ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ ΠΙΑ που κατοικούμε σε κοινωνίες στις οποίες η νεότητα έχει γίνει αποδεκτή είτε ως μια ανώδυνη «φάση με τις τρέλες της» είτε ως σοβαροφανής αναπαραγωγή της καθιερωμένης πορείας. Η ποπ εκκεντρικότητα σε διάφορες μελωμένες εκδοχές μαζί με τον συντηρητικό καριερισμό εναλλάσσονται ή συμβιώνουν σαν δυο αδελφάκια-ρόλοι, το ένα προβλέψιμα άτακτο, το άλλο φρόνιμο και ιδίως πραγματιστικό.
Αν κοιτάξουμε όμως πίσω ακόμα κι από την πατερναλιστική αποδοχή των εκκεντρικών στυλ και τη ρητορεία υπέρ του νέου, οι νέοι αντιμετωπίζονται από το υπάρχον σύστημα κατανομής των πόρων και των ευκαιριών όπως οι ενοικιαστές. Οι ιδιοκτήτες σχεδιάζουν το μέλλον ενώ οι ενοικιαστές προορίζονται να καταναλώνουν ό,τι περισσεύει, και πρέπει να είναι, μάλιστα, και ευχαριστημένοι από αυτό.
Το μήνυμα που φτάνει στους νέους είναι πως από εδώ και στο εξής θα πρέπει να γίνουν είτε μικρο-ινφλουένσερ μιας αυταπάτης είτε να επιλέξουν κάποιο επάγγελμα το οποίο θα καταργηθεί εντός ολίγου.
Ανοίγοντας επίσης το πλάνο, βλέπουμε, όπως έχουμε πει, έναν κανονικό πόλεμο νεύρων εναντίον των νεότερων γενιών. Το πρώτο που μαθαίνουν είναι ότι δεν θα έχουν τίποτα σταθερό στη ζωή τους, ότι θα βρεθούν να ανταγωνίζονται, εξαιρετικά άνισα, πανέξυπνες μηχανές και εύστροφα bots. Όλο και λιγότερο αξιόπιστα πράγματα, νέα, ειδήσεις, δεδομένα. Πληροφορούνται στην ουσία ότι θα είναι οι πιο αναλώσιμες γενιές μέσα σε συνθήκες ειρήνης, δίχως να είναι καν προστατευμένες από τον πόλεμο. Αφού πρώτα οι νέοι και τα παιδιά υπήρξαν «τα αγαπημένα» του εμπορευματικού-διαφημιστικού σύμπαντος τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα και αναβιβάστηκε έτσι, τεχνητά, η σημασία τους, με παιδοκεντρικά και μαθητοκεντρικά πρότυπα, τώρα έχει έρθει η ώρα να υποψιαστούν πόσο τους έχουμε υπονομεύσει. «Οσμίζονται», με έναν τρόπο, τις δυστοπίες του μέλλοντος. Δεν ανατρέχουν φυσικά στα δικά μας θεωρητικά εργαλεία για να εξηγήσουν όσα τους συμβαίνουν, ούτε ανοίγουν τέτοιες βαριές συζητήσεις στις παρέες τους (παρά σε μικρούς κύκλους). Καταλαβαίνουν όμως καλά στην πράξη τι σημαίνει να νιώθεις άβολα ανάμεσα στους σαχλούς επαίνους για τις γενιές τους –α, εσείς παίζετε στα δάχτυλα τα ΑΙ εργαλεία! / α, είστε η εξυπνότερη γενιά εσείς!– και στην περιφρόνηση για τις ουσιαστικές ανάγκες τους. Πέφτουν ολοένα πάνω στον ψυχρό μεταλλικό λόγο για τον σκληρότατο ανταγωνισμό εδώ κι εκεί, έχουν όμως από δίπλα και τα μελιστάλαχτα συμβουλευτικά λόγια και το διακινούμενο life-coaching για παρηγοριά.
Πρέπει να είναι πραγματική πηγή θυμού αυτή η διπλή γλώσσα που τους απευθύνεται. Να τους πολιορκεί η διακηρυκτική ευθυνολογία των επίσημων θεσμών, ενώ ως γενικό πρόσταγμα της ζωής και των ονείρων τους να έχουν τα events του τετριμμένου καταναλωτικού καπιταλισμού. Τώρα, ας πούμε, για την κυκλοφορία ενός νέου ρολογιού παρακολουθεί κανείς «σκηνές χάους» σε ένα σωρό πόλεις του κόσμου. Είναι άραγε μοίρα της νεανικής φούσκας αυτή η παρακμιακή παραζάλη;
Διασχίζουν ακόμα τα σχολικά τους χρόνια με όπλο τη δανεική σκληρότητα, κάποιες δόσεις μηδενισμού, κυρίως όμως με άτονη προσαρμοστικότητα, δίχως αληθινό πάθος και όραμα. Μέσα σε αυτές τις επιδράσεις και τις δυνάμεις που η μία τούς ακυρώνει την άλλη, κάποιοι/-ες φαίνεται να μην αντέχουν. Αρνούνται να γίνουν η ιδανική ανθεκτικότητα που τους τάζουμε. Αποσκιρτούν.
