Έχουμε βρεθεί σ’ εκείνο το σπουδαίο σημείο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να χαρακτηρίσεις έναν άνθρωπο με τη λάθος λέξη και να μη βρεθείς με την πλάτη στον τοίχο. Να κάτι που αναμφίβολα χρωστάμε στο υπεραυστηρό κίνημα της πολιτικής ορθότητας, που μεταξύ άλλων πήρε (και) τα ζητήματα εξωτερικής εμφάνισης και μετά από ποταμούς δακρύων, χρόνια ψυχοθεραπείας, εξομολογήσεις, προσωπικές ιστορίες bullying ασύλληπτου πόνου, ακόμη και αυτοκτονίες, τα ανέδειξε με τη σοβαρότητα που έπρεπε, μας ώθησε ή μας ανάγκασε ακόμη να κάνουμε αυτό που οφείλαμε. Να καταδικάσουμε τις πληγωτικές, απαράδεκτες λέξεις, να αποδεχθούμε την όποια φύση μας, να παραδεχθούμε επιτέλους ότι δεν είμαστε τέλειοι, δεν  θα γίνουμε ποτέ, δεν το οφείλουμε σε κανέναν. Οφείλουμε, ωστόσο, να μην πάψουμε να προσπαθούμε για όλα αυτά μαζί.

 

Από το ’90 και μετά τα positive body image ή body love κινήματα ενίσχυσαν αυτή την προσπάθεια. Κυρίως, για λογαριασμό των γυναικών. Καλώς ή κακώς, το γυναικείο σώμα, λόγω μητρότητας και ορμονών που το μανιπουλάρουν, λόγω στερεότυπων και βιομηχανιών που τρέφει, λόγω της αφόρητης προτυποποίησης που υφίσταται είχε μεγαλύτερη ανάγκη υποστήριξης. Δειλά – δειλά, οι διαφημιστικές, αφουγκραζόμενες τις ανάγκες της αγοράς, κάλμαραν τις καμπάνιες τους, γλύκαναν τα συνθήματα και τη στρατηγική τους, έγιναν πιο φιλικές σε όλα τα γυναικεία ηλικιακά γκρουπ. Στην έφηβη που έβλεπε το σώμα της να αλλάζει και να τη δυσκολεύει από μέρα σε μέρα, στην εργαζόμενη σε παραγωγική ηλικία που έπρεπε να φτάσει στόχους, χωρίς να ξεχάσει ότι είναι γυναίκα, στη μητέρα που για καιρό έχασε το σώμα της μετά τον τοκετό και την κούρσα πίσω από το καινούριο μωρό, στη γυναίκα που προκειμένου να προλάβει τα πάντα, ξέχασε τον εαυτό της κι αφέθηκε.

 

Δεν τολμάμε όχι να μιλήσουμε, ούτε να κοιτάξουμε μια γυναίκα που πείστηκε από κάποια πωρωμένη κινηματική περσόνα να φορέσει κάτι που τη γελοιοποιεί.

 

Το «αγάπα το σώμα σου, όπως κι αν είναι», μέσα από διαφημίσεις που δεν χρησιμοποιούσαν μοντέλα, αλλά γυναίκες σαν τη μαμά, την αδελφή, τη συνάδελφο, ήταν αρχικά συγκινητικό: ένα μήνυμα για όλες, που έδινε ένα καλό μάθημα σε όσους απαιτούσαν βλακωδώς το αντίθετο, μια ανθρώπινη υπογράμμιση του αυτονόητου: δεν γεννιούνται όλες 1,90 και 50 κιλά, δεν θα στραγγαλίσουν όλες την υγεία τους για να γίνουν έτσι, δεν χρειάζεται να γίνουν έτσι. Ήταν τέλειο όλο αυτό. Μία προβοκατόρικη φωνή που ανάγκαζε τα ψευτο-πρότυπα να κλείσουν για λίγο το στόμα τους.

 

Μετά, όμως; Το επόμενο βήμα δεν ήταν τόσο εύκολο. Με το σφυροκόπημα από τις βιομηχανίες μόδας και ομορφιάς για ολοένα και μικρότερα μεγέθη, ο αρχικός στόχος μάλλον χάθηκε. Από την προτυποποίηση στην αντι-προτυποποίηση ο δρόμος ήταν μικρός. Και όπως συμβαίνει με οτιδήποτε δεν έχει ξεκάθαρο πλαίσιο, ο στόχος έγινε άλλοθι και εργαλείο και πάλι στα χέρια όσων κινούν την αγορά. Φυσικά και μπορεί κάποιος –και ειδικώς κάποια- να είναι όπως θέλει, να φορά ό,τι θέλει και να επιφυλάσσει στο σώμα της τη μεταχείριση που επιθυμεί. Η πολιτική ορθότητα θα ραπίσει όποιον πει το αντίθετο και καλά θα κάνει, όμως, όχι ότι όλο αυτό έχει καμία σχέση με το μέτρο. Ή με την ψυχραιμία. Ή ακόμη περισσότερο με την αισθητική. Όσο μονομανής, μονήρης και τσιτωμένη η εκστρατεία απίσχνασης της βιομηχανίας μόδας, τόσο πιο υπέρμαχος της αποχαύνωσης και της επανάπαυσης η «αντίπαλος» της. Ναρκισσισμός από την ανάποδη.

