Είναι εύκολο να συμπαθούμε τα σκυλιά, τις γάτες ή τα κουνέλια, αλλά τι γίνεται με τις κατσαρίδες, τις σφήκες, τα φίδια, τα όρνεα, τους αρουραίους και άλλα «αντιπαθή» πλάσματα;
Η Βρετανή ζωολόγος Τζο Γουίμπενι, στο νέο βιβλίο της με τίτλο «Η ομορφιά των τεράτων» («Beauty of the beasts»), περιγράφει με σχεδόν λυρικό τρόπο το πώς οι κατσαρίδες αποτελούν «ανατομικά και φυσιολογικά θαύματα», επιχειρώντας να διευκρινίσει τον πραγματικό ρόλο τέτοιων απεχθών πλασμάτων στη φύση. Τα ζώα συχνά κρίνονται αποκλειστικά από τη σχέση τους με τους ανθρώπους και η συγγραφέας στοχεύει στην αποκατάσταση της φήμης των ζώων αυτών. Όπως σημειώνει, επιθυμεί οι αναγνώστες της «να συνδεθούν με καρχαρίες, να θαυμάσουν την κοινωνική ευφυΐα των σφηκών, ίσως ακόμη και να νιώσουν ενσυναίσθηση για τους αρουραίους» –ή τουλάχιστον να εκτιμήσουν τον ζωτικό ρόλο που παίζουν στη φύση, καθώς και τις προσαρμοστικές ικανότητες που τα καθιστά αξιοσημείωτα–, ανεξάρτητα από το αν συμβάλλουν άμεσα στην ευημερία μας ή όχι.
Η συγγραφέας αναγνωρίζει ότι είναι χρήσιμο να σε απωθούν ζώα που μεταφέρουν ασθένειες, ή που νομίζουμε ότι μεταφέρουν. Όμως κάποιες από αυτές τις δυσανεξίες μας είναι απλώς παράλογες.
Μέσω αυτής της προσέγγισης, βλέπουμε με πιο καθαρή ματιά το συναίσθημα της αηδίας, μια σχεδόν καθολική ανθρώπινη αντίδραση απέναντι σε σκουλήκια, κατσαρίδες, τσιμπούρια, βδέλλες, γυμνοσάλιαγκες και ψείρες. Η συγγραφέας αναγνωρίζει ότι είναι χρήσιμο να σε απωθούν ζώα που μεταφέρουν ασθένειες, ή που νομίζουμε ότι μεταφέρουν. Όμως κάποιες από αυτές τις δυσανεξίες μας είναι απλώς παράλογες. Μερικές φορές το ανθρώπινο μυαλό φρικάρει λόγω πλασμάτων που απλώς μας φαίνονται «τερατώδη, όπως οι σαρανταποδαρούσες με τα αμέτρητα πόδια τους, οι γυμνοσάλιαγκες που δεν έχουν καθόλου πόδια ή περίεργα ζώα όπως ο τριχωτός βάτραχος, ο οποίος αναπτύσσει τριχωτές προεξοχές κατά την περίοδο της αναπαραγωγής».
Όπως σημειώνει η Βρετανή ζωολόγος στο βιβλίο της, οι κατσαρίδες είναι εξαιρετικά χρήσιμες καθώς τρώνε όλα αυτά που θεωρούμε σκουπίδια, κάτι που ισχύει και για τα περισσότερα σκουλήκια. Πολλά μη αγαπημένα μας είδη είναι «συνανθρωπικά», με την έννοια ότι εκμεταλλεύονται τα απόβλητα που δημιουργούνται από τους ανθρώπους. Εξηγεί επίσης ότι οι ζωικοί ρακοσυλλέκτες –τα πλάσματα που τρέφονται με νεκρή ύλη– αποτελούν «το συνεργείο καθαρισμού της φύσης», που επιτελεί έναν από τους πιο ζωτικούς ρόλους στον πλανήτη. Χωρίς αυτά, θα ζούσαμε σε έναν κόσμο σήψης και λοιμού. Η Γουίμπενι αφηγείται πώς ένας γενειοφόρος γύπας, ένα είδος του οποίου η διατροφή συνήθως αποτελείται κατά 85%-90% από οστά, «λέγεται ότι σκότωσε τον αρχαίο Έλληνα θεατρικό συγγραφέα Αισχύλο, όταν μπέρδεψε το φαλακρό του κεφάλι με πέτρα και έριξε πάνω του μια χελώνα». Αυτό μπορεί να μη συνέβη στην πραγματικότητα, αλλά, όπως γράφει η Γουίμπενι, «αυτά τα πουλιά πράγματι ρίχνουν μεγάλα οστά πάνω σε βράχους για να τα σπάσουν σε μικρότερα κομμάτια που μπορούν να διαχειριστούν πιο εύκολα».
