Πριν από λίγες μέρες, ο εκδοτικός κολοσσός Condé Nast International ανακοίνωσε την επανακυκλοφορία του περιοδικού μόδας Vogue –στην έντυπη και ψηφιακή μορφή του- μετά από συμφωνία με τις «Καθημερινές Εκδόσεις». Τη συμφωνία είχε αποκαλύψει λίγες μέρες πριν το Lifo.gr.

 

Την αρχισυνταξία, οι δύο όμιλοι την εμπιστεύθηκαν στη νεότερη στα χρονικά του περιοδικού αρχισυντάκτρια, την 29χρονη Θάλεια Καραφυλλίδου. Πρόκειται για τη δεύτερη προσπάθεια να λανσαριστεί επιτυχώς στην ελληνική αγορά η λεγόμενη «Βίβλος της Μόδας», καθώς είχε επιχειρηθεί και τον Μάρτιο του 2000 από τις εκδόσεις Λυμπέρη, ωστόσο το 2012 το περιοδικό ανέστειλε την κυκλοφορία του, καθώς ο εκδοτικός οίκος χρεοκόπησε.

 

Πρόκειται, όμως, για επαναλανσάρισμα; «Δεν θα το χαρακτηρίζαμε έτσι, αφού δεν θεωρούμε αυτή την προσπάθεια ως συνέχεια της πρώτης», εξηγεί, η Karina Dobrotvorskaya, Εκτελεστική Διευθύντρια Εκδοτικής Ανάπτυξης της Condé Nast International. «Έχουμε να κάνουμε με διαφορετική ομάδα και με διαφορετική εποχή. Η προηγούμενη Vogue ήταν μία αποκλειστικά έντυπη έκδοση, όμως πλέον απευθυνόμαστε σε μία νέα γενιά», δηλώνει. 

 

Στην Αθήνα ζουν γύρω στους 16.500 εκατομμυριούχους - αριθμός συγκριτικά μικρότερος με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, ικανός όμως για πείσει μεγάλους ομίλους πολυτελών αγαθών να επενδύσουν στην ελληνική πρωτεύουσα.

  

Ας σημειωθεί ότι η 12χρονη παρουσία της ελληνικής "Vogue" σφραγίστηκε από πολλά επιτυχημένα εξώφυλλα με top models, μεταξύ των οποίων οι Naomi Campbell, Natasha Poly και Daria Werbowy. Ωστόσο, μετά ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, για αρκετό καιρό το περιοδικό εξαρτιόταν αποκλειστικά από το περιεχόμενο των ξένων εκδόσεων -της γαλλικής Vogue, για παράδειγμα-, αδυνατώντας να παράγει δικό του πρωτογενές περιεχόμενο λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. 

 

Πηγές της εκδοτικής αγοράς διακινούσαν τότε φήμες ότι εκείνη η πρώτη έκδοση της ελληνικής Vogue κατά κάποιον τρόπο είχε αποσχιστεί από τη "μητρική" Condé Nast και ήταν αποκλειστικώς δημιούργημα του Αντώνη Λυμπέρη. «Αν και είναι απολύτως αδύνατο να εκδοθεί κάπου στον κόσμο η Vogue, χωρίς την άδεια του ομίλου, εν τούτοις ο Λυμπέρης ως εκδότης ήταν μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, περικυκλωμένη από φήμες που ενίσχυαν αυτή την εντύπωση», επισημαίνει η Dobrotvorskaya. 

 

Η πρώην διευθύντρια της Vogue Hellas Έλενα Μακρή με τον σύζυγό της, εκδότη Αντώνη Λυμπέρη
Η πρώην διευθύντρια της Vogue Hellas Έλενα Μακρή με τον σύζυγό της, εκδότη Αντώνη Λυμπέρη
H πρώτη έκδοση της ελληνικής Vogue κατά κάποιον τρόπο είχε αποσχιστεί από τη "μητρική" Condé Nast και ήταν αποκλειστικώς δημιούργημα του Αντώνη Λυμπέρη.
H πρώτη έκδοση της ελληνικής Vogue κατά κάποιον τρόπο είχε αποσχιστεί από τη "μητρική" Condé Nast και ήταν αποκλειστικώς δημιούργημα του Αντώνη Λυμπέρη.

