Πριν μια πολική αρκούδα κατέβει μια χιονισμένη πλαγιά με τα μικρά της στο Planet Earth, κάποιος έπρεπε να περιμένει 24 ημέρες μέσα στο κρύο.
Πριν οι πιγκουίνοι, οι φώκιες, οι φάλαινες και οι θαλάσσιοι ίπποι γίνουν εκείνες οι σχεδόν θαυματουργές εικόνες που βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ του Ντέιβιντ Άτενμπορο, κάποιος έπρεπε να σταθεί ακίνητος μέσα στον πάγο, να βουτήξει σε μαύρα νερά, να αντέξει την αναμονή και να γίνει αρκετά αόρατος ώστε η άγρια ζωή να συνεχίσει σαν να μην υπήρχε κάμερα. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Νταγκ Άλαν (Doug Allan). Ο Σκωτσέζος κάμεραμαν άγριας ζωής, ένας από τους σημαντικότερους της εποχής του και στενός συνεργάτης του Άτενμπορο σε μερικές από τις πιο γνωστές σειρές φυσικής ιστορίας των τελευταίων δεκαετιών, πέθανε στις 8 Απριλίου ενώ έκανε πεζοπορία στην περιοχή Ποκάρα του Νεπάλ. Ήταν 74 ετών. Σύμφωνα με τον γιο του, Λίαμ Άλαν, η αιτία θανάτου ήταν ανεύρυσμα στον εγκέφαλο.
Ο Άλαν έγινε γνωστός για την ικανότητά του να κινηματογραφεί ζώα στα πιο δύσκολα και αφιλόξενα περιβάλλοντα του πλανήτη, κυρίως στις πολικές περιοχές. Η δουλειά του εμφανίστηκε σε εμβληματικές παραγωγές όπως τα Life in the Freezer, The Blue Planet, Planet Earth και Frozen Planet, όλες με αφήγηση του Άτενμπορο. Ο ίδιος ο Άτενμπορο τον θεωρούσε, σύμφωνα με τους New York Times, τον καλύτερο φωτογράφο άγριας ζωής στον κόσμο. Στον πρόλογο του βιβλίου του Άλαν Freeze Frame: A Wildlife Cameraman’s Adventures on Ice, είχε γράψει ότι «δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους», σημειώνοντας πως μπορούσε να αντέξει, σχεδόν χαρούμενα, συνθήκες πιο άβολες και για μεγαλύτερο διάστημα από οποιονδήποτε άλλον γνώριζε.
Αυτή ήταν ίσως η πραγματική τέχνη του Άλαν. Όχι μόνο να ξέρει πού να βάλει την κάμερα, αλλά να μπορεί να μείνει εκεί. Να αντέχει το κρύο, την ακινησία, την αμφιβολία, το νερό, τον φόβο, την αναμονή. Να περιμένει μέχρι το ζώο να σταματήσει να τον αντιμετωπίζει ως εισβολέα και να αρχίσει, απλώς, να ζει.
Στις εικόνες του, η άγρια ζωή σπάνια μοιάζει με θέαμα. Μοιάζει περισσότερο με κάτι που συνέβη ενώ ένας άνθρωπος είχε την υπομονή να μην το διακόψει. Αυτό έκανε τις λήψεις του τόσο σπάνιες: δεν κυνηγούσε μόνο εντυπωσιακές στιγμές, αλλά τις συνθήκες μέσα στις οποίες ένα ζώο μπορούσε να ξεχάσει την παρουσία του.
Είχε σπουδάσει θαλάσσια βιολογία και ήταν δύτης πριν γίνει κάμεραμαν. Τη δεκαετία του 1970 εργαζόταν για το British Antarctic Survey, τη βρετανική πολική ερευνητική υπηρεσία, όταν άρχισε να φωτογραφίζει στον ελεύθερο χρόνο του. Αφού πούλησε πλάνα αυτοκρατορικών πιγκουίνων στο BBC, αποφάσισε να γίνει freelance κάμεραμαν.
