Ο Jeff Bezos στην πρώτη σειρά, ο Mark Zuckerberg στο Μιλάνο, ο Bryan Johnson στο Παρίσι, ο Clavicular στην πασαρέλα. Στην αρχή έμοιαζε με κακό αστείο. Οταν όμως το ίδιο αστείο επιμένει, παύει να είναι αστείο. Γίνεται πολιτισμικό σύμπτωμα.
Και αυτό είναι το πραγματικό θέμα. Οχι ότι μερικοί δισεκατομμυριούχοι ή αγόρια του διαδικτύου θέλουν να φανούν κομψοί, επιθυμητοί ή πολιτισμικά σημαντικοί. Αυτό ήταν σχεδόν αναμενόμενο. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι γιατί η μόδα, ένας χώρος που για δεκαετίες πουλούσε γούστο, φαντασία, ευαισθησία και συμβολικό κύρος, δείχνει σήμερα πρόθυμη να δώσει σκηνή σε φιγούρες που ενσαρκώνουν σχεδόν το αντίθετό της: την τεχνοκρατική εξουσία, τον αλγοριθμικό ναρκισσισμό, την ιδέα ότι το σώμα είναι ένα project ατέλειωτης βελτιστοποίησης και ότι το χρήμα μπορεί να αγοράσει, εκτός από πράγματα, και πολιτισμική νομιμοποίηση.
Το πιο αποκαλυπτικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης ήταν ίσως η Elena Velez στη Νέα Υόρκη. Το Spectator περιέγραψε την επίδειξή της ως μια βύθιση στην αισθητική του looksmaxxing, της βίαιης αυτοβελτίωσης, των γναθικών ιμάντων, των προσθετικών, της χειρουργικής φαντασίωσης και της αλγοριθμικής κρίσης πάνω στο σώμα. Δεν ήταν απλώς ένα σόου με “σκοτεινή” ατμόσφαιρα. Ηταν σχεδόν ένα πολιτισμικό σχόλιο πάνω σε μια γενιά που έχει μάθει να κοιτάζει το πρόσωπό της σαν data set και το σώμα της σαν κάτι που πρέπει διαρκώς να διορθώνεται, να σκληραίνει, να αναβαθμίζεται. Και ακριβώς εκεί, μέσα σε αυτή τη σκηνή, εμφανίστηκε ο Clavicular, ίσως η πιο χαρακτηριστική φιγούρα αυτής της υποκουλτούρας.
Αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο πιο σύνθετο από μια απλή κοροϊδία στους γελοίους πλούσιους ή στους εξίσου γελοίους “σκληρούς” του ίντερνετ. Η μόδα δεν τους κοιτά απλώς από απόσταση. Δεν τους χρησιμοποιεί μόνο ως αντικείμενα ειρωνείας. Τους βάζει μέσα στην εικόνα. Τους φωτογραφίζει. Τους αφήνει να αποκτήσουν θέση στη σκηνή. Μπορεί να τους σατιρίζει, αλλά ταυτόχρονα τους χαρίζει ακριβώς αυτό που ζητούν: ορατότητα, μυστήριο, συμβολικό βάρος.
Και ίσως αυτό να μην είναι καθόλου τυχαίο. Το Vanity Fair περιέγραψε τη φετινή αμερικανική σεζόν ως μια περίοδο αβεβαιότητας, δημιουργικής αναδίπλωσης και αγωνιώδους αναζήτησης νέου glamour. Με την αγορά της πολυτέλειας να περνά φάση μεταβλητότητας, με τις εμπορικές πιέσεις να βαραίνουν και με τις μεγάλες φίρμες να ψάχνουν νέες μορφές επιθυμίας και κύρους, η μόδα μοιάζει λιγότερο σίγουρη για τον εαυτό της απ’ όσο θα ήθελε να δείχνει. Και όταν ένα σύστημα αισθάνεται αδύναμο, αρχίζει να φλερτάρει με νέες πηγές ισχύος.
Γι’ αυτό και οι tech bros δεν εμφανίζονται εδώ τυχαία. Δεν είναι απλώς κάποιοι πλούσιοι άντρες που βαρέθηκαν τα σκάφη και τα διαστημικά πρότζεκτ και αποφάσισαν να περάσουν μια βόλτα από την εβδομάδα μόδας. Εκπροσωπούν κάτι βαθύτερο: το χρήμα που δεν θέλει πια να μένει στα παρασκήνια, αλλά να εμφανίζεται μπροστά. Να κάθεται στην πρώτη σειρά. Να μπαίνει στο αφήγημα. Να γίνει όχι μόνο οικονομική δύναμη αλλά και αισθητική δύναμη. Ο Bezos, ο Zuckerberg, ο Bryan Johnson δεν είναι απλώς δισεκατομμυριούχοι. Είναι προσωποποιήσεις μιας εποχής που μπέρδεψε την ισχύ με το όραμα, την τεχνολογία με τη σοφία και την ακραία αυτοαπασχόληση με το νόημα.
Στο χαμηλότερο, πιο βρώμικο και πιο αποκαλυπτικό επίπεδο του ίδιου φαινομένου, το Page Six κατέγραψε την παρουσία των Tate brothers και του Clavicular γύρω από τη Fashion Week, σε πάρτι, νυχτερινές εξόδους και ένα δίκτυο από πρόσωπα που συνδέονται με τη manosphere, τη μισογυνική διαδικτυακή περσόνα και την κουλτούρα της επιθετικής ανδρικής κυριαρχίας. Αυτό έχει σημασία γιατί δείχνει πως δεν μιλάμε μόνο για μία αισθητική μετατόπιση. Μιλάμε για τη διαρροή ολόκληρων αξιακών κόσμων μέσα σε έναν χώρο που για χρόνια ήθελε να πιστεύει ότι εκπροσωπεί τη λεπτότητα, την πρόκληση, ακόμα και την πρόοδο.
Η μεγάλη αντίφαση είναι ότι η μόδα συχνά παρουσιάζει αυτή τη σχέση σαν κριτική. Ο Bryan Johnson εμφανίζεται σε ένα σόου που μοιάζει να τον κοροϊδεύει. Ο Clavicular περπατά σε ένα περιβάλλον που υποτίθεται πως αποκαλύπτει τη βία της δικής του αισθητικής. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γεμίζουν ειρωνείες, τα σχόλια των συντακτών εκφράζουν αμηχανία, τα think pieces πληθαίνουν. Ομως στο τέλος της ημέρας όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ήδη κερδίσει το βασικό: μπήκαν μέσα στο κάδρο. Και αυτό, στη σημερινή οικονομία της εικόνας, είναι σχεδόν πάντα νίκη.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πλούσιοι θέλουν να γίνουν fashionable. Το πρόβλημα είναι ότι η μόδα, ενώ προσποιείται πως τους χρησιμοποιεί σαν ειρωνικό υλικό, αρχίζει να τους εξευγενίζει. Τους δίνει τη δυνατότητα να περάσουν από το στάδιο της χλεύης στο στάδιο της γοητείας, από τον κυνισμό του χρήματος στη φαντασίωση του στυλ. Κι αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημάδι της εποχής: όχι ότι οι tech bros εισβάλλουν στη μόδα, αλλά ότι η μόδα, αγχωμένη, κουρασμένη και διψασμένη για νέες μορφές ισχύος, αρχίζει να τους καλεί μόνη της.