 

Αυτή τη φορά, ωστόσο, το έντυπο θα έχει απολύτως ελληνικό χρώμα, όμως τα social media και η ψηφιακή έκδοση του κορυφαίου περιοδικού μόδας θα εκτείνει την παρουσία και θα κεντρίζει το ενδιαφέρον των αναγνωστών με θεματολογία απ' όλον τον κόσμο. «Θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα mutimedia τίτλο - όχι απλώς ένα περιοδικό, αλλά μία δύναμη στα social media της Ελλάδας, με events και ενδιαφέρουσες προτάσεις απ' όλον τον κόσμο», προσθέτει η αρχισυντάκτρια της ελληνικής έκδοσης, Θάλεια Καραφυλλίδου.

 

Η ανακοίνωση για την επανακυκλοφορία της ελληνικής έκδοσης συμπίπτει με το λανσάρισμα του περιοδικού στη Πολωνία και την έκδοση της Vogue Τσεχοσλοβακίας (που θα κυκλοφορεί σε και θα «ξαναενώσει» Τσεχία και Σλοβακία), ενώ η ελληνική Vogue θα αποτελεί την 25η έκδοση του περιοδικού στον κόσμο. «Στην Ελλάδα υπάρχει έδαφος και ένα εξαιρετικά διψασμένο κοινό για θέματα που αφορούν τη διεθνή μόδα, τα εγχώρια, αλλά και τα μεγάλα brands. Ξέρουμε ότι το περιοδικό θα επανέλθει με αργούς ρυθμούς, όμως το γενικότερο κλίμα είναι θετικό», επιμένει η Dobrotvorskaya.

 

Και φυσικά, από τη μητρική εταιρεία λαμβάνεται υπ' όψιν και το ότι η ελληνική οικονομία από το 2008 και μετά πέρασε εξαιρετικά δύσκολες στιγμές, μεταδίδοντας τον πανικό και την κρίση και στις ευρωπαϊκές αγορές.

 

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι υπεύθυνοι του Ομίλου αξιολογούν και το γεγονός ότι μόλις φέτος τον Αύγουστο η χώρα άφησε πίσω της τα μνημόνια και τα σκληρά μέτρα που οδήγησαν εκατομμύρια πολίτες στην ανέχεια. Με λίγα λόγια, οι επικεφαλής του εκδοτικού κολοσσού του εξωτερικού πιστεύουν ότι η χώρα όντως γυρίζει σελίδα και νέα εκδοτικά εγχειρήματα πλέον έχουν νόημα και ελπίδα... 

 

Αν θεωρούν ρίσκο την επανακυκλοφορία του περιοδικού; Απ' ό,τι φαίνεται η απάντηση είναι ναι, ωστόσο επενδύουν στο γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ένα μικρό, ωστόσο συμπαγές δίκτυο εγχώριων σχεδιαστών μόδας, φωτογράφων, δημοσιογράφων και εν γένει επαγγελματιών που κινούνται στον χώρο της μόδας (στυλίστες, μακιγιέρ, κομμωτές, κ.λπ). Κατά την Dobrotvorskaya πάντα, κάθε φορά που μία έκδοση της Vogue βγαίνει σε μία αγορά, αυτομάτως το ενδιαφέρον επενδυτών και διαφημιζομένων ανανεώνεται μαγικά και αυτό είναι ένα σπουδαίο μήνυμα που ως brand και μόνο στέλνει το περιοδικό.

 

Κατά την ίδια, η μεγαλύτερη έκπληξη εν μέσω οικονομικής κρίσης ήταν το γεγονός ότι παρά την έλλειψη ρευστότητας, οι πραγματικά δημιουργικοί και ταλαντούχοι του κόσμου της μόδας κατάφεραν να διακριθούν και είδαν τις επιχειρήσεις τους να ανθίζουν.

 

«Αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο πιστεύω ότι η κυκλοφορία της νέας ελληνικής Vogue συμβαίνει την απολύτως σωστή στιγμή - η έκρηξη νέων ταλέντων εδώ στην Αθήνα είναι κάτι το πραγματικά λαμπρό», λέει η Mariaflora P. Lehec, διευθύντρια δημιουργικού του brand ένδυσης Somf Clothing. Όπως τονίζει, «από πλευράς δημιουργικότητας μου θυμίζει τις αρχές του Μιλένιουμ στο Λονδίνο».