 

Ας το πούμε πιο απλά και με μεγαλύτερη ειλικρίνεια: δεν τολμάμε όχι να μιλήσουμε, ούτε να κοιτάξουμε μια γυναίκα που πείστηκε από κάποια πωρωμένη κινηματική περσόνα να φορέσει κάτι που τη γελοιοποιεί. Δημοσίως. Γιατί ιδιωτικώς –στην κόρη, την αδελφή, τη μάνα, τη φίλη- θα το πούμε, όχι για να ασκήσουμε κριτική, καμία σχέση. Για να προστατεύσουμε, να θωρακίσουμε, να προλάβουμε το κραυγαλέο, κατά τον ίδιο τρόπο που θα προσπαθούσαμε να αποτρέψουμε έναν δικό μας να πάει στη δουλειά του γυμνός. Ποιος λέει, λοιπόν, ψέματα εδώ πέρα; Πόσο ειλικρινή είναι τα bodylove κινήματα;

 


 

«Έχω την αίσθηση πως η γέννηση αυτών των κινημάτων συμπίπτει με την εποχή που το XL πήρε τη θέση του MEDIUM στα γυναικεία ρούχα. Αναφέρομαι στις γυναίκες, γιατί αυτούς τους καημούς τους δημιούργησε η βιομηχανία της μόδας αποκλειστικά σε εμάς. Και αφού τελικά δεν κατάφεραν να μας μαντρώσουν στο XS και να γλιτώνουν ύφασμα, ξεφύτρωσαν τα bodylove κινήματα για να μας στρέψουν στις “εναλλακτικές” βιομηχανίες ομορφιάς που κερδίζουν σε πωλήσεις, αν μας κάνουν να πιστέψουμε ότι είμαστε όλες κουκλίτσες. Κάπως έτσι σπυριά, κυτταρίτιδα, ρυτίδες, ραγάδες μπήκαν στο σέικερ της σωματικής συμφιλίωσης. Συγκινητικά χριστιανικό θα έλεγα και χρειαζούμενο, ίσως, έπειτα από ατέλειωτες δεκαετίες καταπίεσης σε κορσέδες και λίφτινγκ. Ε, λοιπόν ούτε κουκλίτσες ούτε τέρατα είμαστε», λέει η δημοσιογράφος Έμυ Ντούρου, που θεωρεί καθαρά επιχειρηματική όλη αυτή την εμμονική αγάπη για το σώμα όπως κι αν είναι.

 

«Απλώς, δεν χωράμε όλες στην ίδια συσκευασία, όσο κι αν ξεβολεύουμε το φασόν. Δεν γίνεται όμως να αγαπήσουμε τον εαυτό μας γιατί έτσι ορίζουν οι νέες “πασιονάριες”. Ο αυτοσεβασμός δεν μπορεί να είναι απόφαση συλλογική, πολύ περισσότερο κινηματική. Εδώ και καιρό ζούμε τα αντίστροφα 00s. Τότε έπρεπε να νιώθεις περήφανη γιατί ήσουν πολύ αδύνατη. Τώρα πρέπει να νιώθεις περηφάνια γιατί είσαι παχιά. Μόνο που ένα νούμερο στη ζυγαριά είναι λάθος λόγος για να νιώθει κανείς υπερήφανος ή ντροπιασμένος», εξηγεί.

 

Πόσο ειλικρινή είναι τα κινήματα που μας προτρέπουν να αγαπήσουμε το σώμα μας; 4 γυναίκες απαντούν.
Το “έτσι είμαι κι αν σας αρέσει” είναι μεγάλο κεφάλαιο. Θέλει χαρακτήρα και δουλειά. Όχι χανζαπλάστ. Όχι ένα κολάν σε μεγαλύτερο νούμερο.

 


 

Περίπου την ίδια τάση καταγράφει η Ρόη, η οποία εργάζεται στην καρδιά της βιομηχανίας για «κανονικές γυναίκες».

