Υπάρχει ένα ερώτημα που δεν λύνεται εύκολα, ίσως γιατί δεν είναι φτιαγμένο για να λυθεί. Μπορείς να τραγουδάς όταν οι νεκροί είναι ακόμη παρόντες; Μπορείς να φλερτάρεις, να χορεύεις, να φοράς λευκό φανελάκι, να μιλάς για επιθυμία, να γίνεσαι pop star, όταν η λέξη που κουβαλάς πάνω σου είναι Γάζα; Ο Saint Levant βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτό το ερώτημα.
Γεννημένος ως Μαρουάν Αμπντελχαμίντ, το 2000 στην Ιερουσαλήμ, με Παλαιστίνιο-Σέρβο πατέρα και Αλγερινή-Γαλλίδα μητέρα, μεγάλωσε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γάζα, στο Al Deira, το ξενοδοχείο που είχε χτίσει ο πατέρας του. Ένα boutique ξενοδοχείο στην ακτή, με θόλους, αυλή, μνήμη οθωμανικής αρχιτεκτονικής και τη φαντασίωση μιας Γάζας που θα μπορούσε να γίνει κάποτε κοσμοπολίτικη, ανοιχτή, ζωντανή. Για τους γονείς του ήταν μια επένδυση στο μέλλον μιας ελεύθερης Παλαιστίνης. Για εκείνον ήταν απλώς σπίτι.
Το σπίτι αυτό δεν υπάρχει πια. Το Al Deira καταστράφηκε από ισραηλινό βομβαρδισμό μετά τις 7 Οκτωβρίου. Και κάπου ανάμεσα στο παιδί που έτρεχε ξυπόλυτο στην άμμο της Γάζας και στον νεαρό άνδρα που τραγουδά σε σκηνές της Ντόχα, του Παρισιού και του TikTok, γεννήθηκε ένα από τα πιο περίεργα και φορτισμένα pop φαινόμενα της αραβικής διασποράς.
Ο Saint Levant έγινε αρχικά viral ως κάτι σχεδόν απροσδόκητο για την αραβική pop σκηνή: ένα pop lover boy, ένας νεαρός performer που φλέρταρε σε αγγλικά, αραβικά και γαλλικά, χωρίς να ζητά άδεια από τη σοβαρότητα που συνήθως συνοδεύει την παλαιστινιακή ταυτότητα. Που περνούσε από τα αγγλικά στα αραβικά και στα γαλλικά, μιλώντας για dating, σεξ, επιθυμία, γυναίκες, exes, μηνύματα, γείτονες που θα ακούσουν. Το “Very Few Friends” δεν είχε το βάρος παλαιστινιακού θρήνου. Είχε την άνεση ενός αγοριού που ξέρει ότι το κοιτούν και δεν ντρέπεται να το απολαύσει. Και μετά ο κόσμος άλλαξε.
Η Γάζα ξαναμπήκε στο κέντρο του αραβικού και παγκόσμιου τραύματος με τρόπο ανελέητο. Η εικόνα της καταστροφής έγινε καθημερινή τελετουργία οθόνης: νεκρά παιδιά, βομβαρδισμένα σπίτια, διαλυμένες οικογένειες, πένθος που δεν προλάβαινε να γίνει μνήμη γιατί κάθε μέρα έφερνε νέο πένθος. Σε αυτό το περιβάλλον, ένας Παλαιστίνιος pop star που τραγουδά για έρωτα και χορό δεν μπορεί πια να είναι απλώς pop star. Κάθε του κίνηση διαβάζεται πολιτικά, ακόμη κι όταν εκείνος απλώς θέλει να γράψει ένα τραγούδι που γεμίζει πίστα. Εδώ αρχίζει η αμηχανία.
Για κάποιους, ο Saint Levant έγινε το πρόσωπο μιας νέας παλαιστινιακής εξωστρέφειας: ένας καλλιτέχνης που δεν ζητά άδεια να υπάρξει μόνο μέσα από τον πόνο του. Που μπορεί να μιλήσει για την Παλαιστίνη χωρίς να την παραδώσει αποκλειστικά στον θρήνο. Που φορά keffiyeh, χορεύει dabke, τραγουδά για γυναίκες και πατρίδα σαν να είναι μέρη της ίδιας επιθυμίας για ζωή.