Η πρώτη του μεγάλη στροφή ήρθε στην Ανταρκτική, σε μια σκηνή που μοιάζει σχεδόν βγαλμένη από ντοκιμαντέρ. Ο Άτενμπορο είχε περιγράψει αργότερα τη στιγμή: στεκόταν στην άκρη του θαλάσσιου πάγου, κοιτώντας το μαύρο νερό, όταν ένα κεφάλι άρχισε να ανεβαίνει από τα βάθη, τυλιγμένο σε φυσαλίδες. Ήταν ο Άλαν. Χωρίς καν να πάρει ανάσα, τον ρώτησε πώς μπορούσε να αρχίσει να κάνει ταινίες φυσικής ιστορίας για την τηλεόραση.
Από εκεί και μετά, ο Άλαν έγινε ο άνθρωπος που οι παραγωγές ήξεραν ότι μπορούσαν να στείλουν εκεί όπου οι εικόνες δεν χαρίζονται εύκολα. Κέρδισε οκτώ Emmy, πέντε BAFTA και πέντε Panda Awards του Wildscreen, ενώ το 2024 τιμήθηκε ως Αξιωματικός του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (OBE). Ο ίδιος επέμενε ότι δεν ήταν adrenaline junkie. Αυτό που τον ενδιέφερε, έλεγε, ήταν η ικανοποίηση του να φέρνει πίσω εικόνες από δύσκολες συνθήκες. «Είμαι στο σπίτι μου στον πάγο», είχε πει το 2012.
Η φράση δεν ήταν απλώς ωραία. Περιέγραφε έναν άνθρωπο που είχε μάθει να κινείται σε περιβάλλοντα όπου οι περισσότεροι θα ήθελαν απλώς να φύγουν. Εκεί όπου το σώμα κουράζεται γρήγορα, όπου η αναπνοή βαραίνει, όπου το κρύο γίνεται σκέψη και η αναμονή μοιάζει ατελείωτη, ο Άλαν έβρισκε την ησυχία που χρειαζόταν η εικόνα.
Μία από τις πιο γνωστές εικόνες του χρειάστηκε 24 ημέρες αναζήτησης στα χιόνια και τους πάγους του Κονγκ Καρλς Λαντ (Kong Karls Land), μιας ομάδας νησιών στον Αρκτικό Ωκεανό. Ο Άλαν και ένας βοηθός του περίμεναν για να κινηματογραφήσουν πολικές αρκούδες. Το αποτέλεσμα, μια θηλυκή αρκούδα που γλιστρά σε μια πλαγιά μαζί με τα δύο μικρά της, καθώς εκείνα κάνουν τα πρώτα αβέβαια βήματά τους έξω, έγινε μία από τις χαρακτηριστικές στιγμές του Planet Earth. Η εικόνα μοιάζει απλή όταν την βλέπεις στην οθόνη. Μια αρκούδα, δύο μικρά, χιόνι, κίνηση. Όμως πίσω της υπάρχει το αντίθετο της ευκολίας: ένας άνθρωπος που περιμένει τόσο πολύ ώστε η σπάνια στιγμή να μοιάσει φυσική.
Σε άλλη περίπτωση, βούτηξε σε μια στενή τρύπα ανοιγμένη στον πάγο για να κινηματογραφήσει φώκιες. Άλλοτε κολυμπούσε δίπλα σε μια φάλαινα μπελούγκα και το μικρό της. Η δουλειά του απαιτούσε όχι μόνο τεχνική ικανότητα, αλλά και μια παράξενη μορφή εμπιστοσύνης: να πλησιάζεις χωρίς να επιβάλλεσαι, να βλέπεις χωρίς να αρπάζεις, να φέρνεις πίσω την εικόνα χωρίς να χαλάς τη στιγμή που την έκανε δυνατή.
