Στο Σαν Φρανσίσκο, ένα αυτόνομο αυτοκίνητο της Waymo στρίβει αθόρυβα σε έναν δρόμο γεμάτο ανθρώπους που η πόλη έχει μάθει να προσπερνά. Άστεγοι, εξαρτημένοι, σώματα λυγισμένα από τη φτώχεια και τη φαιντανύλη, περνούν για μια στιγμή μέσα από το σύστημα του αυτοκινήτου ως κινούμενα αντικείμενα. Το όχημα τους χαρτογραφεί, προβλέπει την κίνησή τους και συνεχίζει προς το Nob Hill.
Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, στο Menlo Park, το μέλλον φορά καλύτερα παπούτσια. Στο Rosewood, το ξενοδοχείο όπου venture capitalists συναντούν νέους ιδρυτές, η τεχνολογική εξουσία δεν μοιάζει με επανάσταση. Μοιάζει με lounge αεροδρομίου, ακριβό χαβιάρι, truffle fries και ανθρώπους που μιλούν για τον κόσμο σαν να είναι παρουσίαση σε επενδυτές. Εκεί, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Observer, ο 21χρονος δημοσιογράφος Θίο Μπέικερ μιλά για το νέο του βιβλίο How to Rule the World, μια εσωτερική χαρτογράφηση του Στάνφορντ ως μηχανής παραγωγής των αυριανών τεχνολογικών ελίτ.
Ο Μπέικερ δεν γράφει απλώς για ένα διάσημο πανεπιστήμιο. Γράφει για το Στάνφορντ μέσα στο Στάνφορντ: έναν κλειστό κόσμο από φοιτητικές λέσχες, hackathons, επενδυτές, ιδρυτές, μεσάζοντες και παιδιά που μαθαίνουν πολύ νωρίς ότι η φιλοδοξία τους δεν χρειάζεται να χωρά σε φυσιολογικά μεγέθη. Στο βιβλίο του, το πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο χώρος σπουδών. Είναι χώρος όπου το κεφάλαιο μυρίζει ταλέντο πριν αυτό προλάβει να γίνει ιδέα.
Η πιο εντυπωσιακή λεπτομέρεια είναι σχεδόν γελοία, μέχρι να θυμηθεί κανείς πόσα χρήματα κυκλοφορούν γύρω της. Στο Στάνφορντ, όπως περιγράφει ο Μπέικερ, οι επενδυτές δεν πλησιάζουν μόνο φοιτητές με έτοιμες startup ιδέες. Μερικές φορές προσφέρουν χρήματα πριν υπάρξει καν ιδέα. Το λένε pre-idea funding. Αν έχεις το σωστό βιογραφικό, το σωστό πανεπιστήμιο, το σωστό ύφος και τη σωστή μυρωδιά μελλοντικής ιδιοφυΐας, μπορεί να βρεθεί κάποιος να σου δώσει χρηματοδότηση για την εταιρεία που ίσως κάποτε αποφασίσεις να σκεφτείς.
Καλώς ήρθατε στην πιο ακριβή μορφή εφηβικής αυτοπεποίθησης.
Αυτό είναι το νέο χρυσάφι της Καλιφόρνιας. Όχι ο χρυσός στα ποτάμια, αλλά το παιδί που μπορεί να γίνει unicorn πριν ακόμη ξέρει τι πουλάει. Η παλιά ιστορία της πολιτείας επιστρέφει με άλλα εργαλεία. Τον 19ο αιώνα, η Καλιφόρνια έμαθε στον κόσμο ότι ο ασφαλέστερος τρόπος να πλουτίσεις στον πυρετό του χρυσού δεν ήταν πάντα να βρεις χρυσό, αλλά να πουλάς φτυάρια. Σήμερα, τα φτυάρια είναι κεφάλαια, υπολογιστική ισχύς, πανεπιστημιακά δίκτυα, συμφωνίες μελλοντικών μετοχών και η πίστη ότι ο επόμενος νεαρός που κάθεται μπροστά σου μπορεί να γίνει ο επόμενος Μασκ, ο επόμενος Άλτμαν, ο επόμενος άνθρωπος που θα πουλήσει στην ανθρωπότητα το δικό της μέλλον.