Η συγγραφέας είναι έτοιμη να υπερασπιστεί και τα κουνούπια, γράφοντας: «Αυτά τα τσιμπήματα είναι απλώς η αντανακλαστική αντίδραση μικρών πλασμάτων που κάνουν ό,τι πρέπει για να γίνουν μητέρες… Ίσως μπορούμε να έχουμε λίγο μεγαλύτερη επίγνωση της αξίας που προσφέρουν, ή θα μπορούσαν να προσφέρουν, αν προσαρμοστούμε».
Επιχειρεί επίσης να μετριάσει τον φόβο μας για πλάσματα που συχνά θεωρούνται απειλητικά, αν και οι περισσότεροι αναγνώστες πιθανότατα δεν θα καθησυχαστούν από την επιχειρηματολογία της, σύμφωνα με την οποία ένα δηλητηριώδες φίδι λειτουργεί αμυντικά και όχι επιθετικά όταν δαγκώνει έναν άνθρωπο.
Όπως σημειώνει πάντως, δεν επιχειρεί να προσδώσει κάποια ρομαντική διάσταση στο ζωικό βασίλειο, παρουσιάζοντας στο βιβλίο της τρομακτικά παραδείγματα καλών ζώων που κάνουν κακά πράγματα το ένα στο άλλο: βιασμό, βρεφοκτονία, δολοφονία και κανιβαλισμό. Και όλα αυτά από είδη που θεωρούμε χαριτωμένα ή και αξιοθαύμαστα, όπως οι πιγκουίνοι, τα δελφίνια, οι πελαργοί, οι χιμπατζήδες και τα λιοντάρια. Αφηγείται ακόμα και περιπτώσεις ζώων, εξωφρενικές με τα σημερινά δεδομένα, τα οποία δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και τιμωρήθηκαν για διάπραξη εγκλήματος, όπως ένα γουρούνι το οποίο εκτελέστηκε δι' απαγχονισμού (!) το 1394, επειδή «διέπραξε ιεροσυλία τρώγοντας μια καθαγιασμένη όστια».
Από τα εκατομμύρια είδη που υπάρχουν στη Γη, γράφει, μόνο ένα ελάχιστο κλάσμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως το είδος της λεγόμενης «χαρισματικής μεγαπανίδας», για της οποίας τη διατήρηση και προστασία καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες. «Δεν μπορούν όλα τα ζώα να είναι σαν τα πάντα», γράφει με θλίψη, ελπίζοντας ότι οι αναγνώστες της θα αναγνωρίσουν πως «οι κροκόδειλοι είναι στοργικοί γονείς, οι καρχαρίες αναζητούν συντροφιά και οι αρουραίοι λατρεύουν να τους γαργαλάνε». Πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμαστε «τα καλά και τα κακά όταν πρόκειται για πλάσματα που ζούμε δίπλα τους», γράφει, «επειδή η εναλλακτική λύση είναι ένας κόσμος που δεν είναι ούτε εύκολος για να ζήσουμε, ούτε αρκετά πλούσιος σε ποικιλομορφία για να θέλουμε να ζήσουμε σ’ αυτόν».
Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»