Δεν έλειψαν και οι επικίνδυνες στιγμές. Κάποτε, ενώ βρισκόταν στο νερό, ένιωσε κάτι να τον αρπάζει από το στήθος. Ήταν ένας θαλάσσιος ίππος που προσπαθούσε να τον τραβήξει κάτω από την επιφάνεια. Ο Άλαν υπέθεσε ότι τον είχε περάσει για φώκια και άρχισε να τον χτυπά στη μουσούδα με την κάμερα μέχρι να τον αφήσει. Αργότερα έλεγε, με χαρακτηριστικό χιούμορ, ότι οι θαλάσσιοι ίπποι είναι το αντίστοιχο των ιπποπόταμων στην Αρκτική: «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ καλοδιάθετο θαλάσσιο ίππο. Είναι πάντα γκρινιάρηδες».
Ο Ντάγκλας Τζορτζ Άλαν γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1951 στο Ντάνφερμλιν της Σκωτίας. Ο πατέρας του, Μόρις, ήταν φωτογράφος και η μητέρα του, Μπέτι, κομμώτρια. Παρότι βοηθούσε περιστασιακά τον πατέρα του σε δουλειές, αρχικά δεν ήθελε να γίνει φωτογράφος. Επηρεασμένος από τα βιβλία και τις ταινίες του Ζακ Κουστό (Jacques Cousteau), στράφηκε στη θάλασσα, πρώτα ως snorkeler και μετά ως δύτης.
Σπούδασε θαλάσσια βιολογία στο Πανεπιστήμιο του Στέρλινγκ, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι τον ενδιέφερε λιγότερο η επιστήμη ως ακαδημαϊκή πορεία και περισσότερο η κατάδυση, η παρατήρηση και η άμεση επαφή με τον κόσμο κάτω από την επιφάνεια. Πριν πάει στην Ανταρκτική, εργάστηκε σε σχολή καταδύσεων, συμμετείχε σε ερευνητικές αποστολές στην Ερυθρά Θάλασσα και βούτηξε για μαργαριτάρια γλυκού νερού στον ποταμό Τέι, μαζί με τον Μπιλ Άμπερνεθι, τον τελευταίο εμπορικό δύτη μαργαριταριών της Σκωτίας.
Το 1976, το British Antarctic Survey τον προσέλαβε σε ερευνητικό σταθμό στο νησί Σίγκνι, μέρος των Νότιων Ορκάδων, κοντά στην Ανταρκτική. Εκεί, μέσα στις μεγάλες περιόδους αναμονής ενός αραιοκατοικημένου νησιού, άρχισε να φωτογραφίζει. Από χόμπι, η εικόνα έγινε τελικά τρόπος ζωής.
Ο Άλαν έλεγε ότι σπάνια φοβόταν κοντά σε μεγάλα άγρια ζώα. Ίσως επειδή η δουλειά του βασιζόταν ακριβώς στο αντίθετο του θεάματος της επίθεσης: στην ήσυχη στιγμή όπου ένα ζώο χαλαρώνει αρκετά ώστε να υπάρξει μπροστά στην κάμερα χωρίς να παίζει για αυτήν. Αυτό είναι και το νήμα που ενώνει την επιστήμη, την κατάδυση, την κάμερα και την τεράστια αντοχή του. Δεν πήγαινε στη φύση για να την κάνει πιο θεαματική από όσο ήταν. Πήγαινε για να φέρει πίσω εκείνες τις στιγμές όπου η φύση δεν απευθύνεται σε κανέναν.
Όταν τον ρώτησαν κάποτε για τον παράδεισο και την κόλαση, η απάντησή του έμοιαζε να συνοψίζει όλη του τη δουλειά. Παράδεισος, είπε, είναι να βρίσκεσαι μαζί με ένα άγριο ζώο που σε εμπιστεύεται αρκετά ώστε να χαλαρώσει και να συμπεριφερθεί φυσικά μπροστά σου, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει απλώς ότι θα κοιμηθεί. Κόλαση, πρόσθεσε, είναι «πάρα πολλοί άνθρωποι».
με στοιχεία από BBCnews και ΝΥΤ