Το Στάνφορντ βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της μυθολογίας. Η ίδια η καταγωγή του έχει κάτι από αμερικανικό πένθος με επιχειρηματικό σχέδιο. Ο Λίλαντ Στάνφορντ, πλούσιος από τις επιχειρήσεις και τους σιδηροδρόμους, ίδρυσε το πανεπιστήμιο στη μνήμη του γιου του, που πέθανε στα 15 του. "Τα παιδιά της Καλιφόρνιας θα είναι τα παιδιά μας", είχε πει. Πάνω σε αυτή τη φράση χτίστηκε ένα ίδρυμα που, ενάμιση αιώνα αργότερα, λειτουργεί σαν ένας από τους πιο ισχυρούς διαδρόμους ανάμεσα στη νεότητα, την έρευνα, την τεχνολογία και τον ακραίο πλούτο.
Ο Μπέικερ μπήκε στο Στάνφορντ το 2022. Ήθελε να σπουδάσει εκεί από παιδί. Πολύ γρήγορα βρέθηκε κοντά στον κόσμο των hackathons, ανάμεσά τους και το TreeHacks, ένα από τα παλαιότερα και πιο προβεβλημένα hackathons του πανεπιστημίου, όπου εκατοντάδες νέοι builders και innovators ανταγωνίζονται σε περιβάλλον γεμάτο χορηγίες, βραβεία και πρόσβαση. Από εκεί, όπως γράφει, άρχισε να βλέπει τη δεύτερη όψη του πανεπιστημίου: όχι τις αίθουσες, αλλά τα κυκλώματα.
Σε αυτά τα κυκλώματα, η λέξη που επιστρέφει είναι high agency. Δηλαδή άνθρωποι που δεν περιμένουν άδεια, που παίρνουν πρωτοβουλία, που πιστεύουν ότι μπορούν να παρακάμψουν κανόνες, θεσμούς, καθυστερήσεις. Στην καλή της εκδοχή, η φράση περιγράφει ενέργεια και αποφασιστικότητα. Στην πιο ανησυχητική, περιγράφει μια γενιά που εκπαιδεύεται να βλέπει τον κόσμο ως υλικό για χειρισμό. Με ωραίο hoodie, καλύτερο funding και μια πρόταση για το πώς όλα αυτά θα σώσουν, κάποια στιγμή, την ανθρωπότητα.
Ο τίτλος του βιβλίου, How to Rule the World, προέρχεται από μια ελίτ φοιτητική λέσχη του Στάνφορντ, στην οποία ο Μπέικερ προσκλήθηκε αλλά δεν εντάχθηκε. Ο μεσάζων που τον πλησίασε, γνωστός στο βιβλίο μόνο ως Justin, εμφανίζεται σαν φιγούρα βγαλμένη από το ημίφως της τεχνολογικής φαντασίας: όχι ακριβώς φίλος, όχι ακριβώς recruiter, όχι ακριβώς ιδεολόγος. Κάποιος που υπόσχεται πρόσβαση σε έναν κόσμο όπου το ζητούμενο δεν είναι να βρεις δουλειά, αλλά να μάθεις να κινείς ανθρώπους, χρήμα και επιθυμίες.
Αν όλο αυτό ακούγεται σαν σάτιρα, η πραγματικότητα το έχει ήδη ξεπεράσει. Ο Μπέικερ περιγράφει venture capitalists που κυκλώνουν το campus αναζητώντας το επόμενο μεγάλο στοίχημα. Φοιτητές μπορούν να λάβουν pre-seed funding, συμφωνίες μελλοντικής συμμετοχής σε startup, χρήματα που δεν χρειάζεται να επιστραφούν αν η εταιρεία αποτύχει. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα ποσά φτάνουν σε εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια δολάρια. Η αποτυχία δεν εξαφανίζεται. Απλώς, όταν ξεκινάς από το σωστό μέρος, έχει καλύτερους όρους.
Παράλληλα, ο Μπέικερ δεν είναι απλώς ξεναγός σε αυτό το κλαμπ. Έγινε γνωστός ως φοιτητής δημοσιογραφίας στη Stanford Daily, όταν αποκάλυψε στοιχεία για αλλοιωμένες εικόνες σε επιστημονικές εργασίες του τότε προέδρου του πανεπιστημίου, Μαρκ Τεσιέ-Λαβίν. Η έρευνά του οδήγησε σε εσωτερική διερεύνηση και τελικά στην παραίτηση του Τεσιέ-Λαβίν, ενώ ο ίδιος έγινε ο νεότερος αποδέκτης του βραβείου George Polk για ερευνητική δημοσιογραφία.
