Η Τζόαν Κόλινς δεν εμφανίζεται σαν μνημείο της παλιάς της λάμψης. Στο σπίτι της στο Belgravia, λίγο μετά την προπόνησή της, χωρίς περούκα και χωρίς την πανοπλία του κόκκινου χαλιού, φορά φόρμα Adidas και έναν διαμαντένιο σταυρό που μοιάζει έτοιμος να παίξει μόνος του σε σαπουνόπερα. Είναι 92 ετών και μιλά σαν γυναίκα που δεν έχει καμία πρόθεση να παραδώσει το σώμα της, το όνομά της ή το τελευταίο της μεγάλο χαρτί.
Το τελευταίο χαρτί λέγεται My Duchess. Στη νέα ταινία του Μάικ Νιούελ, σκηνοθέτη του Τέσσερις Γάμοι και μία Κηδεία, η Κόλινς υποδύεται τη Γουόλις Σίμπσον, τη Δούκισσα του Ουίνδσορ, τη γυναίκα για την οποία ο Εδουάρδος Η' εγκατέλειψε τον βρετανικό θρόνο. Δίπλα της, η Ιζαμπέλα Ροσελίνι γίνεται Σουζάν Μπλουμ, η δικηγόρος που φέρεται να πήρε τον έλεγχο της ζωής της Δούκισσας στα τελευταία της χρόνια.
Η αφορμή είναι το μεγάλο προφίλ της βρετανικής Vogue, που συναντά την Κόλινς ενόψει της ταινίας και επιστρέφει σε μια ιστορία την οποία η ίδια κυνηγούσε από το 1989. Τότε επισκέφθηκε τη Villa Windsor, το παρισινό σπίτι του Δούκα και της Δούκισσας του Ουίνδσορ, και άρχισε να αναρωτιέται τι είχε συμβεί στη γυναίκα που κάποτε αντιμετωπίστηκε σαν απειλή για ολόκληρη τη μοναρχία.
Το My Duchess δεν επιστρέφει απλώς στο γνωστό βασιλικό σκάνδαλο. Κοιτάζει το σημείο όπου η ιστορία συνήθως κλείνει το βιβλίο: μετά τον έρωτα, μετά την παραίτηση, μετά τα κοσμήματα, τα δείπνα, τις φωτογραφίες του Σέσιλ Μπίτον και τον μύθο της κοσμικής εξορίας. Όταν η Γουόλις είχε μείνει χήρα, άρρωστη και σχεδόν αόρατη στη Villa Windsor, πάνω από το Bois de Boulogne.
Το σπίτι, όπως το θυμάται η Κόλινς, έμοιαζε ακόμη με σκηνικό που δεν είχε δεχτεί πως η παράσταση τελείωσε. Εκεί υπήρχαν τα ρούχα της Γουόλις, τα μονόγραμμα, οι πορσελάνες, τα χαλιά, τα αντικείμενα μιας ζωής φτιαγμένης για να εκτίθεται, μια ιδιωτική αυλή χωρίς θρόνο. Η ίδια λέει ότι αγάπησε τη Δούκισσα από τη στιγμή που είδε τα σατέν εσώρουχά της. Όμως αυτό που έλειπε από τα δωμάτια ήταν η αφήγηση των τελευταίων δεκατεσσάρων χρόνων της, μετά τον θάνατο του Εδουάρδου το 1972 και πριν από τον δικό της θάνατο το 1986.
Εκεί, στο μετά, αρχίζει το πιο δηλητηριώδες κομμάτι της ιστορίας. Η γυναίκα που κάποτε θεωρήθηκε υπεύθυνη για μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις της βρετανικής μοναρχίας δεν είναι πια σκάνδαλο, ούτε απειλή. Είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα σε φθορά, ένα διάσημο όνομα που το διαχειρίζονται άλλοι, ένα σώμα που πέρασε από την υπερβολική ορατότητα στη σχεδόν απόλυτη εξαφάνιση.
Η Γουόλις Σίμπσον έχει περιγραφεί πολλές φορές ως γοητευτική, φιλόδοξη, επικίνδυνη, ταξικά ακατάλληλη, η γυναίκα που "έκλεψε" έναν βασιλιά. Η Κόλινς βλέπει κάτι πιο σκοτεινό και πιο οικείο: μια γυναίκα που έγινε δημόσιο τέρας επειδή αυτό βόλευε την εποχή της. "Πάντα με γοήτευαν οι γυναίκες που όλοι λένε ότι είναι κακοί άνθρωποι", λέει στη Vogue. "Και όταν τα αφαιρείς όλα, ανακαλύπτεις ότι δεν είναι πραγματικά έτσι."
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτή η ιστορία την απασχολεί. Μετά τη Δυναστεία, η ίδια η Κόλινς έμεινε για δεκαετίες φυλακισμένη στην εικόνα της Αλέξις Κάρινγκτον, της απόλυτης τηλεοπτικής "κακιάς" με βάτες, δηλητηριώδεις ατάκες και βλέμμα που μπορούσε να παγώσει ολόκληρο σαλόνι. Η ποπ κουλτούρα την αγάπησε, αλλά συχνά την αγάπησε σαν περσόνα, όχι σαν ηθοποιό.