Για άλλους, αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Μπορεί η Γάζα να γίνει pop αισθητική; Μπορεί το keffiyeh να γίνει συναυλιακό αξεσουάρ; Μπορεί η Παλαιστίνη να περάσει από το πένθος στο TikTok, στο GQ, στο lip gloss, στο fashion event, χωρίς κάτι να χάνεται; Πότε η ορατότητα γίνεται δικαίωμα και πότε γίνεται κατανάλωση; Πότε η χαρά είναι αντίσταση και πότε αρχίζει να μοιάζει με trend;
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά μια ολόκληρη πολιτισμική στιγμή. Τα τελευταία χρόνια η Παλαιστίνη έχει μπει με νέους τρόπους στο mainstream: στα κόκκινα χαλιά, στα ντοκιμαντέρ, στις μουσικές σκηνές, στα βραβεία, στις εικόνες των φεστιβάλ, στα social media. Η παλαιστινιακή οδύνη αναγνωρίζεται επιτέλους από κοινά που για δεκαετίες την αγνοούσαν ή τη διάβαζαν μέσα από τη γλώσσα των ισχυρών. Αλλά μαζί με την αναγνώριση έρχεται και η αμηχανία της αναπαράστασης. Πώς χειροκροτείς έναν πόνο που συνεχίζεται; Πώς κάνεις standing ovation σε μια πληγή που δεν έχει κλείσει; Πώς μεταφέρεις μια καταστροφή στη σκηνή χωρίς να την κάνεις θέαμα; Ο Saint Levant δεν δίνει απάντηση. Ίσως γιατί η ύπαρξή του είναι ήδη η απάντηση και το πρόβλημα μαζί.
Στη Ντόχα, στην πρώτη μεγάλη δημόσια συναυλία του, το κοινό έμοιαζε με κάτι ανάμεσα σε party, πολιτική συγκέντρωση της διασποράς και high society αραβικό event. Keffiyehs παντού: στους ώμους, στη μέση, στο κεφάλι. Χάρτες της Παλαιστίνης σε αυτοκόλλητα και κολιέ. Νέες γυναίκες με crop tops, hijabs, ζευγάρια, παρέες, θείες με ενθουσιασμό κοριτσιού, designer τσάντες, sushi, selfies. Η Παλαιστίνη ως πένθος, ως σύμβολο, ως αισθητική, ως κοινότητα, ως βραδινή έξοδος. Όλα μαζί. Και ακριβώς γι’ αυτό τόσο φορτισμένα.
Όταν ανέβηκε στη σκηνή, είπε το όνομά του: Μαρουάν Αμπντελχαμίντ. Γεννημένος στην Ιερουσαλήμ, μεγαλωμένος στη Γάζα, έφυγε στα επτά και δεν γύρισε ποτέ. «Αυτή είναι η ιστορία τόσων Παλαιστινίων», είπε. Ανάμεσα στα τραγούδια, ξαναγύριζε συνεχώς στη Γάζα, στην πολιτική στιγμή, στο ερώτημα που κρεμόταν πάνω από τη βραδιά: πώς μπορείς να τραγουδάς και να χορεύεις όταν ο λαός σου πεθαίνει; Η απάντησή του ήταν απλή, σχεδόν αφοπλιστική: η χαρά στην κουλτούρα μας είναι δικαίωμα.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πράγμα που προσφέρει ο Saint Levant στους fans του: όχι ακριβώς μουσική, όχι μόνο ταυτότητα, όχι απλώς representation. Τους δίνει άδεια. Άδεια να μην κουβαλούν την Παλαιστίνη μόνο σαν πληγή. Άδεια να είναι Άραβες, Παλαιστίνιοι, παιδιά της διασποράς, νέοι, επιθυμητοί, αστείοι, κομψοί, ερωτεύσιμοι, χορευτικοί, χωρίς να νιώθουν ότι προδίδουν τους νεκρούς. Άδεια να μην αφήσουν την καταστροφή να γίνει η μόνη γλώσσα με την οποία υπάρχει ο πολιτισμός τους.
Και όμως, η άδεια αυτή δεν είναι αθώα. Γιατί γύρω της υπάρχει πάντα το ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να χαίρεται; Ποιος έχει το δικαίωμα να κάνει αισθητική από μια πληγή; Ποιος αποφασίζει πότε το πένθος πρέπει να παραμείνει πένθος και πότε μπορεί να μετατραπεί σε τραγούδι;
Ο Saint Levant έχει όλα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να κάνουν έναν καλλιτέχνη εύκολο στόχο. Είναι όμορφος. Είναι διασπορικός. Είναι προνομιούχος σε σχέση με όσους ζουν σήμερα την πείνα και τους βομβαρδισμούς στη Γάζα. Μιλά πολλές γλώσσες. Κινείται ανάμεσα σε fashion weeks, βραβεία, TikTok, αραβικά wedding dancefloors και πολιτική ρητορική. Για κάποιους, αυτή η μείξη μοιάζει με αυθεντική νέα γλώσσα. Για άλλους, με άβολη εμπορευματοποίηση ενός τραύματος.
Αλλά η καχυποψία γύρω του αποκαλύπτει και κάτι άλλο: την πολύ στενή θέση στην οποία αφήνουμε ορισμένες κουλτούρες να υπάρχουν. Από τους Παλαιστίνιους, συχνά ζητείται να είναι πειστικοί ως θύματα πριν γίνουν αποδεκτοί ως άνθρωποι. Να θρηνούν με τον σωστό τρόπο, να μιλούν με την κατάλληλη σοβαρότητα, να μη χαίρονται πολύ, να μη γίνονται πολύ όμορφοι, πολύ sexy, πολύ εμπορικοί, πολύ pop. Να μην μπερδεύουν το πένθος με το φλερτ, το τραύμα με το στιλ, την πολιτική με το σώμα.
