Ο Ντέρεκ Τζάκομπι είναι 87 ετών, δεν θέλει ακόμη να αφήσει «τον γέρο» να μπει οριστικά στη ζωή του και δηλώνει αποφασισμένος να φτάσει τα 100. «Θέλω να μάθω σε τι κατάσταση θα βρίσκομαι», λέει σε μια απολαυστική, τρυφερή και κατά στιγμές ξεκαρδιστική συνέντευξη στον Guardian.
Ο μεγάλος Βρετανός ηθοποιός, ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του θεάτρου και της τηλεόρασης, μίλησε στον Σάιμον Χάτενστοουν στο σπίτι που μοιράζεται με τον σύζυγό του, Ρίτσαρντ Κλίφορντ. Οι δυο τους είναι μαζί 47 χρόνια. Γνωρίστηκαν όταν ο Κλίφορντ ήταν 22 και ο Τζάκομπι 39. «Είμαι απαγωγέας παιδιών», αστειεύεται ο Τζάκομπι από το σαλόνι, την ώρα που ο Κλίφορντ φτιάχνει καφέ στην κουζίνα.
Η συνέντευξη λειτουργεί σχεδόν σαν μικρό θεατρικό έργο για δύο φωνές: ο Τζάκομπι, διάσημος για τη βουτυρένια, αμέσως αναγνωρίσιμη φωνή του, και ο Κλίφορντ, εξίσου θεατρικός, σαρκαστικός και τρυφερός, διακόπτουν ο ένας τον άλλον, διορθώνονται, πειράζονται και ξαναγυρίζουν στην κοινή τους ζωή με μια οικειότητα που μοιάζει δουλεμένη επί δεκαετίες.
Ο Τζάκομπι παραμένει για πολλούς ο Κλαύδιος του «I, Claudius», της θρυλικής σειράς του 1976, όπου υποδύθηκε τον τραυλό, σωματικά ευάλωτο Ρωμαίο αυτοκράτορα με σπάνια ευαισθησία. Για άλλους είναι ο σαιξπηρικός ηθοποιός των μεγάλων Άμλετ και Λιρ, ο Σιρανό του Royal Shakespeare Company, ή ο ένας από τους δύο δηλητηριωδώς αστείους ηλικιωμένους gay άνδρες του «Vicious», δίπλα στον Ίαν ΜακΚέλεν. Τα τελευταία χρόνια, αγαπήθηκε ξανά από ένα ευρύτερο τηλεοπτικό κοινό με το «Last Tango in Halifax».
Παρά την καριέρα του, ο ίδιος επιμένει ότι δεν του άρεσε ποτέ η εικόνα του. Μεγάλωσε στο Λέιτονστοουν του ανατολικού Λονδίνου, μοναχοπαίδι μιας εργατικής οικογένειας, με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και ακμή. Λέει ότι δεν μπορεί να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη ούτε να παρακολουθήσει τις ερμηνείες του στην οθόνη. Θα ήθελε, παραδέχεται, να είχε υπάρξει κινηματογραφικός σταρ. Αν μπορούσε να μοιάζει σε κάποιον, θα διάλεγε τον Ροκ Χάντσον.
Η παιδική του ηλικία άλλαξε όταν, στα εννιά του, πέρασε ρευματικό πυρετό και έμεινε για 18 μήνες στο κρεβάτι. Τότε, ακούγοντας ραδιόφωνο και βλέποντας τηλεόραση όλη μέρα, απέκτησε την προφορά και τη φιλοδοξία που θα τον οδηγούσαν στη σκηνή. Αργότερα σπούδασε Ιστορία στο Κέιμπριτζ και στα μέσα των 20 του βρέθηκε στο νεοσύστατο National Theatre υπό τον Λόρενς Ολίβιε, τον οποίο περιγράφει ακόμη με λατρεία.
Στη συνέντευξη, ο Τζάκομπι μιλά και για τις πιο σκοτεινές δεκαετίες. Ο Κλίφορντ είχε μικρό ρόλο στο «It’s a Sin» του Ράσελ Τ. Ντέιβις, τη σειρά για την κρίση του AIDS στη Βρετανία, και οι δυο τους θυμούνται τη δεκαετία του ’80 ως μια περίοδο απώλειας και φόβου. «Χάσαμε τόσους πολλούς φίλους», λέει ο Κλίφορντ. Ο Τζάκομπι το αποκαλεί «φοβερή εποχή πανούκλας», θυμούμενος πως τότε το AIDS παρουσιαζόταν συχνά ως «gay plague».
