Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η αρχή: στρατιώτες ποζάρουν φορώντας φούστες φτιαγμένες από σακιά άμμου και κοσμήματα από κάλυκες. Όχι η εικόνα του πολέμου όπως την έχουμε συνηθίσει, λάσπη, αίμα, χαρακώματα, ηρωισμός, θάνατος ,αλλά κάτι πιο παράξενο, πιο τρυφερό, πιο απροσδόκητα τρυφερό.
Από αυτή την εικόνα ξεκίνησε το «Coward», η νέα ταινία του Λούκας Ντοντ, που έκανε πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών και διεκδικεί τον Χρυσό Φοίνικα. Ο Βέλγος σκηνοθέτης, γνωστός από τα «Girl» και «Close», επιστρέφει με μια queer ιστορία αγάπης και επιβίωσης μέσα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταφέροντας για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του για την ταυτότητα, την ανδρική ευαλωτότητα και την επιθυμία σε ιστορικό, πολεμικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με την επίσημη συνοψη των Καννών, η ταινία ακολουθεί τον Πιερ, έναν νεαρό στρατιώτη που φτάνει στο μέτωπο αποφασισμένος να αποδείξει την αξία του. Πίσω από τις γραμμές, γνωρίζει τον Φράνσις, ο οποίος προσπαθεί να ανεβάσει το ηθικό των συμπολεμιστών του οργανώνοντας μια θεατρική παράσταση. Ενώ η βία συνεχίζεται, οι δύο άνδρες αναζητούν τρόπους να ξεφύγουν, έστω και για λίγο, από τη βαρβαρότητα του πολέμου.
Ο Ντοντ είπε στο Reuters ότι, μεγαλώνοντας στο Βέλγιο, όπου τα νεκροταφεία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένουν διαρκής υπενθύμιση της ιστορίας, είχε πάντα προσωπική σχέση με εκείνη την περίοδο. Αυτό που τον εντυπωσίασε στη φωτογραφία ήταν ότι τέτοιες εικόνες σχεδόν απουσιάζουν από τις πολεμικές ταινίες: νέοι άνδρες που ντύνονται γυναίκες, τραγουδούν, παίζουν θέατρο και βρίσκουν μέσα στην αναμονή της μάχης έναν χώρο έκφρασης.
Για τον σκηνοθέτη, οι αυτοσχέδιες παραστάσεις των στρατιωτών δεν ήταν απλώς διασκέδαση. Ήταν ένας τρόπος να επινοηθεί λίγη ομορφιά μέσα σε μια μηχανή θανάτου. Ο ίδιος συνέδεσε αυτή την ανάγκη για δημιουργικότητα με την επιθυμία να μιλήσει για έναν έρωτα που, στην εποχή εκείνη, έπρεπε να παραμένει σιωπηλός. Όπως είπε, οι άνδρες αυτοί ζούσαν σε μια περίοδο όπου η αγάπη τους δεν μπορούσε να ειπωθεί ανοιχτά, όμως ο πόλεμος, παράδοξα, τους έφερε κοντά.
Στο «Coward», τον Πιερ υποδύεται ο πρωτοεμφανιζόμενος Εμανουέλ Μάκια, ενώ τον Φράνσις ο Βαλεντίν Καμπάν. Ο Πιερ είναι γιος αγροτικής οικογένειας και στέλνεται στο μέτωπο για να κουβαλά τραυματίες, να μαζεύει νεκρούς και να μεταφέρει οβίδες. Εκεί, πίσω από τη φρίκη της γραμμής πυρός, βρίσκει καταφύγιο στο αυτοσχέδιο θέατρο του στρατοπέδου και σε έναν έρωτα που δεν έχει χώρο να υπάρξει κανονικά.
Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι απλώς ότι ο Ντοντ κάνει μια queer πολεμική ταινία. Είναι ότι κοιτάζει τον πόλεμο όχι μόνο ως πεδίο ανδρικής βίας, αλλά και ως τόπο όπου η τρυφερότητα, η μεταμφίεση, η παράσταση και η επιθυμία βρίσκουν ρωγμές για να επιβιώσουν. Οι άνδρες του «Coward» δεν παύουν να βρίσκονται μέσα στην κόλαση του πολέμου. Όμως για λίγη ώρα, πάνω σε μια πρόχειρη σκηνή, με υφάσματα, τραγούδια και αυτοσχέδιες γυναικείες φιγούρες, μπορούν να γίνουν κάτι άλλο από σώματα έτοιμα για σφαγή.
Η ταινία είναι η τρίτη μεγάλου μήκους δουλειά του Ντοντ. Το «Girl» κέρδισε τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες το 2018, ενώ το «Close» τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής το 2022 και αργότερα προτάθηκε για Όσκαρ διεθνούς ταινίας. Με το «Coward», ο σκηνοθέτης επιστρέφει στο ίδιο φεστιβάλ, αυτή τη φορά με μια ιστορία όπου η queer ταυτότητα δεν τοποθετείται στο παρόν, αλλά σε μια ιστορική μνήμη που συνήθως παρουσιάζεται ως αποκλειστικά ανδρική, στρατιωτική και ετεροκανονική.
Οι πρώτες κριτικές δείχνουν ήδη ότι η ταινία δεν θα περάσει απαρατήρητη. Το Variety την υποδέχθηκε θετικά, βλέποντας σε αυτήν μια ώριμη εξέλιξη της αισθητικής του Ντοντ, ενώ το Deadline την περιέγραψε ως συγκινητική queer πολεμική ιστορία αγάπης. Το Hollywood Reporter, αντίθετα, στάθηκε πιο επιφυλακτικό, θεωρώντας ότι η ταινία υποκύπτει σε συναισθηματική επιτήδευση.
Σε κάθε περίπτωση, το «Coward» έχει ήδη βρει το δικό του ισχυρό πολιτισμικό σημείο: ανασύρει από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όχι άλλη μία εικόνα στρατιωτικής ανδρείας, αλλά μια εικόνα εύθραυστης επινόησης. Άνδρες που περιμένουν να πολεμήσουν και, μέχρι τότε, φτιάχνουν μια σκηνή. Άνδρες που δεν μπορούν να πουν ανοιχτά αυτό που νιώθουν και το μεταφέρουν στο σώμα, στο βλέμμα, στο τραγούδι, στο drag.
Γι’ αυτό και το «Coward» έχει ενδιαφέρον ως είδηση πέρα από τις Κάννες. Γιατί θυμίζει ότι ακόμη και στις πιο σκληρές εκδοχές της Ιστορίας υπήρχαν εικόνες που δεν μπήκαν εύκολα στα βιβλία: εικόνες τρυφερότητας, μεταμφίεσης, επιθυμίας και επιβίωσης. Εικόνες που δεν ακυρώνουν τη φρίκη του πολέμου, αλλά δείχνουν ότι ακόμη και μέσα της υπήρχαν άνθρωποι που προσπαθούσαν, για λίγο, να μη χαθούν από τον εαυτό τους.