Το βιβλίο «La edad experimental», που κυκλοφόρησε φέτος από τη Seix Barral, φέρνει σε διάλογο την Ινές ντε λα Φρεσάνζ με τον επιφανή συγραφέα Έρι ντε Λούκα γύρω από μια ηλικία που μοιάζει όλο και λιγότερο με το παλιό της στερεότυπο.
Υπήρχε μια εποχή που τα 60 έφερναν μαζί τους έναν έτοιμο ρόλο. Μια γυναίκα αυτής της ηλικίας έπρεπε να δείχνει «μεγάλη», να κινείται πιο ήσυχα, να ζητά λιγότερα από τη ζωή και να απομακρύνεται διακριτικά από το κέντρο της εικόνας. Η Ινές ντε λα Φρεσάνζ το λέει με μια φράση που τα χωρά όλα: όταν ήταν παιδί, μια 60χρονη γυναίκα ήταν «μια γιαγιά με φιόγκο». Σήμερα, λέει, κάνει γυμναστική, βγαίνει για φαγητό, είναι ενεργή.
Αυτή η φράση είναι και η καλύτερη είσοδος στο βιβλίο «La edad experimental», που κυκλοφόρησε το 2026 από τη Seix Barral. Στις σελίδες του, η ντε λα Φρεσάνζ συνομιλεί με τον Έρι ντε Λούκα γύρω από μια ιδέα που γίνεται όλο και πιο ορατή στη σύγχρονη Ευρώπη: ότι η ηλικία μετά τα 60 δεν μοιάζει πια με αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι προηγούμενες γενιές. Το βιβλίο τη βλέπει σαν μια φάση ζωής που φτάνει πια με περισσότερη υγεία, περισσότερη αυτονομία και πολύ πιο ενεργή παρουσία.
Εκεί βρίσκεται και το ενδιαφέρον του. Δεν μιλά για το γήρας σαν υποχώρηση, αλλά σαν μια ηλικία που συνεχίζει να δοκιμάζει πράγματα, να αλλάζει συνήθειες, να ξαναφτιάχνει επιθυμίες και να ψάχνει νέο ρυθμό. Στη συνέντευξή της στην El País, η ντε λα Φρεσάνζ λέει ότι σήμερα δεν υπάρχει πια ένας προκαθορισμένος ρόλος για το πώς μεγαλώνει μια γυναίκα. Γι’ αυτό χρειάζονται νέοι κώδικες: περισσότερη περιέργεια, περισσότερη προσαρμοστικότητα, λιγότερη ενοχή και λιγότερη ανάγκη να αρέσεις σε όλους.
Η ίδια μιλά με τρόπο που δεν ακούγεται ούτε ψεύτικα αισιόδοξος ούτε πικρός. Δεν λέει ότι το να μεγαλώνεις είναι υπέροχο από μόνο του. Λέει όμως ότι υπάρχει κάτι πολύτιμο στο να ξέρεις πια τι έχει σημασία και τι όχι. Στο ίδιο κείμενο μιλά για τη φιλία, για την ελευθερία να λες «όχι» χωρίς ενοχή, για την ανάγκη να μένεις περίεργος απέναντι στον κόσμο και για τη σημασία του να ακούς τους νεότερους, ακόμη κι όταν σου αλλάζουν τη γλώσσα, το χιούμορ ή τις βεβαιότητές σου.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συζήτησης είναι ο τρόπος που μιλά για την κομψότητα. Όχι σαν υποχρέωση, ούτε σαν πειθαρχία απέναντι σε ένα στυλιστικό πρότυπο, αλλά σαν πιο σύνθετη σχέση με το σώμα και με την εικόνα του εαυτού. Η ομορφιά, λέει, δεν είναι πια μόνο μακιγιάζ ή τάση. Είναι υγεία, δέρμα, φροντίδα, άνεση, προσωπικότητα. Και η κομψότητα σήμερα είναι πιο σύνθετη, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα από ό,τι στις δεκαετίες όπου αρκούσε να αντιγράψεις το look μιας σταρ.
Το πιο δυνατό, όμως, είναι ότι η ντε λα Φρεσάνζ δεν μιλά για την ηλικία μόνο μέσα από το στιλ. Μιλά και για κάτι που σπάνια λέγεται χωρίς αμηχανία: για τη γυναικεία επιθυμία μετά τα 55, για την ορατότητα των ώριμων γυναικών και για το γεγονός ότι τα media εξακολουθούν να δυσκολεύονται να τις δείξουν χωρίς να τις μετατρέψουν σε εξαίρεση. Σημειώνει ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι εύκολο να βρεις σε περιοδικά γυναίκες άνω των 40, ενώ η επιθυμία μιας ώριμης γυναίκας συνεχίζει να αντιμετωπίζεται σαν κάτι που πρέπει να μένει χαμηλόφωνα.
Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν μένει μόνο στη γοητεία ενός γνωστού ονόματος ή σε μια ευχάριστη κουβέντα για το πέρασμα του χρόνου. Πατά πάνω σε μια πραγματική μετατόπιση. Τα στοιχεία για τη γήρανση του πληθυσμού στην Ευρώπη και διεθνώς είναι πια σαφή, και αυτή η νέα ηλικία των 60 και των 70 δεν μοιάζει με εκείνη που είχαμε στο μυαλό μας πριν από λίγες δεκαετίες. Η ντε λα Φρεσάνζ δίνει σε αυτή τη μετατόπιση ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο, αλλά και μια γλώσσα απλή, χωρίς διδακτισμό.
Τελικά, αυτό που μένει δεν είναι μια θεωρία για το πώς πρέπει να μεγαλώνει κανείς. Είναι μια πιο καθαρή εικόνα για το πώς αλλάζει η ηλικία όταν σταματά να ζητά άδεια για να συνεχίσει να ζει.
Και ίσως γι’ αυτό η φράση με τη «γιαγιά με φιόγκο» μένει τόσο έντονα στο μυαλό: γιατί μέσα σε λίγες λέξεις δείχνει πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος και πόσο ακόμη αλλάζει.