Ο ίδιος λέει ότι δεν φοβήθηκε ιδιαίτερα πως θα μολυνθεί, χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί. Ο Κλίφορντ παρεμβαίνει με τον δικό του πρακτικό τρόπο: επειδή, όπως λέει, δεν «έπαιζαν δεξιά κι αριστερά». Το χιούμορ, ακόμη και μπροστά στη μνήμη του AIDS, είναι ο τρόπος τους να αντέχουν τη σοβαρότητα χωρίς να την προδίδουν.
Ο Τζάκομπι είχε ανακοινώσει το 2022 ότι αποσύρεται από το ζωντανό θέατρο, καθώς δυσκολευόταν πια να θυμάται ατάκες. Δεν έχει εγκαταλείψει όμως εντελώς τη σκηνή. Μαζί με τον Κλίφορντ κάνουν πλέον ένα δίδυμο σόου όπου ο σύζυγός του τον ρωτά για τη ζωή του και συμπληρώνει τα κενά όταν χρειάζεται. Για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, πάντως, δηλώνει ακόμη διαθέσιμος.
Ένας από τους πιο αξέχαστους κινηματογραφικούς ρόλους του ήταν ο Φράνσις Μπέικον στο «Love Is the Devil» του Τζον Μέιμπερι, το 1998. Εκεί συμπρωταγωνιστούσε με τον Ντάνιελ Κρεγκ, που υποδυόταν τον Τζορτζ Ντάιερ, εραστή του Μπέικον. Ο Τζάκομπι θυμάται σήμερα με χιούμορ ότι ανταγωνίζεται την Αν Ριντ για το ποιος «κοιμήθηκε» περισσότερες φορές με τον μετέπειτα Τζέιμς Μποντ στην οθόνη. Εκείνη, λέει, του λέει ότι πήγε στο κρεβάτι με τον Ντάνιελ Κρεγκ. Κι εκείνος απαντά: «Εγώ πήγα μαζί του δύο φορές».
Η νέα του ταινία είναι το «Moss and Freud», όπου υποδύεται τον ζωγράφο Λούσιαν Φρόιντ, σε μια ιστορία για την απρόσμενη σχέση του με την Κέιτ Μος. Ο Τζάκομπι λέει ότι θαυμάζει περισσότερο τον Φρόιντ, αλλά πιθανότατα θα ένιωθε πιο άνετα με τον Φράνσις Μπέικον — ακόμη κι αν τον έχει χαρακτηρίσει «τέρας».
Πίσω από το χιούμορ, η συνέντευξη είναι και μια ήρεμη μελέτη πάνω στα γηρατειά. Ο Τζάκομπι παραδέχεται ότι δεν είναι καλός στην καθημερινή ζωή. Δεν ξέρει ούτε να βράσει αυγό, λέει, ενώ ο Κλίφορντ είναι εκείνος που οργανώνει, μαγειρεύει, φροντίζει, κρατά το σπίτι και τη ζωή τους σε λειτουργία. «Είναι πολύ καλύτερος στη ζωή από μένα», λέει ο Τζάκομπι.
Ο Κλίφορντ, από την πλευρά του, μοιάζει να έχει αναλάβει τον ρόλο του ενήλικα εδώ και δεκαετίες, παρότι είναι 17 χρόνια νεότερος. Πειράζει τον Τζάκομπι για το ότι έχει αφήσει τον «γέρο» να μπει, ενώ εκείνος αντιστέκεται: δεν βλέπει τον εαυτό του να τα παρατά, απλώς αναγνωρίζει τη διαφορά ηλικίας τους και τη σκιά που ρίχνει στο κοινό τους μέλλον.
Κι όμως, το τέλος της συνέντευξης δεν έχει μελαγχολία αλλά λευκό κρασί, σιέστα και φάρσα. Ο Τζάκομπι λέει ότι πίνει δύο ποτήρια λευκό κρασί στο μεσημεριανό και μετά κοιμάται λίγο. «Νομίζω ότι είμαι σε μια ηλικία που το έχω κερδίσει», λέει. Λίγο αργότερα, ξεσπά σε αλλεπάλληλα φτερνίσματα, ενώ ο Κλίφορντ τον βρίζει τρυφερά για να σταματήσει. Και οι δύο γελούν σαν σχολιαρόπαιδα.
Ίσως αυτή να είναι η πραγματική ουσία της συνέντευξης: ένας μεγάλος ηθοποιός που έχει παίξει βασιλιάδες, αυτοκράτορες, ζωγράφους και τέρατα, αλλά στο σπίτι του παραμένει απλώς ο «Del», το χαϊδευτικό με το οποίο τον φωνάζει ο άνθρωπος που τον ξέρει σχεδόν μισό αιώνα. Ένας άνδρας που θέλει να φτάσει τα 100, όχι επειδή αρνείται το τέλος, αλλά επειδή ακόμη θέλει να δει τι άλλο μπορεί να συμβεί.
με στοιχεία από Guardian