Η Κέρι Κουίν είχε βαρεθεί να λαμβάνει dick pics από άνδρες που μόλις είχε γνωρίσει σε εφαρμογές γνωριμιών. Έψαχνε για σχέση, αλλά συχνά, χωρίς προειδοποίηση, έβλεπε στην οθόνη της φωτογραφίες από στύσεις ανδρών που σχεδόν δεν ήξερε.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να δοκιμάσει το αντίστροφο. Αν οι άνδρες θεωρούσαν αυτονόητο να στέλνουν τόσο προσωπικές, ανεπιθύμητες εικόνες σε γυναίκες, πώς θα ένιωθαν αν εκείνη τους έστελνε μια φωτογραφία αιδοίου; Ήθελε, όπως έγραψε αργότερα, να τους κάνει να καταλάβουν πόσο εισβολική μπορεί να είναι μια τέτοια εικόνα από έναν άγνωστο. Το πείραμα δεν πήγε όπως περίμενε.
Οι περισσότεροι άνδρες δεν ενοχλήθηκαν. Κάποιοι απάντησαν με ενθουσιασμό. Κάποιοι έστειλαν δικές τους γυμνές φωτογραφίες. Ένας έστειλε βίντεο με τον εαυτό του να κάνει καράτε. Ένας άλλος βίντεο με τον σκύλο του. Αν η Κουίν περίμενε ότι η αντιστροφή θα προκαλούσε αμηχανία, εκείνοι έμοιαζαν μάλλον ευχαριστημένοι.
Για τον εξελικτικό ψυχολόγο Στιβ Στιούαρτ-Γουίλιαμς, αυτή η ιστορία είναι ένα παράδειγμα της αποτυχίας να διαβάσει το ένα φύλο την επιθυμία του άλλου: τι μοιάζει πρόσκληση, τι μοιάζει εισβολή, τι θεωρείται αστείο και τι απειλητικό.
Στο νέο του βιβλίο A Billion Years of Sex Differences: How Evolution Shaped the Minds of Men and Women, ο Στιούαρτ-Γουίλιαμς μπαίνει σε ένα από τα πιο φορτισμένα πεδία της εποχής: τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Το επιχείρημά του, όπως παρουσιάζεται σε κείμενα των Times και του Guardian, είναι ότι σχεδόν όλοι μιλούν λάθος για το θέμα. Οι συντηρητικοί τείνουν να μετατρέπουν τη βιολογία σε μοίρα. Οι προοδευτικοί, λέει, συχνά φοβούνται τόσο πολύ τις παλιές χρήσεις της βιολογίας ώστε υποτιμούν τις διαφορές ή τις αποδίδουν σχεδόν αποκλειστικά στην ανατροφή και την κοινωνικοποίηση.
Το βιβλίο δεν ισχυρίζεται απλώς ότι «οι άνδρες είναι έτσι» και «οι γυναίκες αλλιώς». Αυτό θα ήταν χοντροκομμένο και πολύ βολικό. Ο Στιούαρτ-Γουίλιαμς προσπαθεί να δείξει ότι πολλές διαφορές πρέπει να διαβάζονται ως επικαλυπτόμενες καμπύλες, όχι ως απόλυτοι διαχωρισμοί. Το κλασικό παράδειγμα είναι το ύψος: ο μέσος άνδρας είναι ψηλότερος από τη μέση γυναίκα, αλλά υπάρχουν πολλές γυναίκες ψηλότερες από πολλούς άνδρες. Η διαφορά υπάρχει, αλλά δεν αρκεί για να προβλέψει κανείς με βεβαιότητα το άτομο που έχει μπροστά του.
Το ίδιο, υποστηρίζει, ισχύει και για πολλές ψυχολογικές ή συμπεριφορικές διαφορές. Ορισμένες είναι έντονες, όπως η δύναμη στο πάνω μέρος του σώματος, το ύψος, ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η πιθανότητα εμπλοκής σε θανατηφόρα βία. Άλλες, όπως οι μαθηματικές ικανότητες ή η ευσυνειδησία, είναι πολύ πιο μικρές. Το κρίσιμο, λέει, είναι να μη μετατρέπουμε μια στατιστική τάση σε στερεότυπο, κοινωνική εντολή ή πολιτικό άλλοθι. Εκεί αρχίζει η δυσκολία.