Η ιστορία αυτή έχει σημασία γιατί του έδειξε την άλλη πλευρά της ισχύος. Είδε πώς αντιδρά ένα πανεπιστήμιο όταν απειλείται η εικόνα του. Είδε δικηγόρους, εταιρείες διαχείρισης κρίσεων, κύρος, χρήμα και θεσμική άμυνα να κινητοποιούνται απέναντι σε μια φοιτητική εφημερίδα. Το Στάνφορντ, στο βιβλίο του, δεν είναι απλώς φυτώριο καινοτομίας. Είναι ένας οργανισμός που ξέρει να προστατεύει τον εαυτό του σχεδόν όσο καλά ξέρει να πουλάει το μέλλον.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Μπέικερ δεν εμφανίζεται ως εύκολος κατήγορος. Στη συνέντευξη του Observer, αποφεύγει τις μεγάλες ηθικές καταδίκες. Όταν πιέζεται να μιλήσει για πρόσωπα όπως ο Πίτερ Τιλ, προτιμά να περιγράψει τι έχουν κάνει και ποιες είναι οι συνέπειες, όχι να αποφανθεί αν είναι καλοί ή κακοί. Αυτή η σχεδόν ψυχρή εγκράτεια κάνει το υλικό του πιο ανησυχητικό. Δεν χρειάζεται να σηκώσει το δάχτυλο. Του αρκεί να ανοίξει την πόρτα.
Και πίσω από την πόρτα, η Σίλικον Βάλεϊ αλλάζει ιδεολογίες όπως αλλάζει εφαρμογές. Πριν από λίγα χρόνια, στο περιβάλλον της κυκλοφορούσε δυνατά ο αποτελεσματικός αλτρουισμός, η ιδέα ότι μπορείς να βγάλεις πολλά χρήματα για να κάνεις όσο το δυνατόν μεγαλύτερο καλό. Μετά την κατάρρευση της FTX και την καταδίκη του Σαμ Μπάνκμαν-Φριντ, το γυαλιστερό ηθικό περίβλημα ράγισε. Τώρα, όπως λέει ο Μπέικερ, η φιλοσοφία είναι λιγότερο συγκεκριμένη. Περισσότερο ύφος, λιγότερο δόγμα. Περισσότερη agency, λιγότερη λογοδοσία.
Η Σίλικον Βάλεϊ δεν χρειάζεται πάντα καθαρή ιδεολογία. Της αρκεί μια αίσθηση προορισμού. Η πεποίθηση ότι μερικοί άνθρωποι, συνήθως πολύ νέοι, πολύ έξυπνοι, πολύ καλά δικτυωμένοι και πολύ άνετοι με το ρίσκο των άλλων, έχουν το δικαίωμα να παρακάμπτουν τους συνηθισμένους κανόνες επειδή χτίζουν το μέλλον. Το πρόβλημα είναι ότι το μέλλον, όταν χτίζεται έτσι, συχνά μοιάζει με προϊόν που έχουν ήδη αγοράσει οι λίγοι πριν προλάβουν να το ζήσουν οι πολλοί.
Γι’ αυτό η εικόνα του Σαν Φρανσίσκο στην αρχή δεν είναι διακοσμητική. Είναι το πραγματικό σκηνικό. Από τη μία, άνθρωποι διπλωμένοι στα πεζοδρόμια. Από την άλλη, αυτοκίνητα χωρίς οδηγό που τους υπολογίζουν ως εμπόδια. Από τη μία, φοιτητές που παίρνουν χρήματα πριν έχουν ιδέα. Από την άλλη, πόλεις που δεν ξέρουν τι να κάνουν με τα σώματα που περίσσεψαν από την υπόσχεση της προόδου.
Το How to Rule the World μοιάζει έτσι λιγότερο με βιβλίο για το πώς γίνεσαι tech bro και περισσότερο με βιβλίο για το πώς η εξουσία εκπαιδεύεται όταν είναι ακόμη νεαρή, αγχωμένη και λαμπερή. Το Στάνφορντ δεν φτιάχνει μόνο μηχανικούς ή ιδρυτές. Φτιάχνει ανθρώπους που μαθαίνουν ότι η φιλοδοξία τους είναι από μόνη της κεφάλαιο. Ότι πριν ακόμη φτιάξεις κάτι, μπορείς να πουλήσεις την πιθανότητα ότι κάποτε θα φτιάξεις κάτι.
Σε μια άλλη εποχή, αυτό θα λεγόταν όνειρο. Στην Καλιφόρνια, λέγεται γύρος χρηματοδότησης. Δεν χρειάζεται να έχεις φτιάξει κάτι. Αρκεί να πείσεις αρκετούς πλούσιους ανθρώπους ότι, όταν το φτιάξεις, θα τους ανήκει.
Με στοιχεία από The Observer