Η Catherine Opie εγκαινίασε την πρώτη μεγάλη μουσειακή της έκθεση στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη National Portrait Gallery. Το Catherine Opie: To Be Seen συγκεντρώνει περίπου 80 έργα από τρεις δεκαετίες και επαναφέρει το πορτρέτο στο επίκεντρο της συζήτησης για την ορατότητα.
Η Opie εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, στο αποκορύφωμα της κρίσης του AIDS, φωτογραφίζοντας την ίδια της την κοινότητα με αυστηρότητα, χρώμα και θεατρική ένταση που παρέπεμπε στην αναγεννησιακή ζωγραφική. Στη σειρά Being and Having (1991), φίλες της υιοθετούν ανδρικά alter ego με ψεύτικα μουστάκια, ενώ τα αυτοπορτρέτα Self-Portrait/Cutting (1993) και Self-Portrait/Nursing (2004) συνθέτουν μια προσωπική αλλά και συλλογική αφήγηση: τραύμα, επιθυμία, οικογένεια, μητρότητα.
Η έκθεση αναπτύσσεται σε θεματικές ενότητες που φέρνουν σε διάλογο διαφορετικές όψεις της δουλειάς της — από τις queer οικογένειες και τις διαδηλώσεις έως τους αθλητές του High School Football και τους σέρφερ της Καλιφόρνιας. Η Opie εξετάζει διαρκώς πώς κατασκευάζεται η ανδρικότητα, πώς διαμορφώνεται η συλλογική ταυτότητα και πώς το σώμα λειτουργεί ως τόπος προβολής και αντίστασης.
Το καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η ίδια η τοποθέτηση των έργων της μέσα στη μόνιμη συλλογή της Πινακοθήκης. Οι φωτογραφίες της εκτίθενται ανάμεσα σε ιστορικά πορτρέτα εθνικής εμβέλειας, διευρύνοντας έμπρακτα τον κανόνα του ποιος «αξίζει» να αποτυπωθεί. Σε έναν θεσμό που παραδοσιακά αφηγείται την ιστορία της βρετανικής ταυτότητας μέσα από πρόσωπα εξουσίας και κύρους, η παρουσία της Opie λειτουργεί ως μετατόπιση: η κοινότητα, το περιθώριο και η καθημερινή ζωή αποκτούν μνημειακή υπόσταση.
Σε μια εποχή όπου η ορατότητα παραμένει πεδίο αντιπαράθεσης, η To Be Seen δεν είναι μόνο μια έκθεση φωτογραφίας. Είναι μια δήλωση για το πώς οι θεσμοί επαναπροσδιορίζουν τη συλλογική μνήμη — και για το πώς το πορτρέτο, ακόμη και σήμερα, παραμένει πολιτική πράξη.