Γιατί η συζήτηση για τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες δεν γίνεται ποτέ σε ουδέτερο κενό. Κουβαλά αιώνες πατριαρχικών επιχειρημάτων, ψευδοεπιστήμης, αποκλεισμών, αλλά και μια σύγχρονη αμηχανία γύρω από το τι επιτρέπεται να ειπωθεί χωρίς να χρησιμοποιηθεί αμέσως ως όπλο. Αν πεις ότι υπάρχουν βιολογικές διαφορές, κάποιος θα βιαστεί να τις κάνει πεπρωμένο. Αν πεις ότι όλα είναι κοινωνικά, κάποιος άλλος θα σε κατηγορήσει ότι αρνείσαι την πραγματικότητα.
Ο Στιούαρτ-Γουίλιαμς, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ στη Μαλαισία, κινείται στο πεδίο της εξελικτικής ψυχολογίας, ενός κλάδου που συχνά προκαλεί αντιδράσεις. Η εξελικτική ψυχολογία προσπαθεί να εξηγήσει σημερινές συμπεριφορές μέσα από πιέσεις και στρατηγικές του εξελικτικού παρελθόντος. Στο βιβλίο του, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από την κοινωνία, ακριβώς επειδή εμφανίζονται διαχρονικά, σε διαφορετικούς πολιτισμούς, συχνά πολύ νωρίς στη ζωή, και σε ορισμένες περιπτώσεις μοιάζουν να επιμένουν ακόμη και όταν οι κοινωνικοί ρόλοι υποχωρούν.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του βιβλίου αφορά τη σεξουαλική επιθυμία. Σύμφωνα με τον Στιούαρτ-Γουίλιαμς, οι άνδρες, σε όλες τις χώρες, εμφανίζονται πιο πρόθυμοι για περιστασιακό σεξ, βλέπουν περισσότερη πορνογραφία, αυνανίζονται περισσότερο και ενδιαφέρονται περισσότερο για σεξ της μίας βραδιάς. Οι γυναίκες, από την άλλη, τείνουν να είναι πιο επιλεκτικές. Ο ίδιος συνδέει αυτό το μοτίβο με βασικές βιολογικές διαφορές στην αναπαραγωγή: το κόστος μιας εγκυμοσύνης δεν είναι ίδιο για τα δύο φύλα, άρα και οι στρατηγικές της επιθυμίας δεν εξελίχθηκαν με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό ακούγεται, για πολλούς, σχεδόν αυτονόητο. Για άλλους, όμως, είναι ακριβώς το είδος επιχειρήματος που μπορεί να ξανανοίξει παλιές, επικίνδυνες βεβαιότητες. Γιατί από το «υπάρχουν βιολογικές τάσεις» μέχρι το «άρα έτσι είναι και έτσι πρέπει να μείνει» η απόσταση στη δημόσια συζήτηση συχνά μικραίνει επικίνδυνα.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να προλάβει αυτή την ένσταση. Το ότι κάτι μπορεί να έχει βιολογική ή εξελικτική βάση δεν σημαίνει, λέει, ότι είναι καλό, δίκαιο, αμετάβλητο ή κοινωνικά επιθυμητό. Δεν σημαίνει ότι ένα φύλο είναι ανώτερο από το άλλο. Δεν σημαίνει ότι η πολιτική πρέπει να παραιτηθεί από την ισότητα. Το φυσικό δεν είναι αυτόματα ηθικό.
Κι όμως, η κριτική δεν σταματά εκεί. Η Σόφι ΜακΜπέιν, γράφοντας στον Guardian, αναγνωρίζει ότι το βιβλίο περιέχει ενδιαφέροντα και συχνά απρόσμενα ευρήματα, αλλά σημειώνει ότι η εξελικτική ψυχολογία δεν είναι πάντα το πιο χρήσιμο εργαλείο για να εξηγήσει σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα. Στέκεται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο με τον οποίο το βιβλίο προσεγγίζει την ενδοοικογενειακή βία, την υποεκπροσώπηση των γυναικών στις θετικές επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική και τα μαθηματικά, αλλά και την παρουσία τους σε ηγετικές θέσεις.