 

«Εδώ αναφερόμαστε σε μια ασύλληπτη παρανόηση. Τι σημαίνει κανονική; Όχι ανορεξικό πρότυπο. Μόνο που εμείς έχουμε περάσει στην αντίπερα όχθη, γιατί συμφέρει. Εργάζομαι στο τμήμα marketing αλυσίδας καταστημάτων γυναικείας ένδυσης, στην κατηγορία αυτού που παλιότερα ονομάζαμε μόδα για παχουλές, ας μη φοβόμαστε τις λέξεις. Η ανανέωση και ο εκσυγχρονισμός στη δική μας περίπτωση, έγινε… μαρκετίστικα, μέσα από τον τίτλο “ρούχα για κανονικές γυναίκες”, ας το πούμε έτσι. Δεν πουλάμε απλώς ρούχα: πουλάμε ιδέα και ψέμα. Ότι είναι ok να αφήσεις τον εαυτό σου, ότι δεν έγινε και κάτι αν είσαι 1,60 και 90 κιλά, φυσικά και μπορείς να φορέσεις μίνι με τρία στρέμματα τακούνι. Το ξέρεις και το ξέρω ότι δεν είναι έτσι. Αλλά επειδή έτσι το λανσάρει η Dunham, εγώ πρέπει να πω “ναι, κάν’το, φόρεσε το”. Κι ας ξέρω ότι δεν της πάει και κυρίως ας ξέρω ότι σκοτώνει την υγεία της, πιστεύοντας μια διαφήμιση. Γιατί περί διαφήμισης πρόκειται, απλώς πιο συντονισμένης. Είναι μια φωνή που της λέει ‘μείνε, όπως είσαι, σταμάτα να προσπαθείς’ κι αυτό είναι το άλλο άκρο», λέει.

 

Μου εξηγεί ότι στόχος είναι να νιώσει η πελάτισσα αυτοπεποίθηση, μέχρι να φτάσει στο ταμείο. Το «μετά» αυτής της αυτοπεποίθησης είναι δική της υπόθεση. Επιμένει ότι λίγα είναι τα κορίτσια που είναι πραγματικά συμφιλιωμένα με την εικόνα τους. «Αυτές δεν θα φύγουν με κάτι κραυγαλέο. Το ‘χουν επεξεργαστεί, έχουν δουλέψει με τον εαυτό τους, με τους γύρω τους, ξέρουν ποιες είναι. Το “έτσι είμαι κι αν σας αρέσει” είναι μεγάλο κεφάλαιο. Θέλει χαρακτήρα και δουλειά. Όχι χανζαπλάστ. Όχι ένα κολάν σε μεγαλύτερο νούμερο. Αλλά η αλυσίδα από τη μετάβαση μας σ' αυτή τη φιλοσοφία και μετά έχει αυξήσει τα κέρδη της κατά ένα 40%. Και απ' όσο δύναμαι να γνωρίζω, το ίδιο συμβαίνει και με άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις».

 


 

Από τις πιο ψύχραιμες ματιές σε θέματα μόδας η Margaret Cruzemark, τόσο στο blog της, όσο και στο timeline της στο Facebook, πολλές φορές θα αφήσει ενθαρρυντικά κείμενα για όσα αλλάζουν στον τρόπο που η μόδα αντιμετωπίζει το γυναικείο σώμα, φωτογραφίες με plus size μοντέλα, επαινετικά σχόλια για κορίτσια που πήγαν πέρα από την εικόνα τους, χωρίς, όμως να ξεχάσουν τα περί καλαισθησίας βασικά. Ήταν έκπληξη, λοιπόν, το ότι ούτε εκείνη πίστευε στις απολύτως καλές προθέσεις των body positive κινημάτων.  

 

«Και ξαφνικά ανοίξαμε ένα πρωί την VOGUE και είδαμε τους εαυτούς μας. Εντάξει, όχι εμάς τις ίδιες, αλλά γυναίκες σαν κι εμάς. Δίπλα στα δίμετρα λιπόσαρκα μοντέλα. Πανηγυρισμοί και γέλια παντού, γιατί πιστέψαμε ότι επιτέλους η σκληρότερη δικτατορία του κόσμου τούτου άρχισε σιγά – σιγά να πέφτει, έγινε επανάσταση, κάναμε την ανατροπή και γενικά κάτι τέτοια σκεφτήκαμε. Και άρχισαν μετά την υποστήριξη στα σώματα, που κάποτε ντρεπόμασταν να παραδεχτούμε πως έχουμε και άλλα sites, και να οι προσωπικές εξομολογήσεις και να οι φωτογραφίες τύπου “ελευθερία στην κάθε εμφάνιση”  και γενικά αρχίσαμε να ζούμε στην εποχή που το να είσαι όπως είσαι είναι αυτό και είναι αρκετό. Χμ… Δηλαδή, έχει να κάνει με την εικόνα σου στον καθρέφτη και όχι πραγματικά με το πώς νιώθεις, με το αν είσαι υγιής». Όπως λέει και πάλι όλο αυτό είναι επιφάνεια, ρηχότητα, στην ουσία δεν φτάνει.