Έτσι λοιπόν ο «ενοικιαστής» αρχίζει να γίνεται ασυνεπής, να μη φροντίζει τον χώρο του, να μην τηρεί τις υποχρεώσεις του. Έχοντας την αίσθηση πως παγιδεύεται σε ένα ασύμφορο συμβόλαιο, σε κάτι που δεν θα μπορέσει ποτέ να το ξεπληρώσει, αθετεί τον κανόνα: ακόμα και την προσταγή για την αυτοσυντήρησή του, το αξίωμα της φροντίδας για τον εαυτό του. Προφανώς είναι λίγοι οι άνθρωποι που φτάνουν στα άκρα. Έχουν εδώ εν μέρει δίκιο όσοι αυτές τις μέρες σχολίασαν πως οι ακραίες χειρονομίες –και τι πιο ακραίο από την αυτοχειρία σε έναν πολιτισμό που θεμελιώνεται στη λατρεία του εγώ– αφορούν μια πολύ μικρή μειοψηφία και πως, σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι/-ες ακολουθούν άλλους δρόμους, πιο συνηθισμένους.
Αυτή ωστόσο η ροή κανονικότητας που ρυθμίζει τη διαδοχή των γενεών γίνεται υπό καθεστώς συνεχών προκλήσεων κατά της νεότητας. Όταν έκανε την εμφάνισή της η κουλτούρα των νέων και η αντίστοιχη ποπ γλώσσα (κάπου στη δεκαετία του ’60), το ρίσκο και η αποκοτιά είχαν αποδοθεί στον χαρακτήρα της νέας κοινωνικής κατηγορίας που ονομάστηκε από τους κοινωνιολόγους «νεολαία» (youth, youth culture). Τότε η νεολαία ήταν ο φορέας του καινούργιου, φέρνοντας μαζί της την αμφισβήτηση των βεβαιοτήτων ως νόημα ελευθερίας και συνειδητής υπέρβασης. Εξήντα χρόνια αργότερα και μετά τις μελαγχολικές νίκες των νεοφιλελεύθερων αγοραίων συστημάτων, το τέλος κάθε βεβαιότητας έχει γίνει απλώς η μοναδική σταθερή υπόσχεση των ιδιοκτητών προς τους φτωχότερους ενοικιαστές τους. Η «ελευθερία», την οποία κατά τα άλλα απολαμβάνουν οι νέοι με μια μπίρα στο χέρι ή ένα τριήμερο σε Airbnb, στρέφεται εναντίον τους απαιτώντας από αυτούς να αφήσουν πίσω τους και να ξεχάσουν την όποια συναισθηματική και κοινωνική ασφάλεια. Το μήνυμα που φτάνει στους νέους είναι πως από εδώ και στο εξής θα πρέπει να γίνουν είτε μικρο-ινφλουένσερ μιας αυταπάτης είτε να επιλέξουν κάποιο επάγγελμα το οποίο, «δυστυχώς πλην αναποφεύκτως», θα καταργηθεί εντός ολίγου (εκτός αν είναι η παλιά καλή χειρωνακτική Ελλάδα).
Ο πόλεμος νεύρων έχει πάρει έτσι τη μορφή μιας ψευδεπίγραφης άνεσης που κάνει πως τα αποδέχεται όλα, ενώ την ίδια στιγμή επαναλαμβάνει «καμιά βεβαιότητα πλέον». Οι ίδιοι seniors που από καθέδρας διαφημίζουν την ανθεκτικότητα έχουν εξαπολύσει στον κοινωνικό κόσμο τους παράγοντες που απορρυθμίζουν τη ζωή: τα τρελά ωράρια, τις επισφαλείς μισθώσεις, τις τεχνολογικές αντικαταστάσεις, τις διαρκείς, ρηχές ψευτοαξιολογήσεις. Ακόμα και τις προηγούμενες –και ολοζώντανες ακόμα– πελατειακές αναξιοπρέπειες οι παλαιότεροι τις έχουν στήσει ως δόλωμα και δέλεαρ σε εποχές ανασφάλειας.
Ας μη μιλάμε, έτσι, ούτε υπέρ ούτε κατά των «νέων». Και οι δυο εκδοχές λόγου έχουν κάτι από προδοσία και κατεργαριά. Είναι μηχανισμοί παραπλάνησης και απόκρυψης. Αυτό που θα είχε μεγαλύτερη σημασία είναι ένας κοινωνικός και υλικός πολιτισμός πραγματικά φιλόξενος και για εκείνους που γερνάνε και για όσους και όσες έχουν μια ολόκληρη ζωή μπροστά τους. Χρειαζόμαστε έναν πολιτισμό που δεν θα αναπαράγει τη σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή όσο την αίσθηση μιας κοινότητας πεπρωμένου.
Θα το ζήσουμε άραγε ποτέ;
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.