 

Κι από την άλλη, παρά την οικονομική κρίση, δεν ξεχνούν ότι στην Ελλάδα η αγορά ειδών πολυτελείας εξακολουθεί να είναι μία απολύτως ζωντανή αγορά! Μάλιστα, αναφέρεται χαρακτηριστικά το παράδειγμα της πολιτικής που ακολουθήθηκε από αρκετούς Έλληνες ακριβώς τις μέρες που επιβλήθηκαν τα capital controls,  τότε που παρατηρήθηκε έκρηξη στην αγορά κοσμημάτων και πολυτελών αυτοκινήτων, σε μία προσπάθεια να αξιοποιηθούν χρήματα που δεν είχαν τοποθετηθεί σε τραπεζικούς λογαριασμούς.  

 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, που επισημαίνεται σε σχετικό δημοσίευμα του Business Of Fashion είναι ότι στην Αθήνα ζουν περί τους 16.500 εκατομμυριούχους - αριθμός μικρότερος συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, ικανός όμως για πείσει μεγάλους ομίλους πολυτελών αγαθών να επενδύσουν στην ελληνική πρωτεύουσα. Όπως τονίζεται και στις λίστες Frank Knight για τον πλούτο, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια κρίσης, υπάρχει ρευστότητα σε αμερικανικά δολάρια, μεγαλύτερη κι από την πολυδιαφημισμένη ρευστότητα της Μπογκοτά και της Μπανγκόκ. 

 

«Αυτό που πρέπει να θυμάται κανείς είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει πολύ και παλιό χρήμα, με πολύ βαθιές ρίζες. Μη με παρεξηγήσετε, αλλά μπορεί η χώρα να ταλαιπωρήθηκε απίστευτα από την οικονομική κρίση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο πλούτος της χώρας εξαφανίστηκε ξαφνικά από τη μία μέρα στην άλλη. Σίγουρα, πολλοί εύποροι Έλληνες αναγκάστηκαν κάπως να σφίξουν το ζωνάρι τους, ειδικά από τις τάξεις των νεόπλουτων, αλλά επί της ουσίας, οι περισσότεροι από αυτούς απλώς αναγκάστηκαν να γίνουν πιο...αθόρυβοι και να ξοδεύουν πιο διακριτικά», εξηγεί ο Αντώνης Κέντρος, ελληνικής καταγωγής στυλίστας που δραστηριοποιείται στο Λονδίνο. 

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, μέχρι το 2015 περίπου 3.000 Έλληνες εκατομμυριούχοι κατέφυγαν στο δεύτερο ή τρίτο σπίτι τους στο εξωτερικό», αλλά οι περισσότεροι από αυτούς δεν σταμάτησαν να ξοδεύουν. Αυτό που άλλαξε ήταν πού και πώς ψωνίζουν. Σε ολόκληρη την επικράτεια, οι εκατομμυριούχοι κυμαίνονται τώρα σε περίπου 40.000 και προβλέπεται ο αριθμός τους να παραμείνει σταθερός κατά την επόμενη δεκαετία.

 

Κατά τα λοιπά, εκείνο που έχει γίνει γνωστό και επιβεβαιώνει αυτό που αποκλειστικά πριν από λίγες μέρες είχε αποκαλύψει το Lifo.gr, είναι ότι η Καραφυλλίδου -η νεότερη αρχισυντάκτρια της Vogue στα χρονικά του εντύπου ανά τον κόσμο- επέλεξε η στελεχιακή ομάδα της όλης προσπάθειας να μη συνδέεται με κανέναν τρόπο με το παρελθόν του περιοδικού στην Ελλάδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, στο δυναμικό αυτής της ομάδας βρίσκονται ήδη ο Νικόλας Γεωργίου, ως δημιουργικός διευθυντής θεμάτων μόδας, ο Γιώργος Τσίρος στη θέση του βοηθού αρχισυντάκτη, ο Διονύσης Ανδριανόπουλος στην θέση του art director και αρκετοί ακόμη ταλαντούχοι επαγγελματίες από τον χώρο των εκδόσεων, της μόδας και της ομορφιάς. 

 

Δεδομένου του ότι τα δικαιώματα έκδοσης κατέχουν πλέον οι «Καθημερινές Εκδόσεις» που μεταξύ άλλων εκδίδουν και την ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα «Καθημερινή», υπάρχει η ασφάλεια, όπως εξηγούν τα στελέχη πλέον, των καλών πρώτων συστάσεων με ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. 

 

«Το αναγνωστικό κοινό της Καθημερινής είναι καλά ενημερωμένο και με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο. Εμείς θα επιχειρήσουμε να απευθυνθούμε σε ανθρώπους που θέλουν να έχουν πλήρη άποψη για όσα συμβαίνουν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκοσμίως», καταλήγει η Καραφυλλίδου. 

 

 Με στοιχεία από businessoffashion.com