 

«Όλα αυτά τα debates, τα editorials, οι παρουσιάσεις, οι εξομολογήσεις έχουν να κάνουν με την εικόνα σου και όχι με την ουσία του πράγματος, την υγεία σου. Άσε που υπάρχει και μια διάκριση στην όλη υπόθεση. Όλη αυτή η lovebody κατάσταση αφορά τις γυναίκες. Έχετε ακούσει εσείς ποτέ κανέναν άντρα να λέει πόσο άνετα αισθάνεται με το σώμα του και όλα τα σχετικά; Ποτέ (ή άντε σχεδόν ποτέ). Ok, lovebody, ναι, υποστηρίζουμε, όμως κάτω από ορισμένες συνθήκες, με ουσιαστικό κίνητρο και κυρίως όχι για να πουλήσουμε 5-10 ρουχαλάκια παραπάνω».

 


 

Η Βίκυ Μακρή είναι designer και συνιδιοκτήτρια του brand  “Vinge Project”.  Πέρσι το καλοκαίρι προώθησε μια σειρά μαγιό που ξεκάθαρα απευθύνονταν σε όλα τα σώματα. Μιλώντας μαζί της για όλη αυτή τη μανία περί αγάπης του σώματος, έβαλε στην εξίσωση κάτι που οι περισσότεροι ξεχνάμε. Την ισορροπία.  

 

«Νομίζω πως η αγάπη για το σώμα μας είναι αναλογική με την εσωτερική μας ισορροπία. Δεν μου φαίνεται καθόλου περίεργο πόσα self motivation και body love κινήματα έχουν εμφανιστεί τον τελευταίο καιρό, σε καιρούς  που η κοινωνία βρίσκεται στην απόλυτη ανισορροπία. Είμαι θετική στο μότο “Αγαπώ το Σώμα μου” και το αγαπώ σημαίνει πως το δέχομαι. Αποδέχομαι την ομορφιά μου και ό,τι με κάνει ξεχωριστό, παράλληλα με τα λιγότερο κολακευτικά μου σημεία. Είμαι όμως απόλυτα πιστή στο μότο “Γίνε η καλύτερη έκδοση του εαυτού σου” και θα συμπληρώσω τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά».

 

Πόσο ειλικρινή είναι τα κινήματα που μας προτρέπουν να αγαπήσουμε το σώμα μας; 4 γυναίκες απαντούν.
Από τη μία να θαυμάζεις το κουράγιο της Ashley Graham κι από την άλλη να ξέρεις ότι και σ’ αυτή την περίπτωση ο λόγος γίνεται για προϊόν και εικόνα. Ίσως, εδώ θολώνουν τα πράγματα. Στην εικόνα που πάντα απέχει από την ουσία.

 

Διαβάζω τα σχόλια κάτω από ένα βίντεο της Ashley Graham. Κάποια την αποθεώνουν, κάποια τη λιθοβολούν. Φυσικά, τα δεύτερα είναι που την οπλίζουν με κουράγιο, να κάνει όσα κάνει, αλλά δεν μπορείς και να παρακάμψεις ότι πίσω απ’ όσα κάνει και διατείνεται υπάρχουν ορδές διαφημιζομένων και χορηγών που κάνουν δουλειές. Από τη μία να θαυμάζεις το κουράγιο της κι από την άλλη να ξέρεις ότι και σ’ αυτή την περίπτωση ο λόγος γίνεται για προϊόν και εικόνα. Ίσως, εδώ θολώνουν τα πράγματα. Στην εικόνα που πάντα απέχει από την ουσία.

 

Σκοτωνόμαστε στη γυμναστική για έναν λόγο. Ή παρατάμε τα πάντα για έναν άλλο. Ξέρουμε τι δείχνει ωραίο και τι όχι. Σε κάθε περίπτωση παίζουμε μεταξύ κινήτρου και άλλοθι. Μόνο που δεν είμαστε μόνες ποτέ. Απέναντι υπάρχουν διαφημιστές, σχεδιαστές, κόσμος που βγάζει χρήματα από το τι μας κάνει να νιώθουμε καλά: το motivation σταματάει τη στιγμή που αρχίζει να γίνεται επικίνδυνο για την είσπραξη. Την ώρα που κάποιος μας αποθεώνει, επειδή βουλιάξαμε σε κάτι που από το Medium μας ανέβασε στο XL, κάτι δεν πάει καλά. Το ίδιο συμβαίνει και τη στιγμή που ενώ εξαφανιζόμαστε σε όλο και μικρότερα νούμερα, όλοι μας βρίσκουν πανέμορφες. To ζητούμενο θα είναι πάντα ένα: τι γίνεται με όλους εκείνους που μας θέλουν υγιείς και η απάντηση δεν θα βρίσκεται ποτέ στα άκρα.

 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΙΣ 6.2.2017