Όμως οι άνθρωποι δεν ζουν έτσι. Οι άνθρωποι που έχουν χάσει σπίτια, χώρες, συγγενείς, γλώσσες και παιδικές ηλικίες δεν γίνονται μόνο μνημεία της απώλειάς τους. Θέλουν να χορέψουν. Να αγαπηθούν. Να κάνουν καριέρα. Να είναι γελοίοι, επιθυμητοί, υπερβολικοί, συγκινητικοί, άστοχοι, λαμπεροί. Να φτιάξουν τραγούδια που δεν εξηγούν συνεχώς τον πόνο τους σε κοινά που άργησαν να ακούσουν.
Και εδώ ο Saint Levant γίνεται ενδιαφέρων, όχι επειδή είναι τέλειος, αλλά επειδή δεν χωρά άνετα σε καμία καθαρή θέση. Δεν είναι μόνο ο πολιτικός καλλιτέχνης. Δεν είναι μόνο ο lover boy. Δεν είναι μόνο παιδί της Γάζας. Δεν είναι μόνο παιδί της διασποράς. Δεν είναι μόνο fashion persona. Δεν είναι μόνο pop προϊόν. Είναι όλα αυτά μαζί, και αυτή η συνύπαρξη ενοχλεί γιατί δεν αφήνει την Παλαιστίνη σε ένα μόνο συναισθηματικό δωμάτιο.
Η μουσική του, ειδικά μετά το Deira και το Kalamantina, λειτουργεί σαν ερωτική επιστολή σε γυναίκες και στην Παλαιστίνη ταυτόχρονα. Το προσωπικό και το εθνικό μπλέκονται. Το φλερτ και η νοσταλγία. Το τραγούδι του γάμου και το τραγούδι της επιστροφής. Τα dabke beats και το TikTok. Ο πατέρας του στη σκηνή, χορεύοντας μαζί του, σαν δύο γενιές εκτοπισμού που για λίγα λεπτά δεν εξηγούν την ιστορία τους, απλώς την παίζουν δυνατά.
Αυτή η εικόνα είναι συγκινητική και αμήχανη μαζί. Γιατί ξέρεις ότι έξω από τη σκηνή ο κόσμος παραμένει όπως είναι. Το ξενοδοχείο Al Deira δεν ξαναχτίζεται επειδή ένα τραγούδι το θυμήθηκε. Οι νεκροί δεν επιστρέφουν επειδή ένα κοινό τραγούδησε. Η Γάζα δεν σώζεται επειδή μια πίστα γέμισε keffiyehs.
Αλλά ίσως η pop δεν υποσχέθηκε ποτέ να σώσει τον κόσμο. Ίσως το μόνο που μπορεί να κάνει, στις καλύτερες στιγμές της, είναι να ανοίξει για λίγο έναν χώρο όπου οι άνθρωποι δεν είναι μόνο αυτό που τους συνέβη. Όπου η ταυτότητα δεν εμφανίζεται μόνο ως τραύμα, αλλά και ως ρυθμός, στιλ, αστείο, επιθυμία, φωνή. Όπου ένα παιδί που έχασε το σπίτι του μπορεί να πει την ιστορία του χωρίς να την πει μόνο ως ελεγεία.
Αυτό δεν ακυρώνει την κριτική. Η εμπορευματοποίηση του πόνου είναι πραγματικός κίνδυνος. Η Παλαιστίνη ως fashion, ως performance, ως συναυλιακή αισθητική, ως περιεχόμενο, μπορεί να γίνει εύκολα μια ακόμη μορφή κατανάλωσης. Αλλά το να απαιτούμε από τους Παλαιστίνιους καλλιτέχνες να υπάρχουν μόνο ως φορείς πένθους είναι επίσης βία. Πιο κομψή ίσως, πιο ηθική στην επιφάνεια, αλλά βία.Ο Saint Levant δεν λύνει αυτή την αντίφαση. Την ενσαρκώνει.
Και ίσως γι’ αυτό έχει σημασία. Όχι επειδή είναι «η φωνή μιας γενιάς», μια φράση που ο ίδιος μοιάζει να απορρίπτει. Αλλά επειδή εμφανίζεται σε μια στιγμή όπου μια γενιά Αράβων και Παλαιστινίων της διασποράς ψάχνει μια γλώσσα που να χωρά και την οργή και την επιθυμία, και την απώλεια και το swag, και το πένθος και το party, και την πολιτική και το δικαίωμα να μην είσαι κάθε στιγμή βαρύς σαν το τραύμα σου.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η pop μπορεί να μιλήσει για την Παλαιστίνη χωρίς να γίνει θρήνος. Το ερώτημα είναι αν επιτρέπουμε στην Παλαιστίνη να υπάρχει και πέρα από τον θρήνο.
Και εκεί, μέσα σε όλη την αμηχανία, ο Saint Levant ίσως κάνει κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο: επιμένει ότι ακόμη και δίπλα στους νεκρούς, η ζωή δεν παραιτείται από τον ρυθμό της.
με στοιχεία από Guardian, Dazed Mena