλτα για να ταΐσει τις γάτες του χωριού. Συζητώντας για τη νέα σελίδα που ανοίγει στο χωριό μετά τον διπλασιασμό του τοπικού πληθυσμού με την εγκατάσταση της οικογένειας Πατέλη, μου είπε μια ιστορία από μια πρόσφατη βόλτα του σε μια πλατεία της Ηλιούπολης. «Δεκάδες συνταξιούχοι καθόντουσαν εκεί και κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Τους είπα “γιατί δεν φεύγετε, ρε παιδιά, να πάτε στα χωριά σας να περάσετε καλύτερα;”». Αυτή είναι και μια δική μου μεγάλη απορία.
Λίγο αργότερα, είχα την τύχη να συνομιλήσω και με τον Κώστα Λουρίδα, 64 ετών, τον πρόεδρο του χωριού, που επέστρεψε κι εκείνος εδώ μετά από μια μεγάλη πορεία στον κατασκευαστικό κλάδο. Μου έδωσε μια πολύ κατατοπιστική εικόνα του χωριού, την οποία, αν και γνωρίζω αρκετά καλά την περιοχή των Καλαβρύτων, αγνοούσα πλήρως.
«Η δικά μου γενιά δυστυχώς έζησε και την ακμή και την παρακμή του χωριού. Για να φανταστείς, τη δεκαετία του 1970 είχαμε δημόσιες υπηρεσίες (Ειρηνοδικείο, ΟΤΕ κ.λπ.) όπου δούλευαν 22 δημόσιοι υπάλληλοι. Είχαμε εμπορικά καταστήματα, δύο κουρεία, έξι ράφτρες, δύο φορές την ημέρα συγκοινωνία στην Αθήνα, λαϊκή αγορά κάθε εβδομάδα και φυσικά σχολεία όλων των βαθμίδων».
Τι συνέβη, λοιπόν, και μια εύρωστη, αστική ως επί το πλείστον, ορεινή κοινωνία οδηγήθηκε σε τέτοια κατάρρευση μέσα σε 50 χρόνια; Προς έκπληξή μου, επανήλθαμε στο θέμα της εκπαίδευσης, αλλά από μια διαφορετική οπτική από αυτήν που είχε η συζήτηση που έκανα νωρίτερα με τη Φωτεινή.
«Εγώ πιστεύω ότι είχε να κάνει με τα σχολεία. Ήμασταν το κεφαλοχώρι της περιοχής και είχαμε πάντα σχολεία. Για να καταλάβεις, στο χωριό το 1796 ιδρύθηκε η Ελληνική Σχολή Σοποτού, ένα από τα μοναδικά προεπαναστατικά κέντρα μόρφωσης. Οπότε νομίζω ότι ο κόσμος μορφωνόταν και έφευγε».
Ψάχνοντας τις σημειώσεις μου για να βρω κάποιο αρνητικό από την εμπειρία της οικογένειας αυτά τα 4-5 χρόνια που έχουν πάρει τα βουνά, θυμάμαι κάτι που μου είπε ο Στέλιος, όταν τον ρώτησα αν θα ήθελε να αλλάξει κάτι. «Θα ήθελα με κάποιον τρόπο να δείξω σε μερικούς ανθρώπους πως τον τρόπο ζωής που έχουν στα χωριά θα τον ζήλευαν ακόμα και οι πάμπλουτοι άνθρωποι του κόσμου, ώστε να εκλείψουν κάποια σημάδια κακομοιριάς και μιζέριας».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]