Γερμανικό δικαστήριο έκρινε σήμερα ένοχο έναν νοσηλευτή για 85 φόνους ασθενών, γεγονός που τον καθιστά και επισήμως έναν από τους πιο επικίνδυνους και φονικούς κατά συρροή δολοφόνους στην ιστορία του πλανήτη.

 

Η έδρα, καταδίκασε σήμερα τον 42χρονο Νιλς Χέγκελ, επιβάλλοντάς του την πιο βαριά ποινή που προβλέπει ο ποινικός κώδικας της χώρας, καθώς τα εγκλήματά του «υπερβαίνουν τη δυνατότητα κατανόησης και όλα τα γνωστά όρια», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του δικαστηρίου του Όλντεμπουργκ (βορειοδυτική Γερμανία) Σεμπάστιαν Μπούρμαν, επιβάλλοντάς του ποινή ισόβιας κάθειρξης. 

 

Η έδρα προνόησε ώστε οποιαδήποτε προοπτική απελευθέρωσής του ακόμη και μετά από 15 χρόνια στη φυλακή, είναι νομικά δύσκολη.  «Υπάρχουν τόσα (θύματα) που το ανθρώπινο πνεύμα υποχωρεί μπροστά στον αριθμό των εγκλημάτων», πρόσθεσε ο δικαστής. «Αυτά που διαπράξατε είναι ακατανόητα, είναι απλώς πάρα πολύ», είπε ακόμη ο πρόεδρος του δικαστηρίου.

 

Τα θύματα μπορεί να είναι και 200

Ο άνδρας κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία των θυμάτων του ηλικίας από 34 έως 96 ετών με θανατηφόρα ενέσιμα φάρμακα στα νοσοκομεία όπου εργάστηκε από το 2000 έως το 2005. Η αστυνομία υποπτεύεται πως στην πραγματικότητα έχει σκοτώσει συνολικά έως και 200 ανθρώπους, σε υποθέσεις οι οποίες δεν μπορούν ωστόσο να διαλευκανθούν, κυρίως επειδή οι σοροί μεγάλου αριθμού θυμάτων έχουν αποτεφρωθεί.


Η ποινή που επιβλήθηκε σήμερα στο Όλντενμπουργκ δεν θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την κατάσταση του πρώην νοσηλευτή, καθώς αυτός ο άνδρας έχει ήδη καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών από το 2015 για άλλους φόνους. «Θέλω ειλικρινά να ζητήσω συγγνώμη από τον καθένα για όλο το κακό που τους προκάλεσα όλα αυτά τα χρόνια», δήλωσε χθες Τετάρτη απευθυνόμενος στους συγγενείς των θυμάτων. Είπε πως τον καταδιώκουν «μέρα και νύχτα» η «ντροπή» και «οι τύψεις».


Ο νοσηλευτής, προκαλούσε καρδιακή προσβολή σε ασθενείς τους οποίους επέλεγε αυθαίρετα και στη συνέχεια προσπαθούσε να τους επαναφέρει στη ζωή, συνήθως χωρίς επιτυχία. Χρειάστηκε να γίνουν περισσότερες από 130 εκταφές προκειμένου να συγκροτηθεί ο φάκελος της υπόθεσης.

 

Αφού παραδέχθηκε συνολικά τα γεγονότα, ο Νιλς Χέγκελ ομολόγησε ότι ήταν ο δράστης 43 δολοφονιών αλλά αρνήθηκε εννέα άλλες. Για τις υπόλοιπες 52, υποστήριξε πως δεν θυμάται πλέον αν τις «χειρίστηκε» ή όχι - ο όρος που χρησιμοποιεί συχνά για να περιγράψει τους φόνους του. «Αυτό αφήνει τους ανθρώπους μέσα στην ασάφεια», δηλώνει στο Γαλλικό Πρακτορείο η Πέτρα Κλάιν, από την οργάνωση Weisser Ring στο Όλντενμπουργκ, που στήριξε τις οικογένειες σε όλη τη διάρκεια μιας «επίπονης» διαδικασίας.

 

Επίσης η αξιοπιστία του αμφισβητείται καθώς, αν και υπεύθυνος για τις πράξεις του, υποφέρει «από σοβαρή ναρκισσιστική διαταραχή», όπως δήλωσε στο ακροατήριο ο ψυχίατρος Μαξ Στέλερ. Είναι «ουσιαστικά πάντοτε έτοιμος να πει ψέματα, αν αυτό θα του επιτρέψει να προβληθεί». Αρνήθηκε ότι «χειρίστηκε» στο Όλντεμπουργκ, στη συνέχεια ομολόγησε από τη στιγμή που τα γεγονότα αποδείχθηκαν με αδιαμφισβήτητο τρόπο.


Το εύρος της υπόθεσης αυτής, με την οποία άργησε να ασχοληθεί η δικαιοσύνη, ανέδειξε κυρίως το θέμα της ευθύνης των νοσοκομείων, που δεν αντέδρασαν παρά το υπερβολικά μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας που είχε παρατηρηθεί όταν υπηρετούσε σε αυτά. Οι μαρτυρίες πρώην συναδέλφων του αναμένονταν ως εκ τούτου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Αν εκείνοι του Ντέμλενχορστ παραδέχθηκαν ότι είχαν υποψίες, εκείνοι του Όλντενμπουργκ δήλωσαν συλλογικά ότι δεν θυμούνται να είχαν την παραμικρή, προκαλώντας την οργή του δικαστή απέναντι σε αυτή τη «συλλογική αμνησία». Δέκα από αυτούς αποτελούν από τότε το αντικείμενο έρευνας για ψευδορκία ή ψευδή μαρτυρία, σύμφωνα με εκπρόσωπο της εισαγγελίας.


Μια δίκη σε βάρος αξιωματούχων των δύο νοσοκομείων θα λάβει χώρα αργότερα, με τον Νιλς Χέγκελ ως μάρτυρα.
Για τους συγγενείς των θυμάτων, ένα και μόνο πράγμα έχει σημασία: «αυτός ο άνδρας να μην βγει ποτέ από τη φυλακή», δηλώνει η Πέτρα Κλάιν, υπενθυμίζοντας πως ο Χέγκελ βρίσκεται ήδη στη φυλακή για δέκα χρόνια.
Η ιδέα ότι μια μέρα μπορεί να αφεθεί ελεύθερος, κάτι που σύμφωνα με τον γερμανικό ποινικό κώδικα δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, λέει, «είναι για πολλούς απλώς ανυπόφορη».

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