Εκεί, λέει ουσιαστικά η κριτική, η βιολογία δεν αρκεί. Η κουλτούρα, οι θεσμοί, η ιστορία των αποκλεισμών και ο τρόπος που έχουν οργανωθεί οι χώροι εργασίας και εξουσίας έχουν τεράστιο βάρος. Αν οι γυναίκες υπήρξαν για αιώνες αποκλεισμένες από πανεπιστήμια, επιστήμες, ηγετικές θέσεις και δημόσια ζωή, δεν μπορείς να εξηγήσεις τη σημερινή ανισορροπία μόνο μέσα από προτιμήσεις ή εξελικτικές τάσεις.
Αυτό είναι το σημείο όπου το βιβλίο γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον ως δημόσιο αντικείμενο. Όχι επειδή μας λέει οριστικά «πώς είναι οι άνδρες» και «πώς είναι οι γυναίκες». Αλλά επειδή μας αναγκάζει να μείνουμε σε μια άβολη περιοχή όπου καμία εύκολη πλευρά δεν αρκεί.
Ναι, η βιολογία παίζει ρόλο. Όχι, η βιολογία δεν είναι μοίρα. Ναι, υπάρχουν διαφορές που δεν εξαφανίζονται μόνο επειδή αλλάζει η γλώσσα μας. Όχι, αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να γίνουν άλλοθι για ανισότητα. Ναι, η κοινωνία διαμορφώνει επιθυμίες, συμπεριφορές και ευκαιρίες. Όχι, δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος γεννιέται ως λευκή σελίδα πάνω στην οποία γράφει τα πάντα ο πολιτισμός.
Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες συζητήσεις σπάνια μένουν εκεί. Πολύ γρήγορα μετατρέπονται σε όπλα. Από τη μια πλευρά, η βιολογία χρησιμοποιείται για να παρουσιάσει την ανισότητα ως φυσική. Από την άλλη, η ίδια η αναφορά στη βιολογία θεωρείται ύποπτη, σαν να οδηγεί αναγκαστικά πίσω στον σεξισμό. Κάπως έτσι, το πιο δύσκολο ερώτημα χάνεται μέσα στον θόρυβο: πώς μιλάμε για διαφορές χωρίς να τις κάνουμε φυλακή;
Το παράδειγμα των dick pics είναι χοντροκομμένο, αστείο, σχεδόν γελοίο. Αλλά ίσως γι’ αυτό λειτουργεί. Δείχνει πόσο διαφορετικά μπορεί να βιωθεί η ίδια χειρονομία ανάλογα με το σώμα, την επιθυμία, τον φόβο, τη δύναμη, το κοινωνικό πλαίσιο. Για έναν άνδρα, μια ανεπιθύμητη γυμνή εικόνα μπορεί να μοιάζει με πρόσκληση ή αστείο. Για μια γυναίκα, μπορεί να είναι εισβολή. Αυτό δεν εξηγείται μόνο από τη βιολογία. Αλλά ίσως ούτε και χωρίς αυτήν.
Το A Billion Years of Sex Differences μπαίνει σε αυτό ακριβώς το επικίνδυνο σημείο. Εκεί όπου η επιστήμη, το σεξ, η πολιτική, οι εφαρμογές γνωριμιών και οι έμφυλοι πολιτισμικοί πόλεμοι αρχίζουν να μπερδεύονται. Το ενδιαφέρον του δεν βρίσκεται στο να μας δώσει μια καθαρή απάντηση. Βρίσκεται στο ότι μας θυμίζει πόσο δύσκολο είναι να μιλήσουμε για άνδρες και γυναίκες χωρίς να πέσουμε είτε στη βιολογική μοιρολατρία είτε στην άρνηση κάθε διαφοράς.
Το δύσκολο δεν είναι να παραδεχτείς ότι υπάρχουν διαφορές. Το δύσκολο είναι να μην τις μετατρέψεις σε άδεια για ανισότητα.
με στοιχεία από Times και Guardian