Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου Index, ο φωτογράφος Κρίστοφερ Άντερσον επιστρέφει σε μερικές από τις πιο φορτισμένες στιγμές της καριέρας του, από την Αϊτή και το Αφγανιστάν μέχρι τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Τζέφρι Έπσταϊν.
Σε συνέντευξή του στον Guardian, περιγράφει πώς η φωτογράφιση του Έπσταϊν το 2015 κατέληξε σε μια εμπειρία εκφοβισμού, αλλά και τι σημαίνει να κοιτάς την εξουσία τόσο κοντά ώστε να αρχίζει να αποκαλύπτεται.
Το 2015, ο Άντερσον είχε αναλάβει για λογαριασμό του New York Magazine να φωτογραφίσει τον Έπσταϊν για ένα προφίλ που τελικά δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Όπως λέει σήμερα, τότε δεν ήξερε καν ποιος ήταν. Ήξερε μόνο ότι επρόκειτο για έναν πλούσιο και ισχυρό άνθρωπο, με πρόσβαση σε άλλους πλούσιους και ισχυρούς. Η πρώτη τους συνάντηση ήταν ήδη αρκετή για να του μείνει η αίσθηση ενός ανθρώπου που έπαιζε με την ίδια την ιδέα του εκφοβισμού. Ο Έπσταϊν, θυμάται, ήθελε να του δείξει ότι ήταν κάποιος που δεν θα ήθελες να βρεις απέναντί σου.
Η φωτογράφιση έγινε στο σπίτι του Έπσταϊν στη Νέα Υόρκη. Με τα χρόνια, ο Άντερσον λέει ότι πολλά από όσα είδε εκεί απέκτησαν πιο σκοτεινό νόημα. Όταν το περιοδικό δεν προχώρησε τελικά το θέμα, άρχισε η πίεση για να παραδοθούν οι φωτογραφίες. Όπως αφηγείται, η κατάσταση κορυφώθηκε όταν ένας μεγαλόσωμος άντρας με μαύρα δερμάτινα γάντια εμφανίστηκε στο στούντιό του για να πάρει τον σκληρό δίσκο. Η περιγραφή που δίνει σήμερα θυμίζει λιγότερο επαγγελματική διεκδίκηση υλικού και περισσότερο μαφιόζικη επίδειξη δύναμης.
Ο Έπσταϊν λειτουργεί σχεδόν σαν πύλη προς ένα μεγαλύτερο ερώτημα: τι σημαίνει να κοιτάς πρόσωπα της εξουσίας από τόσο κοντά, με την κάμερα στραμμένη επάνω τους; Ο Άντερσον μοιάζει να λέει ότι η δουλειά του δεν είναι να αγαπήσει, να καταδικάσει ή να εξωραΐσει το πρόσωπο που έχει απέναντί του. Είναι να βγάλει μια εικόνα που να δείχνει κάτι αληθινό. Γι’ αυτό και απαντά πως, αν χρειαζόταν, θα δεχόταν ακόμη και σήμερα να φωτογραφίσει έναν άνθρωπο όπως ο Έπσταϊν. Όχι από αφέλεια ούτε από ηθική ουδετερότητα, αλλά επειδή πιστεύει ότι αυτό ακριβώς είναι το εργαλείο του.
Αυτό το βλέμμα διαπερνά ολόκληρο το Index. Το βιβλίο δεν μαζεύει απλώς «δυνατές εικόνες», αλλά ενώνει μια φωτογραφική διαδρομή που κινείται από τις βάρκες των Αϊτινών προσφύγων και τις εμπόλεμες ζώνες μέχρι τα πορτρέτα διασημοτήτων και τον στενό κύκλο του Ντόναλντ Τραμπ. Είναι εντυπωσιακό ότι ο ίδιος δεν βάζει απόλυτο σύνορο ανάμεσα σε όλα αυτά. Για εκείνον, το ζητούμενο παραμένει το ίδιο: να βρεθεί μπροστά σε κάτι που συμπυκνώνει τη δική του εποχή και να προσπαθήσει να το δει καθαρά.
Ίσως εκεί να βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της μαρτυρίας του. Η εξουσία, όταν τη βλέπουμε ως κοινό, φτάνει σχεδόν πάντα μέσα από έτοιμες εικόνες: σκηνοθετημένα πορτρέτα, ελεγχόμενες εμφανίσεις, δημόσιες σχέσεις, προσεκτικά φτιαγμένα βλέμματα. Ένας φωτογράφος σαν τον Άντερσον μπαίνει ακριβώς μέσα σε αυτό το σύστημα εικόνων, αλλά ψάχνει τη ρωγμή την αμηχανία, τον φόβο, την κρυφή ένταση, το δωμάτιο που λέει περισσότερα από τον άνθρωπο που ποζάρει μέσα του.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Κρίστοφερ Άντερσον δεν εμφανίζεται εδώ μόνο ως φωτορεπόρτερ με μεγάλη καριέρα, αλλά και ως κάποιος που έχει περάσει χρόνια παρατηρώντας πώς μοιάζει η ισχύς όταν πέφτουν οι έτοιμες πόζες και μένει μόνο η παρουσία της μέσα στον χώρο. Και κάπου εκεί η φωτογραφία παύει να είναι μόνο τεκμήριο ή αισθητική άσκηση.
Γίνεται τρόπος να δεις τι αφήνει πίσω της η εξουσία όταν νομίζει ότι κανείς δεν την κοιτάζει στ’ αλήθεια.