Η ίδια θυμάται τον παραγωγό της Δυναστείας, Άαρον Σπέλινγκ, να λέει κάποτε "η Τζόαν είναι η Αλέξις". Εκείνη διαμαρτυρήθηκε. Ήξερε πως δεν ήταν αλήθεια. Η απάντηση που πήρε ήταν κυνική και ακριβής: έπιανε πρωτοσέλιδα. Το My Duchess της δίνει την ευκαιρία να κοιτάξει μια άλλη γυναίκα που πλήρωσε ακριβά την εικόνα που έφτιαξαν οι άλλοι γι' αυτήν.
Η Σουζάν Μπλουμ, που υποδύεται η Ιζαμπέλα Ροσελίνι, δεν ήταν μια τυχαία φιγούρα στα περιθώρια της ιστορίας. Ήταν δικηγόρος με διαδρομή στο Χόλιγουντ και στην υψηλή κοινωνία, με πελάτες και υποθέσεις που την έφερναν κοντά σε έναν κόσμο εξουσίας, χρήματος και φήμης. Η ταινία εξερευνά τους ισχυρισμούς ότι, όταν η υγεία της Γουόλις άρχισε να καταρρέει, η Μπλουμ απέκτησε όλο και μεγαλύτερο έλεγχο: πάνω στις επισκέψεις, στα αντικείμενα, στην περιουσία, στην πρόσβαση, τελικά στην ίδια τη μνήμη.
Στην ταινία, αυτή η σχέση δεν μοιάζει να χωρά εύκολα σε μία λέξη. Δεν είναι απλώς φροντίδα, δεν είναι απλώς εκμετάλλευση, δεν είναι απλώς εμμονή. Η Ροσελίνι μπαίνει σε έναν ρόλο που κινείται ανάμεσα στην προστασία και την απειλή, στην έλξη και την αποστροφή, στην οικειότητα και την κατοχή. Μια γυναίκα βρίσκεται δίπλα σε μια άλλη γυναίκα την ώρα της κατάρρευσης, αλλά η εγγύτητα αρχίζει να μοιάζει με παγίδα.
Το υλικό έχει όλα τα στοιχεία ενός παράδοξου, μακάβριου δράματος: βασιλική ιστορία, κλειστά δωμάτια, σκυλιά, κοσμήματα, εξουσία, μοναξιά, δύο γυναίκες μεγάλης ηλικίας σε μια σχέση που γλιστρά από την προστασία στον έλεγχο. Η σύγκριση με το Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν; έρχεται σχεδόν μόνη της. Μόνο που εδώ η φρίκη δεν ανήκει στη φαντασία. Πατά πάνω σε μια πραγματική ιστορία δημόσιας έκθεσης, εγκατάλειψης και αργής εξαφάνισης.
Η ίδια η παραγωγή μοιάζει να ξέρει ότι παίζει με ένα παράξενο υβρίδιο: βασιλική βιογραφία, ψυχολογικό θρίλερ, μαύρη κωμωδία, γοτθικό δράμα, camp με σκυλιά, κοσμήματα και γυναίκες που δεν ζητούν άδεια για να είναι υπερβολικές. Στα κοστούμια βρίσκεται η Σάντι Πάουελ, τρεις φορές βραβευμένη με Όσκαρ, άρα ο κόσμος της Γουόλις δεν ανασυντίθεται απλώς ως ιστορικό ντεκόρ. Ανασυντίθεται ως πανοπλία, ως φυλακή, ως τελευταία επιφάνεια πάνω στην οποία επιμένει η λάμψη ενώ το σώμα έχει ήδη αρχίσει να χάνεται.
Η διαδρομή της ταινίας μέχρι να γίνει έχει και το δικό της βασιλικό ανέκδοτο. Το σενάριο της Λουίζ Φένελ, μητέρας της Έμεραλντ Φένελ, είχε ολοκληρωθεί το 2023, όμως το project χρειαζόταν ακόμη παραγωγό. Σε ένα δείπνο για το Prince's Trust, η Κόλινς βρέθηκε να κάθεται δίπλα στον Τζον Γκορ και του διηγήθηκε την ιστορία. Εκείνος της είπε ότι θα το σκεφτεί. Μέσα σε 72 ώρες από τη στιγμή που διάβασε το σενάριο, αποφάσισε να προχωρήσει την ταινία.
Η Κόλινς λέει πως εκείνη και η Φένελ πηδούσαν από χαρά σαν μαθήτριες. Έστειλε μάλιστα ευχαριστήρια επιστολή στον βασιλιά Κάρολο, αφού το δείπνο που έφερε την ταινία κοντά στον παραγωγό της έγινε μέσα από τον θεσμό που εκείνος είχε ιδρύσει. Η ειρωνεία είναι σχεδόν υπέροχη: μια ταινία για τη γυναίκα που κλόνισε τη βρετανική μοναρχία βρήκε τελικά τον δρόμο της μέσα από έναν θεσμό του σημερινού βασιλιά.
