ΒΡΑΔΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ και ο συμπαρουσιαστής ενός από τα τόσα ριάλιτι της φετινής τηλεοπτικής σεζόν κάνει ένα off season, ασύλληπτα χυδαίο αστείο για τα κιλά παίκτριας. Αφήνει κι ένα υπονοούμενο για το αν θα μπορούσε να την αγαπήσει και να συνδεθεί ερωτικά μαζί της ένας συμπαίκτης της. Στο μικρό, παλιό μυαλό του ο έρωτας ανθίζει στα λίγα κιλά και το σεξ είναι αποκλειστικά προνόμιο των αδύνατων. (25/09/2020)

 

Στο διάλειμμα για διαφημίσεις ένας μικρούλης λέει ότι αυτό το πακέτο συνδρομητικής τηλεόρασης έχει απ' όλα. Συγκινητικές ταινίες για τη μαμά, αγώνες και δράση για τον μπαμπά και παιδικά για εκείνον. Το πιάσαμε το κλείσιμο του ματιού, δεν γίνεται η όρεξη της μαμάς να τραβάει αγώνες σούμο και off road μηχανοκίνητο αθλητισμό. (Σεπτέμβριος 2020)

 

Σε εκπομπή μόδας, ο στιλίστας έχει απορίες για το ντεκολτέ και το μίνι με το οποίο διαγωνιζόμενη πάει για να συναντήσει την πεθερά της και ο φωτογράφος ενίσταται με άλλη διαγωνιζόμενη που του θυμίζει «αντρογύναικο». (22/9/2020)

 

Σε διαδικτυακή διαφήμιση για βιταμίνες, κατά το στερεότυπο του διαφημιστή, ο άντρας χρειάζεται δύναμη και απεικονίζεται από έναν νέο με κοντομάνικο και μπράτσα, η γυναίκα χρειάζεται ομορφιά σε νύχια και μαλλιά, εξ ου και μια κοπέλα που χτενίζεται και το παιδί πνευματική ενέργεια, οπότε τι καλύτερο από ένα πιτσιρίκι πάνω από μερικά βιβλία;

 

Σε πρωινή εκπομπή, το πάνελ νεαρής παρουσιάστριας ειρωνεύεται την ενδυματολογική επιλογή παρουσιάστριας αντίπαλου καναλιού, μέχρι που ένας εκ των συνεργατών κάνει λόγο για τις «δύο φίλες» που έφερε μαζί της, χαρακτηρίζοντας ως «φίλες» τα στήθη της παρουσιάστριας. Μετά ρίχνουν «θολό» στο ντεκολτέ της, ως δήθεν ακατάλληλο για ανηλίκους (2/10/2020).

 

Σε διαδικτυακή εφημερίδα του Βόλου, χαρακτηρίζεται ως «δυσάρεστη έκπληξη για τα αγόρια» το γεγονός ότι τους μοιράστηκαν ροζ μάσκες (1/10/2020).

 

Αν δημόσια τοποθετείται κανείς κατά πώς πρέπει, αλλά ιδιωτικά αναφέρεται στη χοντρή, στην «αδερφή» και στον κοντοστούπη, έστω και για πλάκα, υπάρχει ακόμη πολύ χιλιόμετρο για να περπατηθεί.

 

Τα παραπάνω σημειώθηκαν σε διάστημα δύο εβδομάδων και ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί χωρίς κανένα πρόβλημα να εντοπιστούν δεκάδες παραδείγματα σοβαρών προβλημάτων στη διατύπωση, δεκάδων σοβαρών λαθών που σημειώνονται από επιδεικτική περιφρόνηση της πολιτικής ορθότητας σε όλο το φάσμα του δημόσιου λόγου στα ΜΜΕ.

 

Ασχέτως αν στα social media o κόσμος αντιδρά, εξοργίζεται, επισημαίνει τα λάθη, το αντεπιχείρημα όσων κάνουν χρήση αυτού του είδους επικοινωνίας –αδρής, χοντροκομμένης, απολύτως σεξιστικής και πέρα για πέρα ανάρμοστης– είναι πάντα το απλοϊκό «παντού σεξισμό βλέπετε, αμάν με την πολιτική ορθότητα, μια κουβέντα δεν μπορούμε να πούμε πια».


Βοηθά και το ότι οι θεσμικές, πλην ανεξάρτητες αρχές όταν καλούνται να κάνουν τη δουλειά τους, να παρατηρήσουν δηλαδή πολύ προσεκτικά τον λόγο που αρθρώνεται σε εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, συνήθως επιλέγουν τα πιο ανόητα αποσπάσματα για να μοιράσουν χλιαρές ποινές σε μια προσπάθεια να αποδειχθεί ότι όντως κάποιος παρακολουθεί τα χαμηλού επιπέδου προγράμματα.

 

Κι όμως, η ουσία δεν βρίσκεται καν εκεί. Την εντοπίζει κανείς στην ευκολία με την οποία τα Μέσα Ενημέρωσης και οι άνθρωποι τους μεταχειρίζονται τη γλώσσα σαν τίποτα να μην άλλαξε στη ζωή μας, σαν ο παρακμιακός λόγος να μην υπήρξε ποτέ σοβαρό πρόβλημα, σαν τα στερεότυπα να μην κουνήθηκαν ποτέ από τη θέση τους.

 

Νωθρότητα ή αδυναμία να αφουγκραστούν την κοινωνία; Μπορεί και τα δυο.