Η παρουσία της Ροσελίνι κάνει το παιχνίδι πιο σύνθετο και για έναν ακόμη λόγο. Η ίδια έχει μιλήσει πολλές φορές για το πόσο στενεύουν οι ρόλοι για τις γυναίκες μετά τη μέση ηλικία. Στη Vogue το λέει σχεδόν απλά: μετά τα 50, ό,τι κι αν κάνεις, σε ρωτούν γιατί εξακολουθείς να το κάνεις. Η απάντηση, φυσικά, είναι επειδή θέλει να δουλεύει. Δεν χρειάζεται άλλο μυστήριο.
Η Κόλινς ξέρει αυτή την ερώτηση από μέσα. Πριν γίνει τηλεοπτικό φαινόμενο, είχε υπάρξει κορίτσι των στούντιο, είχε δουλέψει σε μεγάλες παραγωγές, είχε περάσει από το σινεμά, την τηλεόραση, τη σκηνή, τα απομνημονεύματα, τα κόκκινα χαλιά, την παρωδία, την αυτοπαρωδία και την επιστροφή. Ακόμη και σήμερα, το πρώτο βλέμμα πάνω της συχνά κολλά στην εικόνα: το sex symbol, η κακιά, η γυναίκα της λάμψης, η Joan που όλοι νομίζουν ότι ξέρουν πριν μιλήσει.
Στο My Duchess, η ίδια λέει πως για μεγάλο μέρος της ταινίας εμφανίζεται ως ερείπιο: μακιγιάζ γήρατος, μακριά γκρίζα μαλλιά, νυχτικά, μια εικόνα πολύ μακριά από την αψεγάδιαστη Αλέξις. Δεν φαίνεται να τη φοβίζει αυτό. Αντίθετα, μοιάζει να το απολαμβάνει. Η φήμη και η λάμψη, λέει, είναι εφήμερες. Εκείνη κυνηγούσε πάντα τη δουλειά, γιατί ήταν ο άνθρωπος που έφερνε τα χρήματα στο σπίτι για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Και, όπως προσθέτει, ακόμη είναι.
Και όσο εύκολα κι αν πουλάει το βασιλικό σκάνδαλο, η ταινία ακουμπά κάπου αλλού. Δύο ηθοποιοί που η βιομηχανία θα μπορούσε εύκολα να τοποθετήσει στο ράφι της ένδοξης παλιάς δόξας παίζουν μια ιστορία για γυναίκες που βρίσκονται στο τέλος της κοινωνικής τους δύναμης. Η Κόλινς και η Ροσελίνι δεν επιστρέφουν για να υπηρετήσουν τη νοσταλγία. Επιστρέφουν για να παίξουν σώματα που γερνούν, σχέσεις που χαλάνε, φήμη που σαπίζει και εικόνες που δεν προστατεύουν πια κανέναν.
Η Κόλινς επιμένει ότι ποτέ δεν κυνηγούσε τη λάμψη, αλλά τη δουλειά. Για μια γυναίκα που έχει περάσει 75 χρόνια μπροστά στην κάμερα και πάνω στη σκηνή, η φράση δεν ακούγεται σαν σεμνότητα. Ακούγεται σαν διόρθωση φακέλου. Σαν να λέει ότι πίσω από την καρικατούρα, πίσω από τα εξώφυλλα, πίσω από την Αλέξις και πίσω από το ατελείωτο κουτσομπολιό της εικόνας, υπήρχε πάντα μια εργαζόμενη ηθοποιός που συνέχισε να κουρδίζει το ρολόι.
Στο τέλος του προφίλ, λέει κάτι σχεδόν απροσδόκητα τρυφερό για την ίδια της την ερμηνεία: ότι μισεί να βλέπει τον εαυτό της, αλλά αυτή τη φορά σκέφτηκε πως ήταν μάλλον καλή. Μετά, σαν να μην μπορεί να αντισταθεί στην τελευταία ατάκα, θυμάται και το άλλο μεγάλο project που δεν έγινε ποτέ: την Κλεοπάτρα. Τελικά, το πήρε η φίλη της, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
Το My Duchess ίσως να μην αλλάξει τη θέση της Γουόλις Σίμπσον στην ιστορία. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κοιτάμε το τέλος της. Και ίσως, ακόμη περισσότερο, να θυμίσει ότι οι γυναίκες που η κουλτούρα ονόμασε δύσκολες, επικίνδυνες, ματαιόδοξες ή κακές δεν εξαφανίζονται πραγματικά.
Μερικές φορές περιμένουν δεκαετίες, μέχρι να βρεθεί μια άλλη γυναίκα, αρκετά μεγάλη για να μη ζητά άδεια, αρκετά διάσημη για να μη φοβάται τη γελοιοποίηση και αρκετά Joan Collins για να ξέρει ότι μια «κακιά» δεν πεθαίνει ποτέ πραγματικά. Απλώς αλλάζει φόρεμα.
Με στοιχεία από British Vogue, Town & Country και The Times