 

Και κάπου εκεί χάνεται το δίκιο, ενώ τόσο ωραία δουλειά έχει γίνει όλο το προηγούμενο διάστημα και επιτέλους μιλάμε ανοιχτά για πράγματα που κάποτε βασάνιζαν –και εξακολουθούν να βασανίζουν– πολύ κόσμο στα βουβά και όλοι αυτοί που όντως ανησυχούν για την πολιτική ορθότητα, κλονίζονται.

 

Και τότε ή που εξαφανίζονται, γίνονται μικροί και ενοχικοί, σκέφτονται ότι το παράκαναν και πισωπατάνε ή που αφηνιάζουν και αναλαμβάνουν αυτόκλητοι σταυροφορική δράση, εν είδει διορθωτή με κόκκινο στυλό.


Όμως, το γοητευτικό με την πολιτική ορθότητα είναι ότι αποτελεί μία νέα, κάπως ασχημάτιστη ακόμη, ελίτ που παραδόξως τους χωράει όλους και ενώ χτίζεται με τα γρήγορα ανακλαστικά και την παρεμβατικότητα, κεφαλαιοποιείται με την ηρεμία, τη διαύγεια και τη γρήγορη απομόνωση των στοιχείων που δεν συμμορφώνονται ή αρνούνται πεισματικά να κατανοήσουν ότι οι καιροί αλλάζουν και ότι η ενσυναίσθηση είναι το θεμέλιο για νέες, εξελιγμένες κοινωνίες, απαλλαγμένες από το σκοτάδι που ζήσαμε για χρόνια (και έφαγε πολλούς).

 

Κάπως ολοκληρωτικό αυτό που περιγράφεται πιο πάνω; Η αλήθεια είναι ότι φαντάζει έτσι, γι' αυτό και ευδοκιμεί εσχάτως το είδος αρθρογραφίας που υπερασπίζεται τα «κακά παιδιά», βαφτίζοντας τα ειλικρινή και αυθόρμητα, ενώ οι περιπτώσεις τους αποτελούν τη χειρότερη μορφή στασιμότητας σε μια κοινωνία που αλλάζει.

 

Μόνο που στην στην πραγματικότητα, μόνο για ολοκληρωτισμό δεν πρόκειται, παρά για για μια αντιστροφή του παλιού κόσμου. Εκεί που παλιά αποκλειόταν από το κοινωνικό σύνολο ο (όποιος) διαφορετικός, τώρα σταδιακά αποκλείεται εκείνος που δεν μπορεί να τον αποδεχθεί ή έστω να σεβαστεί την ύπαρξή του.


Κάπως επιφανειακή αυτή η θεώρηση; Ναι, δεν είναι λίγοι, ακόμη και οι υπέρμαχοι της πολιτικής ορθότητας που κάποτε απελπίζονται με όλη αυτή τη λεπτολογία, με το να ψάχνεις για όλα την ακριβώς «πολιτικά ορθή» κουβέντα.

 

Το επιχείρημα εδώ εστιάζει στο τι μπορεί να λέει κανείς δημόσια και τι ιδιωτικά, εδώ, όμως, βρίσκεται και η παγίδα. Αν δημόσια τοποθετείται κανείς κατά πώς πρέπει, αλλά ιδιωτικά αναφέρεται στη χοντρή, στην «αδερφή» και στον κοντοστούπη, έστω και για πλάκα, υπάρχει ακόμη πολύ χιλιόμετρο για να περπατηθεί. Τα όσα λέει κανείς ιδιωτικά είναι το θέμα, γιατί αντανακλούν αυτά που πραγματικά πιστεύει και δεν έχει σκοπό καθόλου να δουλέψει, για χάρη όλων των μερών του κοινωνικού συνόλου.

 

Και όπως το ιδιωτικό τρυπώνει στο δημόσιο, με την ίδια ευκολία τα στερεότυπα και τα σεξιστικά μοτίβα αναπαράγονται στις διαφημίσεις και στις εκπομπές, στα σενάρια των σίριαλ και στις κουβέντες των δημοσιογράφων, στα βιβλία και στον τρόπο με τον οποίο καταρτίζεται η σκαλέτα της ημέρας έτοιμη με προκάτ χαρακτήρες: από εδώ οι πριγκίπισσες και από εκεί οι μάγκες, παραπέρα οι χοντρές και οι κουνιστοί και λίγο πιο κάτω όλοι όσοι αταξινόμητοι προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα όσο πιο αναίμακτα γίνεται.

 

Δυστυχώς για τους κουρασμένους και όλους εκείνους που αρνούνται να ξεβολευτούν και που δεν μπορούν να τα «ψειρίζουν» όλα, μετρώντας και την τελευταία τους κουβέντα μήπως και κάποιος πληγωθεί, η πολιτική ορθότητα όχι μόνο ήρθε για να μείνει, αλλά είναι η νέα, καθημερινή γυμναστική.

 

Κουραστική, εξοργιστική, αυτολογοκριτική, να παραμονεύει σε κάθε βήμα, αλλά αν έστω και ένας άνθρωπος ταλαιπωρηθεί λίγο λιγότερο στα χρόνια που έρχονται (για τα κιλά / το ύψος/ τα χαρακτηριστικά του σώματος και του προσώπου του/ την καταγωγή ή την κοινωνική του τάξη /τον σεξουαλικό προσανατολισμό και τόσα άλλα), δεν πειράζει, ας την κάνουμε.